Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκος

Κώστας Θ. Ριζάκης

Αγρύπνιας οι Αποχρώσες

ΟΡΩΝΤΟΣ

‒μικρού φεγγίτη ο κάτοχος εστιάζεις στα
του κόσμου θά ’βρεις λοιπόν παράλειψη τ’
ότι ξεχνώ τά δάση προτείνων κι όποτε η-
μπορώ την μόνιμη ακακίαν (σοφίλιασμα
της μεσαυλής στης πρώην «καλής» το σπίτι)

τον ταπεινό χειμώνανθον νυν αγριοσπαραγμένον

που έτι σε μνήμης γκελ πετώ πισωφλογίζων δάκρυα

ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΙ

’μπρός γκρεμός ναι ε ναι αλλά το ρέμα πότε
ακριβώς πώς ξέφευγες της παροιμίας τ’
οπίσω τί μέστωνε ως απόβαρον ζύγι στην
πλάστιγγα φτιαχτόν μέλλον που επαργυρώνεις

τά ώστε τριάντα στο λοιπόν η προδοσίας αμοιβή

εξόν σαπούνισμα τριχιάς ‒ ναν κρέμεσαι η κοπέλα

ΤΕΛΟΥΣ Η ΠΡΩΤΑΡΧΗ

μήνα ενδεχόμενα μαδά η συγκυρία τί
δείχνεις μ’ από ιδές πλαστική απλώς
του βάζου εδώ μιαν μαργαρίτα (όπα)
κόρην δίδουσα προς χρυσάνθεμον ‒ κ’

η έρωτος προβάδιση την υδατοφυλάσσεις

καθώς κακίστη μέριμνα σε κουμπωμένη δύσιν

ΑΝΑΚΥΚΛΗΣΗ

περιορίσου πάραυτα· αλλά καλπάζων κι
ο απλωτός πού νυν ναν σταματήσεις τά
άτια πότε υπάκουσαν σφίξεις δεν σφίξεις

γκέμια; εκείνη τον παράτησεν εμμένουσα στα ίδια·

ξεσέλωσε τ’ απόβραδον: άχυρα τρώγει εξυπαρχής ο πάσχων

Κύλιση στην κορυφή