ΟΡΩΝΤΟΣ
‒μικρού φεγγίτη ο κάτοχος εστιάζεις στα
του κόσμου θά ’βρεις λοιπόν παράλειψη τ’
ότι ξεχνώ τά δάση προτείνων κι όποτε η-
μπορώ την μόνιμη ακακίαν (σοφίλιασμα
της μεσαυλής στης πρώην «καλής» το σπίτι)
τον ταπεινό χειμώνανθον νυν αγριοσπαραγμένον
που έτι σε μνήμης γκελ πετώ πισωφλογίζων δάκρυα
ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΙ
’μπρός γκρεμός ναι ε ναι αλλά το ρέμα πότε
ακριβώς πώς ξέφευγες της παροιμίας τ’
οπίσω τί μέστωνε ως απόβαρον ζύγι στην
πλάστιγγα φτιαχτόν μέλλον που επαργυρώνεις
τά ώστε τριάντα στο λοιπόν η προδοσίας αμοιβή
εξόν σαπούνισμα τριχιάς ‒ ναν κρέμεσαι η κοπέλα
ΤΕΛΟΥΣ Η ΠΡΩΤΑΡΧΗ
μήνα ενδεχόμενα μαδά η συγκυρία τί
δείχνεις μ’ από ιδές πλαστική απλώς
του βάζου εδώ μιαν μαργαρίτα (όπα)
κόρην δίδουσα προς χρυσάνθεμον ‒ κ’
η έρωτος προβάδιση την υδατοφυλάσσεις
καθώς κακίστη μέριμνα σε κουμπωμένη δύσιν
ΑΝΑΚΥΚΛΗΣΗ
περιορίσου πάραυτα· αλλά καλπάζων κι
ο απλωτός πού νυν ναν σταματήσεις τά
άτια πότε υπάκουσαν σφίξεις δεν σφίξεις
γκέμια; εκείνη τον παράτησεν εμμένουσα στα ίδια·
ξεσέλωσε τ’ απόβραδον: άχυρα τρώγει εξυπαρχής ο πάσχων

