Αμαλία Μουστάκη

Άλκηστη σε κεκλιμένο έδαφος

Ολόκληρη η σκηνή ένα επικλινές, μεταλλικό πεδίο, μια σκοτεινή επιφάνεια που καταλήγει σε μια τεράστια χοάνη. Εκεί όπου καραδοκεί ο θάνατος. Ένας ολόκληρος κόσμος που γέρνει, η ζωή που αναπόφευκτα φθίνει, η βεβαιότητα πως με ή χωρίς αυτοθυσίες και άλλους ηρωισμούς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, όλα θα καταλήξουν εκεί. Πάνω του όλοι οι ήρωες αλλά και τα μέλη του χορού προσπαθούν να υπάρξουν. Αναμετρώνται με τον χώρο. Ψάχνουν πού πατάνε, δοκιμάζουν επιφάνειες, ανοίγματα, κάγκελα, κρυφές σκάλες, κρυφές γωνίες. Ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, γλιστρούν, πέφτουν, σηκώνονται και ξαναρχίζουν να περπατούν, προς όλες τις κατευθύνσεις. Σαν να μην τους έχει δοθεί η οδηγία για το πού βρίσκεται η έξοδος, σαν να ξεχνούν ότι όλοι τους βρίσκονται ήδη σε τροχιά προς το αενάως παρόν τέλος. «Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος», ανακαλώ τον Επίκουρο. «Ανύποπτον», γιατί πώς αλλιώς;

Η εντυπωσιακή ολισθηρή κατασκευή που δημιούργησε ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης για την Άλκηστη του Δημήτρη Καραντζά αποτελεί ίσως το πιο εύστοχο εύρημα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου για το φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου. Ένας κόσμος όπου κανείς δεν πατάει πραγματικά γερά. Και που στο κέντρο του βρίσκεται ο Θάνατος. Ενσαρκώνεται από τη Θεοδώρα Τζήμου, η οποία, απολύτως ακίνητη, γίνεται ο σταθερός πόλος γύρω από τον οποίο οργανώνεται η κίνηση όλων των υπολοίπων. Ο Άδμητος, η Άλκηστη, οι πολίτες των Φερών, οι μηχανισμοί, τα συρματόσκοινα, οι μεταλλικές επιφάνειες, όλοι και όλα μοιάζουν να υπακούουν σε μια δύναμη που επιβάλλεται χωρίς καν να χρειαστεί να μετακινηθεί. Ο Θάνατος δεν θα έρθει να πάρει την Άλκηστη. Είναι ήδη εκεί, και οι άλλοι κινούνται μέσα στη δική του επικράτεια.

Αν ο Ευριπίδης ήθελε να γράψει μια ακόμη ιστορία για την απόλυτη συζυγική αφοσίωση, θα μπορούσε να μας χαρίσει μια ηρωίδα που πεθαίνει μεγαλόπρεπα, έναν άνδρα που συντρίβεται από την απώλεια και ένα κοινό που φεύγει συγκινημένο. Όμως, στο κέντρο της πιο αμφίσημης ίσως από τις τραγωδίες του, ο μεγάλος δραματουργός θέτει μια δυσάρεστη ερώτηση: τι είδους άνθρωπος πεθαίνει, για να ζήσει κάποιος άλλος; τι είδους άνθρωπος δέχεται να ζήσει επειδή κάποιος άλλος θα πεθάνει στη θέση του; Είναι υποχρεωμένη η Άλκηστη να πεθάνει; Μπορεί ο Άδμητος να επιλέξει να μη θυσιαστεί η γυναίκα του;

Στην ανάγνωση του Καραντζά, η θυσία της γυναίκας δεν αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη κορυφαία έκφραση αγάπης. Η περίφημη αυτοθυσία γίνεται με μια αμηχανία, με έναν δισταγμό, που δεν την αφήνει να γίνει ηρωική καρτ ποστάλ. Η Ηρώ Μπέζου, στον ρόλο της Άλκηστης, έχει να αντιμετωπίσει μια παγίδα: να μην κάνει την ηρωίδα σύμβολο. Καταφέρνει να την αποφύγει, όταν με την παρέμβαση του Ηρακλή επιστρέφει στο σπίτι της. Αμίλητη, αγέρωχη και ψυχρή δείχνει με τη στάση της ότι έχει αντιληφθεί τη ματαιότητα της θυσίας της. Ταυτόχρονα, ο Άδμητος του Γιάννη Νιάρου –ένας Άδμητος που εκτονώνει την οδύνη του με μια άγρια σωματικότητα, χαρακτηριστική για τον ηθοποιό– δεν είναι ένας σατανικός σύζυγος. Θα ήταν πολύ εύκολο αν ήταν. Είναι ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει. Αυτό είναι απολύτως ανθρώπινο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν για να ζήσει εκείνος πρέπει να πεθάνει κάποιος άλλος και, ακόμη χειρότερα, όταν αυτός ο «κάποιος άλλος» θεωρείται σχεδόν φυσικό να είναι η γυναίκα του.

Η ανάγνωση του Καραντζά δεν δίνει το πολυπόθητο happy end. Η Άλκηστη γυρίζει από τον Άδη ζωντανή, αλλά δεν γυρίζει στον προηγούμενο εαυτό της. Και κυρίως δεν γυρίζει στον Άδμητο, όπως θα περίμενε κανείς από μια συμβατική αφήγηση περί συζυγικής αγάπης. Έχει πλέον δει την αλήθεια του άνδρα για τον οποίο πέθανε. Γι’ αυτό και η σιωπηλή της επιστροφή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση συμφιλίωση. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια χαρμόσυνη ανάσταση που νίκησε τον θάνατο. Ίσα ίσα! Αυτό το θαύμα δεν πρόκειται να το γιορτάσει κανείς. Και μάλιστα τα πράγματα μάλλον είναι πια χειρότερα, αφού τώρα οι δύο ήρωες θα πρέπει να συμβιώσουν έχοντας τη γνώση του τι συνέβη.

Οι ιστορίες για θυσίες και εξουσία και επιβολή είναι πρώτης τάξεως υλικό για να γραφτούν τα καλύτερα δράματα. Όμως είναι προφανές ότι ο Ευριπίδης δεν ήθελε να γράψει ένα έργο μονοσήμαντο. Τραγωδία, αλλά όχι ακριβώς. Σοβαρό μέχρι θανάτου –κυριολεκτικά– και ταυτόχρονα ικανό να γελοιοποιεί τους ανθρώπους του ακριβώς τη στιγμή που αυτοί προσπαθούν να φανούν μεγαλοπρεπείς. Έργο πένθους, αλλά με μια κωμική φλέβα που δεν κρύβεται. Αυτήν τη φλέβα ο Καραντζάς αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο στο επεισόδιο με τον Ηρακλή (Γιώργος Ζυγούρης) και τον Υπηρέτη (Αινείας Τσαμάτης). Ο ένας ξέρει ότι στο σπίτι υπάρχει πένθος, ο άλλος δεν έχει καταλάβει ακόμη σε ποιο σπίτι μπήκε. Ο ένας τρώει και πίνει, ο άλλος προσπαθεί να διασώσει την αξιοπρέπεια που επιβάλλει ο θάνατος της οικοδέσποινας. Η διφυής φύση του έργου –η διαρκής αιώρηση ανάμεσα στην τραγωδία και την απροσδόκητη κωμικότητα μάς δίνει εδώ μια από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης!

Σε άλλα σημεία, όμως, η σκηνοθετική κατασκευή είναι τόσο ισχυρή, ώστε προηγείται της δραματουργίας. Το επικλινές σκηνικό, η ακροβασία των σωμάτων, οι μεταλλικές επιφάνειες, οι ασυμφωνικοί ήχοι, οι μηχανισμοί και η διαρκής κινητικότητα δημιουργούν εικόνες με πολύ ισχυρή αυτοτέλεια. Κάποιες από αυτές είναι εξαιρετικές. Άλλες, όμως, μοιάζει να ζητούν από το έργο να προσαρμοστεί στη σκηνική ιδέα αντί να συμβαίνει το αντίστροφο. Είναι ένας κίνδυνος που συνοδεύει κάθε σκηνοθεσία με τόσο ισχυρή εικαστική ταυτότητα. Και ο Καραντζάς τον πλησιάζει αρκετά. Δεν τον αποφεύγει πάντα.

Αλλά ίσως αυτό να είναι και το τίμημα κάθε παράστασης που θέλει να κάνει κάτι περισσότερο από το να παρουσιάσει με ασφάλεια ένα αρχαίο κείμενο, που θέλει να σε βάλει με όλες τις αισθήσεις στο ποιητικό και ταραχώδες σύμπαν της, που θέλει να αποτυπώσει τα μικρά και τα μεγάλα, τα ταπεινά και τα σπουδαία, τα υψηλά και τα γελοία, όλα όσα φέρει καθένας από εμάς. ην αναντικατάστατη μοναδικότητα του βίου του.

Κύλιση στην κορυφή