Αχιλλέας Κυριακίδης, Το κερί του Καρτέσιου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2024.
Μέρα 1η
Πρώτη φορά γράφω κείμενο χωρίς να έχω διαβάσει ένα βιβλίο. Δεν εννοώ, όμως, πως δεν πρόκειται να διαβάσω το βιβλίο και πως απλά θα γράψω για αυτό (αν και στις μέρες μας αυτό μπορεί και να συμβαίνει). Εννοώ πως, παίζοντας κι εγώ ένα παιχνίδι, κι ακολουθώντας έναν από τους αφορισμούς του μεταφραστή και συγγραφέα Αχιλλέα Κυριακίδη – «όταν ο αναγνώστης δημιουργεί, ο συγγραφέας σωπαίνει» – επιθυμώ να γράψω αυτό το κείμενο κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής μου εμπειρίας, δηλαδή σε δόσεις και με αυτοσχεδιαστική διάθεση. Πρόκειται για μια συμβολική πράξη, θα έλεγα, για το πόσο σημαντικό είναι για τη μικρομυθοπλασία να διαβάζεται (και να απολαμβάνεται) όσο πιο αργά γίνεται. Ίσως όλο αυτό το παιχνίδι να βγάζει νόημα και σε σχέση με το πώς ορίζουμε τη μικρομυθοπλασία την σήμερον ημέραν και πώς αυτό το (υπο)είδος εξελίσσεται στη σύγχρονη εποχή, ένα (υπο)είδος σύντομης πεζογραφίας εν προόδω, όπως άλλωστε και αυτό το κείμενο, σωστά; Κι όπως αναφέρει η Liesl Jobson σε συνέντευξή της, «η συγγραφή μικρομυθοπλασίας συχνά κρύβει μέσα της μυστηριώδεις ποιότητες. Δουλεύει σε επίπεδα, αποκαλύπτεται σταδιακά». Γι’ αυτό επιθυμώ να προσεγγίσω την πρόσφατη συλλογή μικρο-ιστοριών του Κυριακίδη Το κερί του Καρτέσιου κρατώντας στο χέρι κι εγώ ένα κερί, ώστε να φωτίσω σταδιακά τη σύνθετη και πολυεπίπεδη ταυτότητα αυτού του ιδιαίτερου βιβλίου. Κι όπως το φως της αμφιβολίας του Καρτέσιου μας οδηγεί σιγά σιγά στη γνώση, έτσι κι εγώ, ως αναγνώστρια, ανακαλύπτω μέσα σε γλωσσικές σήραγγες όλα αυτά που έχει να μας προσφέρει και αυτή τη φορά το σύμπαν του «μετρ» της γραφής (και μετάφρασης). Όμως, για χάρη του παιχνιδιού, και με μια μικρή δόση χιούμορ, θα αποκαλέσω τον Κυριακίδη και «μετρονόμο» της γραφής, μιας και ο ρυθμός του κειμένου, της γλώσσας, είναι χτύπος έντονος και εδώ, όπως και σε προηγούμενα βιβλία του. Ήχος καρδιακός, κωμικοτραγικά υπαρξιακός. Εξάλλου πεζό χωρίς ρυθμό δεν υφίσταται. Κάτι κυριολεκτικά πεζό είναι, πρωτίστως, άψυχο.

Ήδη από την πρώτη μικρο-ιστορία της συλλογής, «Ο άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του», ο Κυριακίδης μας παροτρύνει να χάσουμε τον εαυτό μας, όπως και ο κεντρικός ήρωας – «Μην έχετε πολλή εμπιστοσύνη στους καθρέφτες, κοιτάξτε πάλι» (σελ. 13). Να χάσουμε τον εαυτό μας για να γράψουμε επιτέλους για τους άλλους, κρατώντας όμως στο χέρι πάντα ένα κερί κι ακολουθώντας τον λογοτεχνικό χτύπο του μετρονόμου (στην προκειμένη περίπτωση, μέσα από τη χρήση παρενθέσεων στην αφήγηση, στοιχείο που προσδίδει δραματικότητα). Ξεκινάμε δηλαδή από έναν ήρωα-συγγραφέα για να προχωρήσουμε σιγά σιγά σε ήρωες της διπλανής πόρτας, ήρωες (σχεδόν) αυτοβιογραφικούς, ήρωες αντλημένους από βιβλία, ταινίες, έργα τέχνης, ήρωες επινοημένους μα παράδοξα αληθινούς (και το αντίστροφο). Ο Κυριακίδης, δημιουργώντας και αυτή τη φορά μυθοπλαστικούς μα εξαιρετικά αληθοφανείς μικρόκοσμους, δίνει την εντύπωση πως έχει επιλέξει προσεκτικά όχι μόνο τις λέξεις και τις φράσεις της κάθε μικρο-ιστορίας, αλλά και τη σειρά των κειμένων στη συλλογή, μιας και ο τρόπος που διαδέχεται το ένα το άλλο, αλλά και οι τίτλοι (ο ίδιος στο παρελθόν, αν δεν κάνω λάθος, έχει δηλώσει τιτλολάγνος), δημιουργούν ένα παράλληλο επιπρόσθετο αφήγημα. «Ο αναγνώστης [πράγματι] δημιουργεί» την ώρα της παύσης, την ώρα της μετάβασης από σελίδα σε σελίδα, την ώρα που «ο συγγραφέας σωπαίνει». Ακόμη και οι προμετωπίδες και οι αφιερώσεις γεννούν επιπλέον ερμηνείες και συνδέσεις με άλλους/άλλες συγγραφείς και έργα. Νέοι δρόμοι δημιουργούνται, εκτός βιβλίου, καλώντας μας να τους εξερευνήσουμε. Η σπαρακτική στα δικά μου μάτια «Κάθοδος» διαδέχεται με μια δόση ειρωνείας τις «Γονυκλισίες» κι είναι ίσως ένα από τα πιο δυνατά και από τα πιο σύντομα κείμενα της συλλογής (όταν φτάσω στο τέλος της ανάγνωσης, θα έχω καλύτερη εικόνα). Από την εκκλησία στις «Γονυκλισίες», λοιπόν, και την «βουή της θολωτής σιωπής» (σελ. 17), μεταφερόμαστε σε έναν ανάποδο Γολγοθά, ακολουθώντας τον άνθρωπο που «φορτώθηκε την ηλικία του και πήρε τον κατήφορο» (σελ. 21). Όλα φαίνεται να επιτρέπονται στη γραφή του Κυριακίδη, πάντοτε με προσοχή σχεδιασμένα, ο πεζογράφος γράφει όπως θα έγραφε ποίηση αλλά ενίοτε με την αμεσότητα του κινηματογράφου.
Επεξεργάζομαι όλες αυτές τις πρώτες εντυπώσεις όπως επεξεργάζεται κανείς μια μυστηριώδη ταινία μικρού μήκους, ή ένα μελαγχολικό μουσικό κομμάτι που άφησε κάπου στο σώμα ένα σημάδι. Κυρίως, σκέφτομαι τις συμπτώσεις των τελευταίων ημερών. Πρόσφατα έφυγε από τη ζωή ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, μοναδικός συγγραφέας της τέχνης του μικρού. Ο Κυριακίδης έχει κι αυτός εκείνη την ποιότητα της λιτότητας και ακρίβειας στη γραφή του, σκέφτομαι, εκείνο το πλάσιμο της γλώσσας χωρίς υπερβολές (αλλά και με υπερβολές ταυτόχρονα, στην περίπτωσή του). Γράφει με έναν δικό του τρόπο, μέσα από τις δικές του, ασφαλώς, επιρροές. Σκέφτομαι, επίσης, πως σήμερα τρεις μύγες πνίγηκαν στο μπρίκι με το γάλα – αλήθεια λέω, σχεδόν η μία μετά την άλλη – κι αναρωτιέμαι, και ρωτώ: αν έπρεπε να διαλέξει κανείς, σε μια τόσο συμπυκνωμένη λογοτεχνική φόρμα, να γράψει για κάτι, για μια τέτοια φαινομενικά αμελητέα σύμπτωση, θα έγραφε για τη μύγα ή το γάλα; Ο Κυριακίδης τι θα έκανε; (μπορεί αν θέλει να μου απαντήσει, ώστε αυτό το παιχνίδι καταγραφής της αναγνωστικής μου εμπειρίας να γίνει ακόμη πιο διαδραστικό, ποιος ξέρει, οι ουλιπιανοί μπορεί και να το ενέκριναν).
Βρίσκομαι αισίως στη σελίδα 23. Διαβάζω τον τίτλο «Σταντάλ» και νιώθω ήδη ένα δέος για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Έχοντας μελετήσει το σύνδρομο Σταντάλ στη λογοτεχνία στο παρελθόν, εύχομαι πραγματικά να είχα στα χέρια μου αυτό το κείμενο τότε. Η λογοτεχνική απεικόνιση αυτού του απερίγραπτου και σύνθετου συναισθήματος που βιώνει ο χαρακτήρας στο τέλος του κειμένου παρατηρώντας τον πίνακα, το έργο τέχνης, είναι μία από τις πιο έντονες στιγμές του βιβλίου (μέχρι στιγμής), «μια τρίσβαθη έκσταση» που φέρνει και ήρωα και αναγνώστη «στον προθάλαμο μιας αναίμακτης αυτοθυσίας» (σελ. 27). Κι εκεί που νιώθω ως αναγνώστρια του συγγραφικού κόσμου του Κυριακίδη πως σε αυτή τη μικρο-ιστορία βγήκα εκτός τροχιάς (με την καλή έννοια), πως δαιμονίστηκα ελαφρώς σε μια διαδικασία γοητευτικά επώδυνη, έρχεται το επόμενο κείμενο να με προσγειώσει σε έναν διαφορετικό ρυθμό αυτήν τη φορά, τον «ρυθμό του κόσμου», μέσα από τον στίχο του Γεωργίου Βιζυηνού. Δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω αμήχανα διαβάζοντας την προμετωπίδα: «Έγραφε ποίηση· γι’ αυτό τρελάθηκε», Ρόι Άντερσον, Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο. Παραδόξως, έχοντας αφήσει για λίγο την πεζογραφία, φλερτάρω με την ποίηση, και μένω και στον δεύτερο όροφο, και δεν ξέρω αν αυτό που νιώθω αυτήν ακριβώς τη στιγμή είναι τελικά τρέλα ή αναγνωστική έξαρση…
❧
Μέρα 2η
Προσγειώθηκα απότομα. «Είμαι κι εγώ ένα σονέτο που ’χει χάσει το μέτρο του» (σελ. 33). Μια ακόμη άγκυρα (ή σκοτεινό πηγάδι) του βιβλίου είναι γεγονός. Back to reality, θα μπορούσαμε να πούμε, κι ας ακούγεται επιδερμικό. Βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα (τον εγκλεισμό του Βιζυηνού στο ψυχιατρείο και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του), «Ο ρυθμός του κόσμου» μας μεταφέρει για ακόμη μια φορά στη βαθιά ανθρώπινη πτυχή της γραφής του Κυριακίδη. Κι αν και η επόμενη ιστορία, η «Ιζαντόρα», μοιάζει πιο παιγνιώδης και ανάλαφρη (με μια ροή ως επί το πλείστον χωρίς τελείες), παραμένει κι αυτή μια ιστορία τραγική, βασισμένη στον τρόπο θανάτου της Ιζαντόρα Ντάνκαν (οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου δεν καθοδηγούν απλά τον αναγνώστη και την αναγνώστρια αλλά ενίοτε τον/την προσκαλούν να ξαναδιαβάσει την ιστορία και να τη βιώσει και αλλιώς, μετά από αυτή τη νέα γνώση). Δεν είναι τυχαίο το ότι για να ξεφύγουμε, ίσως, από αυτή την παράδοξη τραγικότητα (νιώθω πως δεν ξεφεύγουμε ποτέ εν τέλει), μεταφερόμαστε στα «Αεροδρόμια», μια ιστορία με άμεσες και έμμεσες αναφορές σε ταινίες, γραμμένη και αυτή σε δόσεις, με έντονες στιγμές που μεγεθύνουν τη λεπτομέρεια και πλάθουν ποιητικά τη γλώσσα, με μικρές γλωσσικές εκπλήξεις μέσα από περιγραφές όπως «εκεί που ένας αεικίνητος ανεμιστήρας στο ταβάνι μετράει την υγρασία του χρόνου», ή «τα συναισθήματα τρεμούλιαζαν στο πρώτο αεράκι όπως τα ντεκόρ» (σελ. 43). Στιγμές που μου θύμισαν φράσεις από τα πεζά ποιήματα ή ποιητικά πεζά (proêmes) του Francis Ponge, όπου το αντικείμενο, το άψυχο στοιχείο, αποκτά πρωτότυπες λογοτεχνικές διαστάσεις. Γλώσσα που κινείται σαν κατάρα αλλά και αερικό. Άγκυρες αλλά και αερόστατα οι μικρο-ιστορίες του Κυριακίδη.
Κάπου εδώ αρχίζω να βιώνω την εμπειρία της ανάγνωσης πιο οργανικά, χωρίς να νιώθω την ανάγκη να διαχωρίζω τις μικρές αυτές ιστορίες αλλά βλέποντάς τις ως θραύσματα της ίδιας πραγματικότητας, με διαφορετική μορφή κάθε φορά. Δηλαδή (σε πολύ ελεύθερη ανάγνωση) σαν ασκήσεις ύφους του Ρεϊμόν Κενώ, χωρίς να έχουμε να κάνουμε με μεταμορφώσεις του ίδιου θέματος εδώ αλλά με ποικίλες εκφάνσεις της κωμικοτραγικής μας ύπαρξης (σε χρόνους και τόπους του παρελθόντος αλλά και του παρόντος/μέλλοντος). Όσο προχωρά η ανάγνωση, συνειδητοποιώ πως θα μπορούσα κι εγώ να είμαι μια Ιζαντόρα ή μια αόρατη Ελένη, ή ακόμη κι εκείνος ο ανεμιστήρας στο αεροδρόμιο, κάνοντας κύκλους, ενίοτε ζικ ζακ, γύρω από τις ίδιες σκέψεις και προβληματισμούς, γύρω από τον εαυτό μου, τη γνώση, τον θάνατο.
Έχω ήδη βάλει να ακούσω το «Quia respexit – Omnes generationes» από το Magnificat BWV 243 του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, όπως άλλωστε μας προτρέπει ο Κυριακίδης στη σελ. 51 πριν διαβάσουμε τα «Χέρια», ένα κείμενο που αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα μικρομυθοπλασίας, αφού συνδυάζει το πολύ σύντομο πεζό με πειραματισμό στη μορφή (είναι γραμμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με ρήματα και τελείες, σε κοφτές ελλειπτικές προτάσεις και με μια δόση διαδραστικότητας, βλ. μουσικό κομμάτι του Μπαχ στην προμετωπίδα). Το ίδιο έχω να πω και για την ιστορία «Στρατιώτης», λίγες σελίδες αργότερα (ομολογώ πως άρχισα να μη διαβάζω το βιβλίο γραμμικά, αν και καταλαβαίνω απόλυτα τον λόγο της συγκεκριμένης σειράς εμφάνισης). Εκτιμώ τέτοιους πειραματισμούς, ειδικά όταν δένουν οργανικά με το περιεχόμενο και έχουν λόγο ύπαρξης. Αυτό άλλωστε είναι μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης μικρομυθοπλασίας, στην εποχή της συντομίας και της τεχνολογίας (μόνο να διαβάσει κανείς το «Collective Nouns for Humans in the Wild» της Kathy Fish, ή το «Notes During Long Phone Conversation with Mother» της Lydia Davis, θα καταλάβει τι εννοώ).
Μια πολυπρισματική αναγνωστική εμπειρία μέχρι στιγμής, ένας συγγραφέας-στρατιώτης, με πειθαρχία εκεί που χρειάζεται, κρατώντας τις ισορροπίες, με μια ανεξάντλητη διάθεση για παιχνίδι που φέρνει στο μυαλό το κίνημα Ουλίπο αλλά και πιο σύγχρονες εκδοχές λογοτεχνικού πειραματισμού. Κι εκεί που μπαίνει και η θεωρία της λογοτεχνίας μέσα στην εξίσωση, με αναφορές σε ποιητές και στοχαστές όπως στον Ρόμπερτ Φροστ και τον Κρίστιαν Γκρέινβιλ (βλ. «Περί της εν πολλαίς αμαρτίαις»), ο στίχος του Φροστ «And miles to go before I sleep» (σελ. 69) με καλεί να σταματήσω για σήμερα την ανάγνωση και να σκεφτώ όλα όσα διάβασα μέχρι στιγμής. Nα τα βιώσω να διαστέλλονται στο μυαλό μου, κάποια από αυτά να μεγεθύνονται και άλλα να αποσυντίθενται, μέχρι το επόμενο βράδυ ανάγνωσης (διαβάζω πλέον μόνο βράδυ, πώς αλλιώς να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο με τέτοιο τίτλο).
❧
Μέρα 3η (μπορεί και η τελευταία, οι μικρές δόσεις ανάγνωσης έγιναν μεγάλες, το βιβλίο με έχει κερδίσει)
Η γραφή του Κυριακίδη συνδυάζει χαρακτηριστικά της παράδοσης της νεοελληνικής διηγηματογραφίας με στοιχεία από την παγκόσμια τέχνη και λογοτεχνία. Αυτό όμως που με γοήτευε ανέκαθεν ήταν ο τρόπος που βλέπει τον κόσμο ως συγγραφέας, με το πόδι στο παρελθόν αλλά και με το βλέμμα στο μέλλον. Δεν είναι συχνό ένας δημιουργός να καταφέρνει να ανανεώνεται λογοτεχνικά με αυτόν τον τρόπο, να μην προσκολλάται δηλαδή σε έναν συγκεκριμένο τρόπο γραφής που να εκπέμπει ή να εκφράζει μια συγκεκριμένη εποχή ή μια ομάδα ανθρώπων, αλλά να δέχεται τα εμβόλιμα σήματα μιας πραγματικότητας και μιας γραφής που είναι ζωντανή και μεταλλάσσεται στον χρόνο. Να τολμά, επίσης, να ρισκάρει και να τσαλακωθεί, σε όποια φάση της ζωής ή της γραφής του κι αν βρίσκεται, και να μη φοβάται να παρασυρθεί σε συγγραφικές εμμονές ή να επαναληφθεί. Έχω την εντύπωση πως η πραγματική μας ενηλικίωση έρχεται γράφοντας και πως ταυτόχρονα «ενηλικιώνεται» και η γραφή μας, όχι μόνο λόγω ωριμότητας αλλά και λόγω διεύρυνσης του οπτικού μας πεδίου, του τρόπου που βλέπουμε, βιώνουμε και επεξεργαζόμαστε τα τόσο αντιθετικά στοιχεία της ζωής. Και σ’ αυτό το συγγραφικό ταξίδι, νιώθω πως ο Κυριακίδης αφουγκράζεται κι επεξεργάζεται τα πάντα, χωρίς παρωπίδες. Για μία συγγραφέα της γενιάς μου, αυτό φαντάζει υπέροχο και ανακουφιστικό. Ξέρω, παρεκτρέπομαι, αλλά το κείμενο που διαβάζω τώρα έχει τίτλο «Μobilis in mobile», οπότε όλο αυτό ίσως και να δικαιολογείται. Δεν είναι δύσκολο άλλωστε να χαθεί κανείς μέσα σε ένα βιβλίο, όπως χάνει κανείς το πλοίο. Το γράφει εξάλλου και στη σελ. 78: «να ’χουμε τον νου μας και ν’ ακούσουμε την μπουρού, ώστε να προλάβουμε την επιβίβαση στο νησί και να συνεχίσουμε την κρουαζιέρα μας και σε άλλα πλοία» (και άλλες ιστορίες, φυσικά).
❧
Μέρα 4η
Με παρέσυρε το πλοίο της πραγματικής ζωής. Δεν κατάφερα να προχωρήσω με την ανάγνωση του βιβλίου όσο θα ήθελα. Πέρασαν κάποιες μέρες. Χάθηκα μέσα στο κεφάλι μου, στη ρουτίνα, σε κάτι έκτακτα θέματα υγείας. Χαμογελώ, όμως, βλέποντας τον τίτλο της πρώτης μικρο-ιστορίας που διαβάζω για σήμερα, «Σε καμία κίνηση». Μπορεί να μην υπήρξε, λοιπόν, καμία αναγνωστική κίνηση για ένα διάστημα αλλά συνειδητοποιώ πως η κίνηση ήταν μάλλον συνεχής, το βιβλίο διαβαζόταν ακόμη στο μυαλό μου. Έχω αρχίσει να νιώθω πως Το κερί του Καρτέσιου μου κλείνει συνεχώς το μάτι (εν τω μεταξύ, το γράφει και στο οπισθόφυλλο, «28 μικροδιηγήματα […] χωρίς να κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα, κλείνουν το μάτι στην πραγματικότητα»). Με διασκεδάζει το περίεργο και σκοτεινό σκάκι που παίζουν οι δύο σαμουράι στο πρώτο κείμενο της ημέρας (της νύχτας, συγγνώμη), και με συγκινεί το πολύ σύντομο «Το μέλλον» με τη μαυρόασπρη μα ολοζώντανη φωτογραφία δίπλα του (μία μόνο φωτογραφία εμπεριέχει το βιβλίο, έτσι όπως το φυλλομέτρησα τώρα στα γρήγορα, μία και μοναδική και ίσως την πιο ουσιαστική). Κείμενο και φωτογραφία μαζί αποτυπώνουν πιστά «αυτό το βλέμμα [που] θα γίνω όταν μεγαλώσω» (σελ. 87) (όταν σταματήσω να είμαι παιδί; ή όταν γεράσω;). Οι μικρο-ιστορίες που ακολουθούν διαβάζονται απνευστί (αν και δεν τα πάω καλά με τη λέξη «απνευστί», το έχω πει πολλές φορές, με πνίγει). Αποφασίζω, όμως, να διαβάσω το υπόλοιπο του βιβλίου χωρίς παύσεις, χωρίς σημειώσεις και χωρίς να γράφω γι’ αυτό αποσπασματικά. Νιώθω πως το παιχνίδι ήταν ωραίο όσο διήρκησε και ίσως έδειξε ή είπε κάποια πράγματα που μπορεί να έχουν σημασία (μπορεί και καμία απολύτως, έτσι είναι η ζωή). Όσο προχωρώ με την ανάγνωση τόσο λιγότερη επιθυμία έχω να γράψω για το βιβλίο, κάτι σαν αυτό που παθαίνουμε με τις φωτογραφίες. Ποτέ δεν φωτογραφίζουμε αυτά που βιώνουμε πραγματικά, ξεχνούμε να τα φωτογραφίσουμε, τα ζούμε στο έπακρο.
Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή που, ακολουθώντας το κερί του Καρτέσιου (και του Κυριακίδη), θα μπω ως αναγνώστρια σε στενότερες και ίσως βαθύτερες σήραγγες. Και πώς αλλιώς να ξεκινήσει αυτή η τελευταία διαδρομή αν όχι με το μικροδιήγημα «Πόλις» και την πρόταση «Νύχτα τη νύχτα, όνειρο το όνειρο, έχτισε την πόλη του» (σελ. 91)…
❧
Μέρα 5η
«Εκκεντρώνομαι για να βρω το κέντρο μου: το κωμικοτραγικό νόημα της ζωής (μου)» (σελ. 95). «Μπορεί να λιώνω μα είμαι πάντα εγώ» (σελ. 96).
Ο Κυριακίδης γράφει λέξεις που ριζώνουν, που αποτυπώνονται στο μυαλό του αναγνώστη, της αναγνώστριας, και κυρίως στο μυαλό των ανθρώπων που ασχολούνται με την τέχνη της γραφής. «Αυτά ήταν γραμμένα σ’ ένα χιλιοτσαλακωμένο χαρτί που έδειχνε στους οδηγούς στα φανάρια, αλλά κανείς δεν προλάβαινε να διαβάσει» (σελ. 110).
Έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωση νιώθω πως Το κερί του Καρτέσιου δεν απευθύνεται μόνο σε αναγνώστες αλλά και σε δημιουργούς με την ευρύτερη έννοια. Είναι και αυτό μια παράλληλη πτυχή του. Τα μικρά πεζά του βιβλίου διαβάζονται σε πολλά επίπεδα, ακόμη και το πρώτο επίπεδο, το προφανές, είναι αρκετό για να προσφέρει αναγνωστική απόλαυση. Είναι ένα βιβλίο που ενεργοποιεί την σκέψη, που ξυπνά συναισθήματα, κι ας μην μπορούμε πάντα να αναγνωρίσουμε τις αναφορές του. Ένα βιβλίο που παίζει με επαναλήψεις-λυγμούς λέξεων (βλ. «Ναυάγιο» και «Φινάλε αυτοβιογραφίας με spoiler»), επαναλήψεις που θυμίζουν ποιήματα όπως το «I Fear» του Ρέιμοντ Κάρβερ, λέξεις που γράφονται και διαβάζονται ανοίγοντας τρύπες στο σώμα και στο χώμα. Στο βιβλίο συναντά κανείς ακόμη και found poetry (βλ. «Φραντς Σούμπερτ, Σονάτα για πιάνο αρ. 21 D 960»). Το συγκεκριμένο κείμενο, μια σύνθεση στίχων Ελλήνων και ξένων ποιητών για τα γηρατειά, είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά δείγματα found poetry που έχω διαβάσει.
Και για να ολοκληρώσω αυτό το εγχείρημα το ίδιο παιχνιδιάρικα όπως το ξεκίνησα, μέχρι και το ονοματεπώνυμο του πατέρα μου συνάντησα στη σελ. 147. Εκεί να δείτε παράλληλη ανάγνωση που ξεκίνησε να οργιάζει στο μυαλό μου! Και σίγουρα, όπως γράφει σε έναν τίτλο του ο Κυριακίδης, δεν είναι αυτός «τρόπος να κλείσεις το μυθιστόρημα Πέμπτη», αλλά σήμερα είναι Τρίτη, και Το κερί του Καρτέσιου δεν είναι μυθιστόρημα, και στον συναρπαστικό, απρόβλεπτο και πυκνό κόσμο του Κυριακίδη όλα επιτρέπονται, είπαμε. Όπως το να περιγράψει κάποιος μια αναγνωστική εμπειρία σε δόσεις, για παράδειγμα. Ή να εγκαταλείψει στη μέση ένα παιχνίδι.
Αν πέτυχε το πείραμα, πέτυχε.
Αν απέτυχε, ευτυχώς η λογοτεχνία, σε αντίθεση με την πραγματική ζωή, μας επιτρέπει πιο εύκολα να ξεκινάμε από την αρχή (ή το τέλος)…

