Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Κώστας Αγγελάκος

Αναζητώντας ελκυστικούς δρόμους για τις ανθρωπιστικές σπουδές στο σύγχρονο σχολείο

Α΄ Αντί προλόγου

 Τις τελευταίες δεκαετίες είναι εμφανής η υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών στο διεθνές περιβάλλον. Δυστυχώς στη χώρα μας η υποχώρηση αυτή συνειδητοποιείται με μεγάλη καθυστέρηση ενώ σε μερικούς ακαδημαϊκούς, «πνευματικούς» και θεσμικούς κύκλους διατηρείται η στάση επανάπαυσης στις δάφνες του παρελθόντος με τον αφόρητα στομφώδη λόγο για τη διαχρονική αξία των ανθρωπιστικών σπουδών! Το σημαντικότερο, δεν επιχειρείται μια πολυπαραγοντική ερμηνεία του φαινομένου της υποχώρησης των σπουδών αυτών ώστε να κατανοηθεί κυρίως η συστημική διάστασή του. Αντίθετα καταγράφονται μονομερείς ή απλοϊκές ερμηνείες, οι οποίες ή επαναφέρουν το γνωστό ερμηνευτικό σχήμα της κρίσης αξιών ή μεταθέτουν εύκολα τις ευθύνες σε επιμέρους θεσμούς και υποκείμενα θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο καθίσταται ευκολότερη η κατάθεση προτάσεων για την αντιστροφή της κατάστασης.

 Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο προσανατολισμός και το ιδεολογικό πλαίσιο των σύγχρονων οικονομιών της αγοράς δεν βασίζεται μόνο στην επιδίωξη του κέρδους με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, αλλά κυρίως επιδιώκεται η καλλιέργεια ή η επιβολή μιας ανάλογης κουλτούρας σε θεσμούς και υποκείμενα που υλοποιούν αυτούς τους οικονομικούς στόχους. Αυτό σημαίνει ότι από τους πολιτικούς θεσμούς και τα πολιτικά πρόσωπα, τα πρόσωπα και τις δομές των ποικίλων επιχειρήσεων ακόμα και σε θεσμούς και πρόσωπα στο ακαδημαϊκό και εκπαιδευτικό περιβάλλον μεταφέρεται ή επιβάλλεται μια κουλτούρα επιδόσεων, στόχων, «δεικτών επιτυχίας» που προτάσσει και επιβραβεύει την οικονομική επιτυχία ή την αποκόμιση ποσοτικού οφέλους χωρίς βαθύτερη σκέψη και στοχασμό για το αξιακό πλαίσιο αυτών των στόχων ή χωρίς ηθικό ενδοιασμό για τις συνέπειες σε άτομα, κοινωνικές ομάδες, χώρες ή τον πλανήτη.

 Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η έρευνα χρηματοδοτείται και ενισχύεται μόνο αν αποφέρει απτά, άμεσα και υψηλά οικονομικά οφέλη σε συγκεκριμένους τομείς, η διδασκαλία και η μάθηση εργαλειοποιούνται με αποτέλεσμα το ακαδημαϊκό και εκπαιδευτικό περιβάλλον, παρά τις διακηρύξεις για κριτική προσέγγιση της γνώσης και δημιουργικότητα, να μετατρέπεται σταδιακά, με όχημα κυρίως τις ψηφιακές τεχνολογίες, σε πεδίο άνθησης και εφαρμογής μονότροπων χρησιμοθηρικών γνώσεων και δεξιοτήτων, οι οποίες είναι αναλώσιμες και γι’ αυτό διαρκώς ανανεώσιμες. Στο περιβάλλον αυτό του διεθνούς χώρου των αγορών, καταρχάς, οι ανθρωπιστικές σπουδές αντιμετωπίζονται, τουλάχιστον, ως μη χρήσιμες, ενώ για να ενταχθούν στοιχειωδώς στα σύγχρονα κριτήρια της ωφελιμότητας και να χρηματοδοτηθούν θα πρέπει ή να εργαλειοποιηθούν και να αποϊδεολογικοποιηθούν απεκδυόμενες την επιστημονική και αξιακή τους ταυτότητα ή να συμβιβαστούν με την επιλογή της προώθησης και αναπαραγωγής των κυρίαρχων οικονομικών και ιδεολογικών αντιλήψεων.

Άρα ο προβληματισμός και η αναζήτηση πρακτικών προτάσεων που θα καταστήσουν ελκυστικές τις ανθρωπιστικές σπουδές είναι ανάγκη να λάβει υπόψη του την παραπάνω πραγματικότητα, να μην τρέφει αυταπάτες για μεταστροφή της πορείας χωρίς σύνδεση αυτής της προοπτικής με μια πολιτική και αξιακή αλλαγή που θα θεμελιώνεται στις αρχές της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου, ενισχυμένες από αξιόπιστους οικουμενικούς θεσμούς.

Β΄ Τι υποδηλώνει το αίτημα για ελκυστικές οι ανθρωπιστικές σπουδές;

Είναι βέβαιο ότι το αίτημα για ελκυστικότητα των ανθρωπιστικών σπουδών δεν γίνεται αντιληπτό με τον ίδιο τρόπο, αλλά υπάρχουν διαφορετικές θεωρήσεις που αντιτίθενται ή αλληλοσυμπληρώνονται. Η πρώτη αναδυόμενη θεώρηση συνδέεται με την έννοια της εμπορικότητας και της επαγγελματικής επιτυχίας. Τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία και η απαίτηση οι ανθρωπιστικές σπουδές να έχουν πολύ μεγαλύτερο οικονομικό αντίκτυπο σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες είτε στο επίπεδο της δημιουργίας νέων καταναλωτικών αγαθών (εκδοτικών, ψυχαγωγικών κ.τ.λ.) είτε, το σημαντικότερο, να παρέχουν αντίστοιχα σε όσους τις σπουδάζουν πολλαπλές και ουσιαστικές δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης και εξέλιξης. Η θεώρηση αυτή συνδέεται και συνομιλεί με την οπτική ριζικής ανανέωσης και προσαρμογής των ανθρωπιστικών σπουδών στα δεδομένα και τις συνθήκες της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομικής και τεχνολογικής πραγματικότητας, οι οποίες με τις εξελίξεις στην ψηφιακότητα και την τεχνητή νοημοσύνη προδιαγράφουν ένα μέλλον εντελώς διαφορετικό και στο επίπεδο καταμερισμού της εργασίας και στον τρόπο προσέγγισης της γνώσης. Παράλληλα, οι δύο παραπάνω θεωρήσεις προϋποθέτουν και επιβάλλουν θεμελιώδεις αλλαγές και καινοτομίες τόσο στη δομή και λειτουργία των εκπαιδευτικών συστημάτων όσο, το κυριότερο, στη μελέτη και προσέγγιση των ανθρωπιστικών σπουδών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

 Εννοείται πως αυτοί οι δρόμοι της ελκυστικότητας γεννούν αντιθέσεις και προκαλούν προβληματισμό επειδή εμπεριέχουν δυσκολίες, εμπόδια και πιθανόν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες ατραπούς. Η πρώτη ανησυχία συνήθως συνδέεται με τον εγκλωβισμό των ανθρωπιστικών σπουδών στη λογική της απόλυτης χρησιμοθηρίας. Ό,τι ζητείται από την αγορά και ό,τι επιβραβεύεται εμπορικά θα προτάσσεται, θα ενισχύεται ερευνητικά αφειδώς και θα διδάσκεται κατά προτεραιότητα όπως καταγράφεται σε πλήθος ακαδημαϊκών τμημάτων ή ερευνητικών τομέων, κυρίως σε αμερικανικά ή βρετανικά πανεπιστήμια σήμερα. Η ανησυχία αυτή συνοδεύεται από τον κίνδυνο κυριαρχίας μιας μονότροπης μεταμοντέρνας οπτικής στην ανανέωση των ανθρωπιστικών σπουδών, η οποία θα προτάσσει και θα αξιολογεί τα πάντα με κριτήρια πολιτικής ορθότητας. Οι παραπάνω προβληματισμοί είναι πιθανόν να συμπληρωθούν με κατεστημένες συντηρητικές αντιλήψεις στην προσέγγιση των ανθρωπιστικών σπουδών, οι οποίες, ενώ θεωρητικά αποδέχονται την ανάγκη ανανέωσής τους, στην ουσία ενδιαφέρονται για έναν «καλλωπισμό», ο οποίος θα διαιωνίζει θέσεις και προσεγγίσεις που αναπαράγουν τον μύθο της επιστροφής στο «ειδυλλιακό» παρελθόν των σπουδών αυτών, αλλά και στην αξιοποίησή τους ως ιδεολογικού όπλου των πολιτικών δυνάμεων που επαναφέρουν στο προσκήνιο μορφές ακραίου πολιτικού λόγου εμπλουτισμένου με εθνικιστικά και ρατσιστικά στερεότυπα.

Γ΄ Ελκυστικές ανθρωπιστικές σπουδές σε απωθητικό εκπαιδευτικό πλαίσιο;

 Τονίσαμε ήδη στην εισαγωγή ότι η ελκυστικότητα των ανθρωπιστικών σπουδών συνυφαίνεται με την «ελκυστικότητα» στην πολιτική και κοινωνική λειτουργία. Πολύ περισσότερο αυτή η ελκυστικότητα προϋποθέτει ανάλογη λειτουργία της εκπαίδευσης. Δεν θα αναφερθούμε τόσο στον χώρο της Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, διότι αυτό απαιτεί την αφιέρωση ειδικής ανάλυσης. Είναι αποδεκτό πλέον ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές και σ’ αυτόν τον χώρο χρειάζονται δομικό εκσυγχρονισμό τόσο στα προγράμματα σπουδών όσο και στις μεθόδους διδασκαλίας. Τα βήματα που πραγματοποιούνται στο ελληνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον είναι περιορισμένα και με αργούς ρυθμούς και εντοπίζονται κυρίως σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Η συζήτηση και οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί για τις ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες σε συγκεκριμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα (ΕΑΠ, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Πανεπιστήμιο Κρήτης κ.τ.λ.) δείχνουν έναν ενδιαφέροντα σύγχρονο προσανατολισμό, ενώ αυξάνονται και οι εκδόσεις αντίστοιχου προσανατολισμού[1].

 Ο κύριος χώρος στον οποίο χρειάζεται να μεταβληθεί άρδην η σχέση με τις ανθρωπιστικές σπουδές στη χώρα μας είναι ο χώρος των δύο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, όπου η επαφή των νεότερων γενεών με τις σπουδές αυτές εξελίσσεται επί χρόνια σε σχέση αποφυγής, άρνησης και τελικά πλήρους απομάκρυνσης. Είναι χαρακτηριστική η δραματική συρρίκνωση του αριθμού των μαθητών που επιλέγουν πλέον τη θεωρητική κατεύθυνση, η ορατή υποβάθμιση του γνωστικού επιπέδου αυτών ως υποψηφίων στις πανελλήνιες εξετάσεις και η αυξανόμενη αποφυγή προτίμησης εισαγωγής σε ένα ευρύ φάσμα σχολών ανθρωπιστικών σπουδών, όχι μόνο της περιφέρειας και όχι αποκλειστικά για λόγους επαγγελματικούς αποκατάστασης, αλλά και ως απόρροια της προβληματικής σχέσης με τις επιστήμες αυτές στο σημερινό εκπαιδευτικό περιβάλλον.

Αντιλαμβανόμαστε, ήδη , ότι για να πυροδοτηθεί το ενδιαφέρον των σημερινών νέων για τις ανθρωπιστικές σπουδές, πέραν των ειδικών προτάσεων για τη διδασκαλία τους, απαιτείται η δομική αναδιάρθρωση και η πλήρης αλλαγή προσανατολισμού του σημερινού σχολείου. Το σημερινό σχολείου, όπως εύστοχα περιγράφει ο Massimo Recalcati, «Δεν ανασαίνει, δεν έχει πια αξία, χωλαίνει, είναι μίζερο, περιθωριοποιημένο, οι δομές του καταρρέουν, οι δάσκαλοί του είναι ταπεινωμένοι, απογοητευμένοι, παραδομένοι στη χλεύη, οι μαθητές του δε μελετούν, είναι αφηρημένοι ή βίαιοι έχοντας εξασφαλίσει την κάλυψη από τις οικογένειές τους, ιδιότροποι και βωμολόχοι. Η ευγενής καταγωγή του εξέπεσε αμετάκλητα. Αποκαρδιωμένο, ταλαίπωρο και θλιμμένο, δίχως αναγνώριση, γεμάτο ενοχές, απαξιωμένο από τους κυβερνώντες, οι οποίοι περιέκοψαν με κυνισμό τους πόρους χρηματοδότησής του, καθώς δεν πιστεύουν πλέον στη σημασία της κουλτούρας και της μορφωτικής συγκρότησης που οφείλει να υπερασπίζεται και να μεταδίδει. Είναι ήδη νεκρό; Ζει; Μήπως επιζεί; Χρησιμεύει ακόμη σε κάτι ή πρόκειται να αποτελέσει το κατάλοιπο ενός χρόνου που έχει ήδη παρέλθει; Έτσι αμήχανο απεικονίζεται το Σχολείο μας.»[2]

 Ένα τέτοιο αμήχανο σχολείο, με όλες τις επιμέρους ή ατομικές εξαιρέσεις, δεν καθιστά ελκυστικό κανένα πεδίο γνώσης, πόσο μάλλον τη γνώση που συνδέεται με τις ανθρωπιστικές επιστήμες. Όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Massimo Recalcati, ο λόγος σε αυτό το σχολικό περιβάλλον χάνει τη βαρύτητά του, καταντάει ήχος χωρίς νόημα. Υπό αυτή την έννοια, συνεχίζει, η κρίση του Σχολείου συμπίπτει με μια βαθύτερη κρίση του λόγου στην κοινωνία και τους θεσμούς της. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται χωρίς μέτρο και όριο, απογυμνωμένες από τον ηθικό δεσμό που τις ενώνει με τις συνέπειές τους. Υπό αυτή την έννοια και το Σχολείο-Νάρκισσος, όπως το ονομάζει, έχει χάσει τον σύνδεσμο που ενώνει τον λόγο με την ουσιαστική ζωή. Κατεξοχήν πλήττονται από αυτήν την κρίση του λόγου οι ανθρωπιστικές σπουδές, οι οποίες θεραπεύουν ποικιλοτρόπως τον λόγο και τις ηθικές συνέπειές του για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.

Δ΄ Ρεαλισμός ή ουτοπία η ελκυστικότητα των ανθρωπιστικών σπουδών;

Φυσικά κανείς δεν μπορεί να παραμείνει απαθής απέναντι σ’ αυτή την εκπαιδευτική πραγματικότητα και μοιρολατρικά να αποδεχθεί τη συνεχή υποβάθμιση των γνώσεων και των ιδεών των ανθρωπιστικών σπουδών. Απαιτείται όμως ένα σύνθετο σχέδιο πολιτικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και ατομικών πρωτοβουλιών ώστε να καταστεί εφικτή η αντιστροφή της κατάστασης. Το πρώτο και σημαντικότερο: η ριζική αλλαγή των μαθησιακών στόχων στο σημερινό εκπαιδευτικό περιβάλλον. Έχει σημασία μια ανοιχτή επιστημονική συζήτηση στην εκπαίδευση και την κοινωνία για τις γνώσεις και τις αξίες που είναι σημαντικές για τον σημερινό νέο πολίτη του 21ου αιώνα.[3] Επίσης έχει ιδιαίτερη σημασία να αναθεωρηθεί η έννοια της γενικής παιδείας και να συζητηθεί πώς και γιατί οι ανθρωπιστικές σπουδές θα εξακολουθήσουν να αποτελούν, όχι αξιωματικά αλλά ποιοτικά, θεμελιώδες στοιχείο της γενικής παιδείας. Σήμερα η γενική παιδεία έχει διαφοροποιηθεί. Διακρίνεται από πλουραλισμό και ισορροπία ανάμεσα στις διαχρονικές και στις σύγχρονες επιστημονικές και πνευματικές εξελίξεις, ώστε να δίνει σε κάθε άτομο τη δυνατότητα για μια πραγματική ανάπτυξη, καινούργιες τάσεις τη διατρέχουν ανάλογα με τις διαφορετικές κοινωνικές περιστάσεις και τις διαφορές των ατόμων, των ομάδων, των κοινωνιών. Αυτό σημαίνει ότι δεν νοείται γενική παιδεία σήμερα χωρίς θεμελιώδη διεπιστημονική προσέγγιση των θετικών, κοινωνικών, ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά και πολύπλευρη καλλιέργεια των τεχνών στο σύγχρονο σχολείο.

 Δεύτερο εξίσου σημαντικό βήμα είναι η αλλαγή του μαθησιακού κλίματος στο σχολείο. Αυτό απαιτεί, πέρα από τη βελτίωση των υποδομών και των μέσων διδασκαλίας, ριζική αλλαγή του τρόπου μάθησης και του τρόπου προσέγγισης της γνώσης με βάση και τα σύγχρονα ερευνητικά συμπεράσματα των νευροεπιστημών, τα οποία αγνοούν οι περισσότεροι που ασχολούνται με τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και των εφήβων[4]. Πιο συγκριμένα, από την ενίσχυση της βιωματικής μάθησης και της ομαδοσυνεργατικότητας έως την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας χρειάζεται κυρίως η σύνδεση της σχολικής γνώσης κατεξοχήν στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών με την καθημερινή ζωή και τον άνθρωπο ως ύπαρξη σε μια εποχή ταχύτητας και ανησυχίας για το μέλλον. Τα παραπάνω, φυσικά, απαιτούν έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο διαμόρφωσης και οργάνωσης του σχολικού χώρου και χρόνου, καθώς και ένα πρόγραμμα σπουδών το οποίο θα οικοδομείται ισότιμα πάνω σε τέσσερις πλευρές της ανθρώπινης ζωής: α. άθληση-φροντίδα και αγάπη για το σώμα β. κριτική γνώση (ανθρωπιστική, κοινωνική, θετική, ψηφιακή κ.τ.λ.), γ. έρευνα και κοινωνική δράση δ. έκφραση μέσω της τέχνης-αισθητική.

 Μεταφερόμενοι τώρα σε πιο ειδικές προτάσεις θα προτάξουμε την πλήρη αλλαγή του εξεταστικού συστήματος για την Ανώτατη Εκπαίδευση. Δεν μπορεί η εκπαίδευση να παραμένει δέσμια ενός συστήματος «δεσμών», δηλαδή στείρας αναπαραγωγής και διαμερισματοποίησης των γνώσεων με την παρωχημένη επίκληση του αδιάβλητου των εξετάσεων! Είναι θέμα ύψιστης προτεραιότητας να υπάρξει ένα ανοιχτό σύστημα, χωρίς τον αυταρχικό εγκλωβισμό σε επιστημονικά πεδία ο οποίος πλήττει κυρίως τις ανθρωπιστικές σπουδές. Δεν νοείται σήμερα υποψήφιος σε σχολές ανθρωπιστικών σπουδών χωρίς θεμελιώδεις γνώσεις σε θετικές, οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες και στις νέες τεχνολογίες ούτε υποψήφιος των θετικών σπουδών χωρίς θεμελιώδεις γνώσεις γλωσσικού, λογοτεχνικού, ιστορικού, φιλοσοφικού και ψηφιακού γραμματισμού. Ο απόφοιτος ενός πολυκλαδικού αυτοδύναμου Λυκείου με ανάλογα γνωστικά εφόδια θα μπορεί να επιλέξει πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις σπουδών. Αυτή η αλλαγή, βέβαια, προϋποθέτει ανάλογη διεπιστημονική διεύρυνση και των προγραμμάτων σπουδών των τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών στα Πανεπιστήμια και βεβαίως ενίσχυση αντίστοιχων ερευνητικών προγραμμάτων και δημιουργία ερευνητικών ή άλλων πολιτιστικών φορέων και οργανισμών σε περιφερειακό επίπεδο για την αξιοποίηση των αντίστοιχων επιστημόνων. Γενικά η χρηματοδότηση της έρευνας στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών θα είναι η ύψιστη απόδειξη και του ενδιαφέροντος της Πολιτείας αλλά και των υγιών επιχειρηματικών φορέων όχι μόνο για το μέλλον των σπουδών αυτών, αλλά παράλληλα για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον.

 Οι ειδικότερες προτάσεις στον χώρο της εκπαίδευσης μπορεί να περιλαμβάνουν μεταξύ πολλών άλλων:

α. νέα προγράμματα σπουδών στα ανθρωπιστικά μαθήματα, με νέες θεματικές που δεν θα αποτελούν «βελτιωμένη εκδοχή» των υπαρχόντων! Θα είναι «ανοιχτά» ώστε να επιτρέπουν τη δημιουργική παρέμβαση της σχολικής μονάδας και του εκπαιδευτικού, αλλά και θα ωθούν στη δημιουργία και αξιοποίηση ποικίλου και πολύμορφου διδακτικού υλικού, το οποίο θα βασίζεται σε κατευθυντήριους επιστημονικούς και παιδαγωγικούς άξονες αλλά θα επιλέγεται και θα διαμορφώνεται ελεύθερα από τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τη σχολική μονάδα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

β. νέους τρόπους αξιολόγησης του μαθητή στα ανθρωπιστικά μαθήματα και σε επίπεδο σχολείου και σε επίπεδο εξετάσεων, οι οποίοι πρέπει να είναι πολλοί και εναλλακτικοί ώστε να απεγκλωβιστούμε από την παθητική απομνημόνευση της σχολικής ύλης-των βιβλίων, που αξιολογείται μέσω γραπτών και μόνο εξετάσεων. Αυτό σημαίνει διαμόρφωση ενός πλαισίου αξιολόγησης όπου θα λαμβάνεται υπόψη η συνολική πορεία του μαθητή στο σχολικό περιβάλλον –μαθήματα, δράσεις, ταλέντο, ενδιαφέροντα κ.τ.λ.– και η αποτίμησή της τόσο από τους διδάσκοντες και από την τάξη όσο και από εξωγενείς πνευματικούς και πολιτιστικούς φορείς. Ενδεικτικά αναφέρουμε την ένταξη των σχολικών εορτών σε ένα επίπεδο διακαλλιτεχνικής δημιουργικότητας των μαθητών και της τάξης με την αξιοποίηση υλικού από τα ανθρωπιστικά μαθήματα και τις τέχνες. Εξίσου ενδιαφέρουσα και ελκυστική θεωρείται η ένταξη των ποικίλων διαγωνισμών ή προγραμμάτων μορφωτικού, καλλιτεχνικού και κοινωνικού περιεχομένου στο σχολικό πρόγραμμα ώστε να λειτουργούν ως πεδίο έκφρασης, δημιουργίας, συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ των μαθητών παιδικής και εφηβικής ηλικίας.

γ. θεσμοθετημένη και χρηματοδοτούμενη σύνδεση της σχολικής ζωής με την ευρύτερη πνευματική, καλλιτεχνική και ερευνητική δραστηριότητα στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Προγραμματισμένη διοργάνωση συνεδρίων, εκδηλώσεων, διαλέξεων, παρουσίαση βιβλίων κ.τ.λ. Πρόσκληση καλλιτεχνικών φορέων, οργανισμών, συγγραφέων κ.τ.λ. για θεατρικές παραστάσεις, εργαστήρια θεάτρου ή δημιουργικής γραφής στις σχολικές μονάδες. Οργανική ένταξη στον χρόνο διδασκαλίας και μάθησης των ποικίλων επισκέψεων-δράσεων σε βιβλιοπωλεία και εκθέσεις βιβλίου, σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, σε τόπους μνήμης, σε χώρους μουσικών και άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων….

δ. ουσιαστική αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και των ψηφιακών εργαλείων στη διδασκαλία και στη λειτουργία του σχολείου ώστε όλες οι παραπάνω πρωτοβουλίες και δραστηριότητες να συνεπικουρούνται από σύγχρονα τεχνολογικά μέσα. Πιο συγκεκριμένα, να αξιοποιείται συστηματικά στη διδασκαλία η ψηφιακή επαφή με τον ελληνικό και διεθνή εκδοτικό χώρο για ενημέρωση σχετικά με τις νέες εκδόσεις, για παρουσίαση και μελέτη των λογοτεχνικών και άλλων επιστημονικών περιοδικών, για συνομιλία στο μάθημα με επιστήμονες και πνευματικούς δημιουργούς, για ψηφιακές ξεναγήσεις, για ανταλλαγή πολιτιστικών και άλλων εμπειριών με σχολεία της χώρας και του εξωτερικού, για εμπέδωση των γνώσεων μέσα από το ψηφιακό παιχνίδι κ.τ.λ. Ακόμα και τα κοινωνικά δίκτυα με τις διαφορετικές εκδοχές τους μπορούν να αξιοποιηθούν κριτικά στην έκφραση, στην προβολή και την ανάδειξη των εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών προτάσεων, πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων των σχολείων.

 Ε΄ Αντί ενός πεσιμιστικού επιλόγου

 Κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης δικαιολογημένα θα αντιμετώπιζε με σκεπτικισμό τις παραπάνω προτάσεις γνωρίζοντας την ελληνική πραγματικότητα. Όχι τόσο στον χώρο της εκπαίδευσης, όπου πολλές από τις παραπάνω πρωτοβουλίες αναλαμβάνονται από δημιουργικούς εκπαιδευτικούς, αλλά κυρίως εκφράζοντας τη δυσπιστία του για το πεδίο της πολιτικής και θεσμικής υλοποίησης ανάλογων προτάσεων. Κι αυτό γιατί είναι ορατό, εδώ και χρόνια, ότι οι πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες, ιδιαίτερα στον χώρο της εκπαίδευσης, έχουν άλλες προτεραιότητες και ελάχιστα προβληματίζονται ή κινητοποιούνται για το μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών.

 Μοναδικό αντίδοτο σε αυτή την πολιτική και θεσμική αναισθησία αλλά και στην ωφελιμιστική οπτική των αγορών είναι η προσωπική μας ευαισθησία ως πηγή ατομικής αντίστασης. Ως επιστήμονες, ως εκπαιδευτικοί, ως γονείς, ως πολίτες με την προσωπική μας καλλιέργεια, τη μελέτη, τον διάλογο, το ήθος, τον σεβασμό στον άλλο και στον πολιτισμό μπορούμε να αναδειχθούμε οι καλύτεροι πρεσβευτές της σημασίας των ανθρωπιστικών σπουδών για τον σημερινό άνθρωπο. Παραφράζοντας τη ρήση του Massimo Recalcati, μπορούμε, με βάση την παραπάνω στάση μας, να απευθυνθούμε στους νέους με τους οποίους είμαστε σε καθημερινή επαφή και να τους βεβαιώσουμε ότι «αν τα πάντα σάς σπρώχνουν σήμερα προς την απουσία του κόσμου, προς την ατομικιστική απόσυρση, προς την καλλιέργεια απομονωμένων κόσμων (τεχνολογικών, εικονικών, συμπτωματικών), οι ανθρωπιστικές σπουδές παραμένουν αυτό που διαφυλάσσει τον άνθρωπο, τη συνάντηση, τις σχέσεις, την ανταλλαγή, τη φιλία, τις πνευματικές ανακαλύψεις, τον έρωτα».

⸙⸙⸙

[Ο Κώστας Αγγελάκος είναι καθηγητής Παιδαγωγικής στο Τμήμα Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου και διευθυντής σύνταξης του περιοδικού Νέα Παιδεία.]


[1] Ενδεικτικά αναφέρουμε το βιβλίο των Τιτ. Δημητρούλια, Διον. Γούτσου και Γεωρ. Φραγκάκη, Εισαγωγή στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Ένας πρακτικός οδηγός, Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 2023.

[2] Στην Εισαγωγή του εξαιρετικού βιβλίου του Massimo Recalcati Η ώρα του μαθήματος. Για την ερωτική διάσταση της διδασκαλίας, μτφρ. Α. Πλεύρη –Γ. Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2020.

[3] Βλ. τον πολύ ενδιαφέροντα διάλογο των Μ. Φερό – Φ. Ζαμέ, Ποιες γνώσεις και ποιες αξίες να μεταδώσουμε στα παιδιά μας;, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002.

[4] Βλ. ανάμεσα στα πολλά άρθρα και βιβλία για τις Νευροεπιστήμες, το βιβλίο του F. Mora Νευροεκπαίδευση. Μαθαίνουμε μόνο ό,τι αγαπάμε, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2021.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή