Κώστας Ταχτσής

Ανέκδοτες σελίδες από το Φοβερό βήμα

Τριάντα τρία χρόνια από τη δολοφονία του Κώστα Ταχτσή, ο δημιουργός του Τρίτου στεφανιού εξακολουθεί να παραμένει μια ζωντανή συγγραφική παρουσία, όχι τόσο με τα κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητα σε αφηγηματικό σφρίγος έργα του που δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του, όσο με τα βιβλία του που είχαν εκδοθεί ενόσω ζούσε. Πρώτο στη σειρά της μεταθανάτιας, όπως ήδη έχει σχηματιστεί, παρακαταθήκης του, ήταν το Φοβερό βήμα που εκδόθηκε έναν ακριβώς χρόνο μετά από τη δολοφονία του. Συνθεμένο κατά το ήμισυ με τη μορφή μιας αυτοβιογραφικής μαρτυρίας, αλλά με τρόπο που να λογαριάζεται και ως μυθιστορηματική μετάπλαση ενός αυτομαστιγωτικά εξομολογούμενου δημιουργού, και κατά το ήμισυ με λογής ημερολογιακά σχεδόν ντοκουμενταρισμένες καταγραφές, το Φοβερό βήμα συνιστά ένα πολύτροπο σημείο αναφοράς για έναν δημιουργό που θεωρούσε άρρηκτα συνδεδεμένη τη ζωή του με το έργο του. Οι σελίδες που ακολουθούν, ανέκδοτες ως τα σήμερα, συνιστούν μια από τις τρεις ή και τέσσερις γραφές ορισμένων σελίδων του Φοβερού βήματος.

Θ.Θ.Ν.

Ένα πρωί ήρθε ο θείος Γιάννης βιαστικός στο σπίτι κι είπε στη γιαγιά «Μαμάκα, βάλτε μου στο βαλιτσάκι τα ξυριστικά μου και καμιά αλλαξιά». Είχε γίνει κάποιο κίνημα κι έφευγε για τη Μακεδονία να παρουσιαστεί στη μονάδα του. Αλλ’ ύστερ’ από λίγες μέρες γύρισε, τσακώθηκε άγρια με τον θείο Μίμη και δεν ερχόταν πια στο σπίτι παρά στη χάση και στη φέξη. Η γιαγιά έτρωγε και βούρκωναν τα μάτια της. Η θεία Εκάβη πάντως ήταν ευχαριστημένη που υπήρχε τώρα στο σπίτι ένα στόμα λιγότερο.

Το Θέατρο του Λαού ήταν σχεδόν πλάι μας. Όλο εκείνο το καλοκαίρι πήγαινα συχνά με τη θεία, μια φορά μάλιστα μου ’δωσε η γιαγιά ένα δεκάρικο και πήγα μόνος μου. Ο Κυριακός έκανε ένα νούμερο και κορόιδευε την Ελλάδα. «Βρε τι μυστήριο που είν’ η Ελλάδα, δάνεια κλείνει, φράγκο δε δίνει». Το ρεφραίν ήταν «Βρε πώς τη δουλεύουν εντάξει στην Ελλάδα κάθε μηχανή, όλοι οι παλαβοί να είν’ απ’ έξω κι όλοι οι γνωστικοί μέσ’ στο Δαφνί». Δε μου διέφυγε το μήνυμα. Είχα γεννηθεί σε μια φτωχή κι ανέντιμη χώρα. Αλλά κι ότι όλοι οι παλαβοί ήταν απ’ έξω ήταν κι αυτό σωστό. Δεν είχες παρά να δεις τον θείο Μίμη να γουρλώνει τα μάτια του. Όλοι οι μεγάλοι εξ άλλου μου φαινόντουσαν λιγάκι παλαβοί.

Η Βέμπο μου δημιουργούσε άλλο πρόβλημα. Έγερνε στα σανίδια της σκηνής και τραγουδούσε «Σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ο μόνος που μου έμαθες εσύ, τ’ είν’ αγάπη τ’ είναι πόνος…» που το τραγουδούσα μαϊμουδίζοντάς την, αλλά με κάποιο αίσθημα ενοχής. Γιατί απευθυνόταν σ’ άντρα, αλλά τι να ’κανα; Δε μπορούσα να πω «γιατ’ είσ’ η μόνη», δεν ομοιοκαταληκτούσε με τη λέξη «πόνος». Έλεγα λοιπόν κι εγώ μαζί της σ’ αυτόν τον άγνωστο αρσενικό να μ’ αφήσει να τον κοιτάζω μέσ’ στα μάτια και να με φιλήσει γλυκά στα χείλη… Η θεία Εκάβη με ξαναγύριζε όμως στην πραγματικότητα τραγουδώντας μια παρωδία ενός άλλου τραγουδιού της Βέμπο το «Θα γυρίσεις ξανά στην παλιά μας φωλιά» – «ένα ράφτη φτηνό σε κανένα στενό θα ζητήσεις, λόγια μάτσο θα πεις και χωρίς να ντραπείς θα τον πείσεις, κι αν πειστεί καμιά φορά, τη γλιτώνεις φουκαρά και η τσέπη θα ξανάρθει αριστερά» – κάτι που ήξερα κι εγώ εκ πείρας αφού ο θείος Μίμης γύριζε πάντα τα κοστούμια του, κι όταν παλιώνανε πολύ τα ’παιρνε ο θείος Γιάννης και τα ξαναγύριζε. Έπεφτα σε μελαγχολικές σκέψεις. Σε μια τέτοια οικογένεια φτωχών και τρελών κατ’ εικόνα και ομοίωση της Ελλάδας, πώς διάβολο θα γινόμουν πλούσιος να ταξιδεύω πάντα πρώτη θέση; Σα να μην έφταναν όλ’ αυτά, ο νοικοκύρης στον οποίο χρωστούσαμε τέσσερα νοίκια, απείλησε να μας κάνει έξωση. Μαζέψαμε τα τσουμπλέκια μας κατά την έκφραση της γιαγιάς, φύγαμε σαν κλέφτες και σταμάτησα να κάνω πιάνο. Τον πρώτο μήνα μ’ έστελναν στον φούρνο και φορτωνόμουνα δυο καρβέλια ψωμί των δύο οκάδων, ένα απ’ τη μια μασχάλη, ένα από την άλλη. Όταν ο φούρναρης μας ξανάκοψε την πίστωση απέφευγα να περάσω απ’ αυτή τη γειτονιά, ντρεπόμουνα να μη με δει και ζητήσει το χρέος.

Το καινούριο σπίτι ήταν στην οδό Μενεδήμου, κάτω απ’ τον σταθμό Πελοποννήσου, μέσα σε μια ιδιόρρυθμη πολυκατοικία. Υπήρχαν δύο κτήρια. Έμπαινες σ’ έναν διάδρομο απ’ την καγκελόπορτα του μπροστινού. Από δω κι από κει υπήρχαν δωμάτια για εργένηδες, κι έφτανες σε μια αυλή απ’ όπου δύο σκάλες οδηγούσαν στους επάνω ορόφους. Εμείς μέναμε στον επάνω όροφο του πίσω κτηρίου. Κάτω από μας έμενε μια φτωχιά οικογένεια μ’ ένα τσούρμο από παιδιά. Σε σύγκριση μ’ αυτούς, είμασταν πλούσιοι. Η ζωή ήταν ωραία. Τα τρένα σφύριζαν μέρα νύχτα. Άκουγες το σφύριγμα της αναχώρησης, το τσαφ-τσουφ της μηχανής, ύστερα άλλο σφύριγμα που ερχόταν από μακριά. Σ’ αυτή τη γειτονιά, γύρω απ’ την Παλαμηδίου και Λένορμαν, η γιαγιά είχε άλλα ξαδέρφια, τη θεία Κατίνα, τη θεία Ευαγγελία και τη θεία Νότα τη Σιδέρη. Ο θείος Σιδέρης ήταν, όνομα και πράμα, σιδεράς. Το σπίτι τους, στο πίσω μέρος του σιδεράδικου, ήταν βουτηγμένο στη σκουριά και τη μουτζούρα, κι απ’ τη βεράντα τους ξεκινούσε ένας ιδιωτικός δρομάκος με παραγκοδωμάτια απ’ τις δύο μεριές που τα νοίκιαζαν σε πολύ φτωχές οικογένειες κι εργένηδες, κι όλοι τους είχαν ένα αποχωρητήριο, έπαιρναν νερό ή πλενόντουσαν σε μια κοινή εξωτερική βρύση. Μ’ άρεσε να πηγαίνουμε να καθόμαστε με τη θεία Νότα τ’ απογεύματα. Μ’ ένα από τ’ αγόρια της, τον Βασίλη, είχαμε σχεδόν την ίδια ηλικία –η κόρη της, η Μηλιά, ήταν «μεγάλη», δώδεκα δεκατρίω χρονώ. Με τον Βασίλη και το παιδομάνι των παραγκοδωματίων φχαριστιόμουνα παιχνίδι.

Τις απόκριες ο θείος Σιδέρης κρέμασε στο μαγαζί γιαπωνέζικα φανάρια, γιρλάντες, σερπαντίνες, σκέπασε τους πάγκους και το αμόνι με χρωματιστό χαρτί γκλασέ για ν’ ακουμπήσει τους μεζέδες και το σιδεράδικο μεταμορφώθηκε ως δια μαγείας σ’ αίθουσα χορού. Τρώγαμε, πετούσαμε ο ένας στον άλλο κερένια αυγά με κονφετί και χορεύαμε τραγουδώντας το «Λεϊ – μωρέ λεϊμονάκι μυρωδάτο» και το «Μηλίτσα που ’σαι στο γκρεμό τα μήλα φορτωμένη, τα μήλα σου λιμπίστηκα μα τον γκρεμό φοβούμαι», και τα μάγουλα της Μηλιάς κοκκίνιζαν σα μήλα.

Εκείνη τη χρονιά η μάνα μου ερχόταν συχνά στην Αθήνα, αλλά δεν έμενε στο σπίτι, έμενε στο «Κοσμοπολίτ» με τον λεγάμενο. Το Πάσχα έφερε μαζί της και την αδερφή μου. Μας αγόρασε ρούχα και βγάλαμε οι τρεις μας μια φωτογραφία. Η αδερφή μου κοιτάζει τον φακό λίγο φοβισμένα ως ανέκφραστα. Εγώ είμαι η εικόνα της γλυκιάς μελαγχολίας. Δεν τα πήγαινα καθόλου καλά στο σχολείο. Η κυρία Νίτσα με θεωρούσε αλήτη. Η επιστάτισσα μ’ είχε δει να μπαίνω στα αποχωρητήρια των κοριτσιών, με μαρτύρησε, κι η κυρία Νίτσα μου ’δωσε από πέντε ξυλιές με τον χάρακα σε κάθε παλάμη. Το ’πα στη μάνα μου –χωρίς ν’ αναφέρω βέβαια λέξη για τ’ αποχωρητήρια των κοριτσιών. Κι ένα πρωί ήρθε μαζί μου στο σχολείο. Δεν ξέρω τι είπαν, αλλά στη μέση της τρίτης ώρας η κυρία Νίτσα με φώναξε να πάω στην έδρα και μου ’δωσε το ποτήρι της να πάω έξω να της το γεμίσω, κάτι που ήταν ένδειξη μεγάλης εύνοιας αφού ήταν ένα θέλημα που συνήθως έκανε ο Ποζέλης. Αισθάνθηκα πολύ περήφανος που είχα μάνα ικανή να εξημερώσει αυτή τη στρίγγλα. Αλλ’ η περίοδος της εύνοιας δεν κράτησε πολύ. Η προκατάληψή της εναντίον μου φάνηκε όταν λίγο πριν τελειώσουν τα μαθήματα, βγάλαμε μια αναμνηστική φωτογραφία. Παρ’ όλο που ήμουνα πολύ κοντός, μ’ έβαλε σχεδόν στην τελευταία γραμμή. Κι όταν ο φωτογράφος είπε «Ακίνητοι!» εγώ, στην προσπάθειά μου να φαίνομαι περισσότερο, κουνήθηκα και δε χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να με βρει ανάμεσα στους συμμαθητές μου, είμαι ο μόνος που βγήκε φλου. Η θεία Εκάβη δε μου ’δινε ποτέ για χαρτζιλίκι παραπάνω από ένα πενηνταράκι. Όταν της ζήτησα δέκα δραχμές για τη φωτογραφία γκρίνιαξε. Ένα έκτο μεροκάματου για μια φωτογραφία. Μα μου τις έδωσε κι η φωτογραφία υπάρχει ακόμα για ν’ αποδεικνύει σ’ όποιον είναι δύσπιστος των λόγων μου το αληθές.

Αλλ’ ακόμα μεγαλύτερη απόδειξη πως η κυρία Νίτσα δε με χώνευε ήταν το ενδεικτικό. Όταν το πήρα στα χέρια μου και το διάβασα, κοκκίνισα από ντροπή. Δεν έφτανε που μου ’χε βάλει εννιά, μου ’χε βάλει και διαγωγή κοσμία –ό,τι χειρότερο μπορούσε να βάλει σ’ ένα μαθητή. Κοντοστεκόμουνα σ’ όλο το δρόμο, κοίταζα το εννιάρι και το κοσμία κι η απελπισία μου ήταν απερίγραπτη. Πώς θα το ’δειχνα στο σπίτι; Σκέφτηκα να ξύσω λίγο το εννιάρι να το κάνω μηδέν, να βάλω μπροστά κι ένα μπαστούνι να γίνει δέκα, αλλ’ ήταν γραμμένο κι ολογράφως όπως άλλωστε και το κοσμία, κι αυτά δεν ήταν εύκολο να τα πλαστογραφήσω. Τότε πρόσεξα για πρώτη φορά και τη φράση «πατρός ορφανός». Α, τι άτυχος που ήμουνα! Να μη με χωνεύει η δασκάλα μου, να μην έχω πατέρα, κι αν πίστευε κανείς τη γιαγιά πως η μάνα μου ήταν σκύλα, ήταν Μήδεια που δεν έδινε δεκάρα για τα έρμα τα παιδιά της, να μην έχω ούτε μάνα! Έφτασα στο σπίτι ράκος. Έκαναν άραγε κανένα σχόλιο για το εννιάρι και το κοσμία πίσω από την πλάτη μου; Μπροστά μου πάντως δεν είπε κανείς. Ίσως κατάλαβαν πόσο άσχημα αισθανόμουνα. Κι η θεία Εκάβη, σαν για να με παρηγορήσει, με πήγε το ίδιο βράδυ στο σινεμά. Κατ’ ευτυχή όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων σύμπτωση, έπαιζε το «Μονάχη στη ζωή» με τη Σίρλεϋ Τεμπλ. Όταν σκοτώθηκαν οι γονείς της κι έμεινε ορφανή, ξέσπασα σε γοερούς λυγμούς, γύριζε ο κόσμος και μας κοίταζε, μερικοί φώναζαν σσσ!!!, μα δε μπορούσα να σταματήσω. Το κλάμα όμως αυτό μου έκανε καλό. Όταν τέλειωσε το έργο και βγήκαμε στον δρόμο ένιωθα ξαλαφρωμένος. Δεν ήμουνα μόνο εγώ ορφανός. Εδώ κοτζάμ Σίρλεϋ Τεμπλ κι ήταν σε πολύ χειρότερη μοίρα από μένα.

[Από το αρχείο του Θανάση Θ. Νιάρχου.]

Κύλιση στην κορυφή