Βαρβάρα Ρούσσου

Από τα θεωρητικά σχήματα στο βίωμα: το «συλλογικό» και το έμφυλο ως επίμονες (;) ποιητικές τάσεις

1. Παρά την αμφισβήτηση της έννοιας «γενιά», κριτικοί και φιλόλογοι τη χρησιμοποιούμε συχνά με την εύλογη δικαιολογία «χάριν συνεννόησης». Συζητήσεις και προτάσεις για τη γενιά έχουν ξεκινήσει να γίνονται από πολύ παλιά και ενδεικτικά αναφέρω μερικές πρόσφατες τοποθετήσεις για τη λογοτεχνική γενιά της Δημητρούλια (2017) και του Ματθιόπουλου (2019) γενικά για την έννοια της γενιάς στην ιστορική εννοιολόγησή της.

Ωστόσο, οι γενεαλογήσεις και η επιμονή ένταξης σε οργανωμένες τάσεις είναι περιοριστικές: λειτουργούν ως οργανωτικά σχήματα που διασταυρώνουν κείμενα και πρόσωπα μετατρέποντας ετερογενείς διαδρομές σε ένα ενιαίο υποκείμενο εμπειρίας. Το ίδιο το πεδίο ως υπάρχουσα δομή εντός της οποίας παράγεται ο ποιητικός λόγος, ενοποιείται και η ιστορικότητά του κρυσταλλώνεται ως παγιωμένη χρονική, και ενιαία για όλες/ους τις/τους δημιουργούς, δομή. Ο χαρακτηρισμός «εκπρόσωποι» ενισχύει την αίσθηση ενός ενιαίου, κοινού υποβάθρου (ποιητικού ή βιωματικού), από το οποίο υποτίθεται ότι αντλούν όλοι εξίσου. Από τις ενστάσεις αυτές δεν εξαιρούνται ούτε νεότερες προτάσεις γενεαλόγησης, όπως Millennials/Gen Z που, καθώς μεταφέρονται άκριτα από αγγλοαμερικανικά συμφραζόμενα, γίνονται περισσότερο προβληματικές.

Η «γενιά» και οι γενεαλογικές ταξινομήσεις, επειδή δεν αποτελούν ένα ουδέτερο περιγραφικό εργαλείο αλλά μια κληρονομημένη τεχνολογία ορατότητας, επιχειρούν συχνά να καλύψουν ρωγμές σε ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων που επηρεάζουν την ποιητική παραγωγή. Ένα τέτοιο σημείο κάλυψης αφορά στο φύλο: συνεχίζονται οι προηγούμενες ανδροκεντρικές γενεαλογήσεις, δηλαδή οι τρόποι με τους οποίους η λογοτεχνική ιστορία και η κριτική κατασκεύαζαν «σειρές» δημιουργών με κέντρο τον άντρα-πρότυπο και τους θεσμούς που τον νομιμοποιούν. Η εστίαση στα πρόσωπα οδηγεί, ιδίως στις παλαιότερες γενεαλογήσεις, ενίοτε και σήμερα, σε αναγορεύσεις τύπου «γενάρχη», αποκαλύπτοντας την πατρογραμμική γλώσσα της «γενιάς» ως προς τη συνέχεια και κληρονομιά: δάσκαλοι/μαθητές, «πατέρες» των ρευμάτων, «κληρονόμοι» και «διάδοχοι». Επειδή η κατασκευή της γενιάς δημιουργεί πλαίσιο, όχι μόνο θέτοντας χρονικά και αισθητικά όρια αλλά ονομάζοντας («γενιά του Χ», «οι νέοι/ες», «του ’70», «της μεταπολίτευσης» «της κρίσης» κ.λπ.), ενεργοποιεί ένα ήδη δοκιμασμένο σχήμα κύρους που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί πάνω σε αντρικές φιλίες, αντρικά δίκτυα, αντρικές αφηγήσεις για τον πρωτοπόρο και τον γενάρχη και τα κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας έχουν ήδη μορφοποιηθεί πάνω σε αντρικές διαδρομές: τύποι δημόσιας παρουσίας, μορφές αυτομυθοποίησης, κοινωνικές πρακτικές δικτύωσης, πρόσβαση σε περιοδικά/εκδότες/κριτικούς. Καθώς αγνοείται το γεγονός ότι η εμπειρία της ιστορίας είναι έμφυλη και ενσώματη, η εστίαση στη γενιά καλύπτει τις διαθεματικές (intersectional) στρωματώσεις των υποκειμένων. Έτσι, γυναίκες και θηλυκότητες συμμετέχουν, όμως η ένταξη γίνεται συχνά με προβληματικούς όρους προσθήκης. Στον δομικό λόγο της γενεαλογίας από θεσμούς ιστορικά ανδροκρατούμενους (κριτική, πανεπιστήμιο, επιτροπές, ανθολογήσεις, βραβεία, περιοδικά), η πρακτική των αρχείων που συγκροτούν μεταφέρεται: ό,τι δεν δικτυώθηκε και δεν προωθήθηκε, γίνεται «σιωπή» ή «εξαίρεση». Και επειδή οι γυναίκες (και ευρύτερα οι μη-ηγεμονικές έμφυλες υποκειμενικότητες) έχουν ιστορικά πιο επισφαλείς σχέσεις με τη δημοσιότητα και τους θεσμούς, η γενεαλογική αφήγηση τις παραβλέπει στη δυνατότητα συμμετοχής και καταγραφής.

Η γενεαλογική κριτική γλώσσα εμφανίζεται επίσης ανεπαρκής: τα παραδοσιακά εργαλεία αναζητούν «κοινά χαρακτηριστικά ύφους» σε μια γενιά. Έτσι, αποτυγχάνουν να δουν πώς ορισμένα κείμενα επιτελούν το φύλο τους ή πώς αποδομούν την πατριαρχική γλώσσα. Για παράδειγμα, η χρήση της αποσπασματικότητας ή της «τραυματισμένης» σύνταξης σε σύγχρονες ποιήτριες δεν είναι απλώς ζήτημα στυλ μοντερνισμού ή μεταμοντέρνου, αλλά και μια έμφυλη πολιτική στάση απέναντι στον Λόγο.

Καθώς η γενεαλογική αφήγηση προϋποθέτει ένα «κοινό βίωμα» και ένα «κοινό ύφος» ως κριτήριο ένταξης, το φύλο απενεργοποιείται ως δευτερεύον ή ιδιωτικό σε σχέση με τα υποτιθέμενα καθολικά βιώματα της εποχής (πόλεμος, δικτατορία, κρίσεις αισθητικές ή πολιτικές). Όμως τα βιώματα δεν είναι ποτέ καθολικά με τον ίδιο τρόπο: είναι έμφυλα κατανεμημένα (στο σώμα, στην εργασία, στη σεξουαλικότητα, στην πρόσβαση στον δημόσιο χώρο, στην έκθεση στη βία). Η γενίκευση δίνει στα βιώματα ημερολογιακό χαρακτήρα και τα αποσυνδέει από τη συναστρία παραγόντων που τα ορίζει (τόπος, φύλο, τάξη, ηλικία κ.λπ.). Στη σύγχρονη ποίηση τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η διαβαθμισμένη/διαφορετική επίδραση ιστορικών γεγονότων όπως ο Δεκέμβρης του 2008 σε συνομήλικες/ους ποιήτριες/ές που συχνά εκλαμβάνεται ως απόλυτα κοινό υπόβαθρο.

Η σύνδεση της γενιάς με ιστορική τομή συχνά καταλήγει να της αποδίδει τον ρόλο της ίδιας της τομής, ενώ απλώς την ακολουθεί ή συμπίπτει με την ιστορική τομή, με ανάλογες εύλογες επιρροές. Η επιμονή σε ορισμένα χαρακτηριστικά που ενισχύουν το αφήγημα της ρήξης/τομής τα ανάγει σε γενικό κανόνα με συνέπεια για το φύλο: σε αυτή την εκ των υστέρων ομαδοποίηση, ό,τι φαίνεται να μη συνάδει με τα κύρια γνωρίσματα του αφηγήματος της «καινοτόμου ρήξης» (π.χ. η έμφυλη επιτελεστικότητα, το είδος του τραύματος, η οικιακότητα) απορρίπτεται ως δευτερεύον. Η «ρήξη» προτιμά να είναι «ιστορική/πολιτική» και σπάνια «έμφυλη/βιοπολιτική». Η γενιά μετατρέπεται έτσι από ελεύθερη δεσμεύσεων θεώρηση σε εργαλείο επιβολής τάξης. Η κριτική ουσιαστικά δεσμεύει την ποιητική παραγωγή προς μια συγκεκριμένη νοηματική ερμηνεία. Αν μια γενιά οριστεί ως «γενιά του Χ», τότε οποιαδήποτε ποιητική κίνηση αποκλίνει από αυτό το έτοιμο σχήμα ελαχιστοποιείται ως ελάσσων τάση.

Μπορούμε λοιπόν να επιμένουμε στη γενιά; Μήπως οι ομάδες, ασταθείς ή μόνιμες, έχουν περισσότερη σημασία;

Έχουν τελικά τόση σημασία οι όροι; Ναι, έχουν. Ας σκεφτούμε ότι δεν κάνουμε λόγο για ένα αντικείμενο που προϋπάρχει «έτοιμο», έχει σταθερή ουσία και όρια ανεξάρτητα από λόγους και θεσμούς, κι εμείς απλώς το περιγράφουμε περισσότερο ή λιγότερο «σωστά». Αυτή η (προ)ϋπόθεση κρύβει την ιστορικότητα και την εξουσιαστική διάσταση των όρων και ορίων. Οι κατηγορίες, οι ορισμοί, οι μέθοδοι, τα αρχεία και οι ειδικοί θα ήταν έτσι δευτερεύοντα εργαλεία καταγραφής και όχι συγκρότησης και το κρίσιμο ερώτημα θα ήταν «είναι αληθής η περιγραφή;». Όμως επειδή το αντικείμενο συγκροτείται μπροστά στα μάτια μας έχουν νόημα οι όροι για να διαφανεί πώς και από ποιους όρους έγινε αυτό το πράγμα αντικείμενο γνώσης, με ποια αποτελέσματα και ποιους αποκλεισμούς.

2. Θα έλεγα ότι είναι σκόπιμη η μετατόπιση από το μεγάλο πεδίο της ομογενοποιημένης γενιάς τόσο σε άτομα-δημιουργούς που κινούνται μεμονωμένα ή στην περιφέρεια κύκλων και τάσεων χωρίς να εντάσσονται σταθερά σε σχήμα ή τάση όσο και σε επιμέρους ομαδώσεις/συνομαδώσεις (Δημητρούλια 2017). Οι ίδιοι οι δημιουργοί, μάλιστα, συχνά αντιστέκονται στην ομαδοποίησή τους, επιμένοντας στην ιδιοφωνία και την ιδιοπροσωπία τους, ακόμη κι αν αναγνωρίζουν, και οφείλουν να αναγνωρίζουν, ότι μοιράζονται με συνομήλικους κάποια στοιχεία κοινού εμπειρικού πεδίου, ιδίως στο σύγχρονο ποιητικό πεδίο, το οποίο έχει περιγραφεί ως εξαιρετικά πολυμορφικό (Ζήρας 2009, Δημητρούλια 2017, ποίηση τώρα 2018, Τοπάλη 2020, Ρούσσου 2023), με τάσεις διασταυρούμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες. Οι συλλογικότητες χαρακτηρίζονται είτε από ρευστότητα/εναλλαγές και έχουν χαλαρές συνδέσεις είτε από σταθερότητα, ιδίως όταν συνασπίζονται γύρω από κοινές θέσεις ή/και ένα έντυπο που τις δηλώνει/εκφράζει ή συμπράττουν τόσο λόγω κοινών βιωμάτων και κοινών ταυτοτικών χαρακτηριστικών όσο και ταυτόχρονα λόγω θέσεων περί ποιητικού λόγου. Πρόκειται για ομάδες σε πλέγμα σχέσεων με αλληλοαναγνώριση, κοινές πρακτικές και ενίοτε κοινά οχήματα (πλατφόρμες, περιοδικά, DIY ζινάκια και διαδικτυακές ομάδες, εκδηλώσεις ίσως και κινηματική δράση) ή ποιητικές δράσεις (αναγνώσεις, συζητήσεις, εκδηλώσεις νέων μορφών ποίησης στον δημόσιο χώρο- slam poetry, spoken word κ.λπ). Δεν συγκροτούνται βάσει χρονολογικών συμπτώσεων (γέννηση, πρώτη δημοσίευση, ηλικιακοί περιορισμοί) ούτε βάσει απλών κειμενικών συγγενειών, και δεν προϋποθέτουν μία ενιαία ερμηνεία παρότι έχουν κοινές/όμοιες απόψεις για την ποίηση και τον ρόλο της. Εδώ, η συλλογικότητα δεν είναι ένας γενάρχης και οι ακόλουθοί του, αλλά ένα αλληλέγγυο δίκτυο θέσεων. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνική/πρακτική μεταβολή στη διακίνηση της ποίησης αλλά για πολιτική επιλογή, π.χ. όταν πρόκειται για συσπείρωση που προωθεί νέες ποιητικές φόρμες, ή για χώρο που ανοίγεται σε υποταγμένες/αποσιωπημένες από τις κυρίαρχες δομές/θεσμούς φωνές, ή αναζητείται η εναλλακτική λύση διακίνησης έργων εξαιτίας της στάσης εκδοτικών οίκων.

Ανάμεσα σε άλλες υπάρχουν συλλογικότητες με επίκεντρο της ποίησής τους τα φύλα και τις σεξουαλικότητες. Οι συλλογικότητες αυτές επιλέγουν μέσα όπως αυτά που προαναφέρθηκαν γιατί επιτρέπουν την ανοιχτότητα και το νέο/διαφορετικό ως άμεση αντίδραση στο παγιωμένο του έμφυλου δίπολου και στην ετεροκανονιστικότητα, στο μονοσήμαντο μιας ερμηνείας ανιστορικής, άφυλης και οικουμενικής.

Εφόσον λοιπόν η απάντηση περί ύπαρξης συλλογικοτήτων είναι καταφατική, το ερώτημα μετατοπίζεται: Παράγουν τάσεις που τις αναπτύσσουν συλλογικότητες; Με ποιες διαδικασίες; Αρκούν συλλογικότητες για να παραχθούν τάσεις; Και περαιτέρω μετατόπιση αφορά στον βαθμό επιδραστικότητας και στη δυναμική τους.

3. Όμως: η συλλογικότητα και το συλλογικό δεν ταυτίζονται. Το συλλογικό δεν απαιτεί τη φυσική συνύπαρξη των προσώπων, αλλά ανιχνεύεται ως κειμενική πρόθεση και ερμηνευτικό αποτέλεσμα: είναι προθεσιακό καθώς το υποκείμενο της γραφής χρησιμοποιεί το «εμείς», προβαίνοντας σε μια ρητορική τοποθέτηση. Επιλέγει δηλαδή να τοποθετηθεί εντός ενός φαντασιακού συνόλου (π.χ. «εμείς οι ποιητές», «εμείς οι πολίτες», «εμείς οι νέοι») που αφορά τη συγκρότηση μιας κοινότητας λόγου και τις συνάφειες ποιημάτων (κοινά μοτίβα, λεξιλόγιο, ύφος) δηλαδή την πρόθεση να ανήκει το έργο σε ένα ευρύτερο σύνολο, μιλώντας ως «εμείς». Είναι ρητορικό, δηλαδή συγκροτείται μέσα από ένα «εμείς» της εκφώνησης, δημιουργώντας μια φαντασιακή κοινότητα λόγου με φαντασιακές συγκλίσεις χωρίς να προϋποθέτει «πραγματικά» πρόσωπα, ακριβώς επειδή αποτελεί διάταξη νοημάτων (το ποιητικό/ρητορικό πεδίο). Είναι ερμηνευτικό, δηλαδή αφορά στην πρόσληψη όταν η κριτική/φιλολογία ομαδοποιεί ένα σώμα έργων σε «σύνολο», του αποδίδει συνοχή και ενδεχομένως το ονομάζει «τάση» στο πλαίσιο μιας γενιάς. Η συλλογικότητα δεν είναι απλώς μια ακαθόριστη θεωρητική έννοια, αλλά δράση σωμάτων, μια συνθήκη ως αποτέλεσμα της ενεργού σύνδεσης δρώντων υποκειμένων. Είναι το «μαζί» των προσώπων που προηγείται της γραφής ή τη συνοδεύει ως υλική υποστήριξη. Η σύγχρονη κριτική συχνά αποτυγχάνει γιατί αναζητά στο συλλογικό (την ομοιομορφία του ύφους) τη συλλογικότητα (η ετερογενής δράση των υποκειμένων).

Και πάλι, όμως, το ερώτημα είναι: στη βάση ποιων στοιχείων συγκροτείται το συλλογικό και ποιους/ες/α αφορά; Δηλαδή πόσο συλλογικό είναι το φαντασιακό συλλογικό του «εμείς»; Πόσο το «εμείς» ως έκφραση συλλογικού εκφράζει σύνολα και πόσο αποτελεί τάση;

4. Το συλλογικό στα ποιήματα εγκαθιδρύεται συχνά μέσω ενός ρητού «εμείς» που ομαδοποιεί υποκείμενα και εμπειρίες και συνδέεται είτε με ιστορικό παρελθόν είτε με κοινωνικό παρόν. Συνήθως πρόκειται είτε για αφήγημα συνοχής εξωτερικής κατασκευής είτε για ασαφή κειμενική μορφή χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Πόσο όμως συστηματικά εμφανίζεται και λειτουργεί ως οργανωτική αρχή του ποιήματος, ως επαναληπτική «κοινή φωνή», ως συμπεριληπτικό βίωμα ώστε να συστηθεί μια τάση του «εμείς»;

Επιπλέον, παραμένει το ερώτημα: πότε είναι θεμιτό να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός «τάση» και κυρίως πότε η τάση είναι ρήξη; Πώς αξιολογούνται στο σύγχρονο ποιητικό πεδίο ως τάση οι κάθε μορφής απόπειρες ποιητικής «αναβίωσης» που επιδιώκουν να λειτουργήσουν επανορθωτικά ή θεραπευτικά; Ή οι κάθε μορφής αναπλαισιώσεις/ αποκοπές και αποπλαισιώσεις ποιημάτων από ευρύτερο έργο που εκβιάζουν ολικευτικά αφηγήματα; Εντέλει, είναι τάση αυτές οι ρητές αναφορές στο «εμείς», μάλιστα όταν η «ταυτότητα» του κειμενικού «εμείς» αποτελεί πράξη ερμηνευτικού αποικισμού, ήτοι ερμηνευτικής εικασίας για το ασαφές «εμείς» που δημιουργός και κριτικός επενδύουν με τα δικά τους (θεωρητικά/ιδεολογικά) ζητούμενα;

Αν επιλέξω το άχαρο ποσοτικό κριτήριο προσδιορισμού τάσης (αριθμός ποιητικών συλλογών, ή ικανός αριθμός ποιημάτων μέσα σε συλλογές), μήπως η ποσότητα δεν σημαίνει απαραίτητα αισθητική ή πολιτική μετατόπιση αλλά «αδρανή τάση», δηλαδή ανακύκλωση παραδοσιακών μοτίβων. Παράδειγμα: η αυξημένη παρουσία ποιημάτων που αφορούν τον έρωτα δηλώνει τάση ή όχι;

Εύλογα λοιπόν δεν έχει πάντοτε η τάση ανανεωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά αυτονόητα ρήξη. Η ρήξη απαιτεί ειδικό βάρος. Αν ο έρωτας στη σύγχρονη παραγωγή δεν επαναπροσδιορίζει το έμφυλο υποκείμενο ή τη γλώσσα ή την ίδια αυτή τη θεματική, τότε είναι απλώς τάση στη θεματική στατιστική, όχι ποιητική ρήξη. Η ανάδειξη μιας τάσης με όρους συγκυρίας βάσει ποσοτικών δεδομένων ή θεματικών συμπτώσεων δεν συνιστά απαραίτητα μια δομική μεταβολή, δεν αναδιατάσσει δηλαδή τη σχέση της ποιητικής γραφής με τους κυρίαρχους λόγους. Ίσως, τελικά, η αναζήτηση τάσης με όρους κοινής μορφολογίας ή θεματικής ομοιογένειας να είναι μια μεθοδολογική ουτοπία που αναπαράγει τον αποκλεισμό.

5. Αφού προσέγγισα το πώς εννοώ το συλλογικό, το «εμείς» και την τάση, προχωρώ στη διάκριση του τίτλου: γιατί το έμφυλο διαχωρίζεται από το συλλογικό, εφόσον το φύλο ορίζεται ως διαρκής τρόπος οργάνωσης και νοηματοδότησης του ίδιου του κόσμου και των σχέσεων εξουσίας;

Ειπώθηκε ήδη ότι στο ποιητικό πεδίο συχνά το συλλογικό κατασκευάζεται, κληρονομείται και επανακατασκευάζεται από πολιτικές/ιδεολογικές γλώσσες και εντός του το φύλο εμφανίζεται συχνά ως δευτερεύον/ειδικό/περιφερειακό ή υπονοείται ή συχνά αγνοείται με την αιτία ότι «εξυπακούεται» ως ταυτότητα/ταυτοτικό στοιχείο. Έτσι, το έμφυλο αναδεικνύεται ως ρωγμή σε ό,τι ορίζεται ως συλλογικό «εμείς», αποκαλύπτοντας τη μερικότητά του, ιδίως όταν προβάλλεται ως καθολικότητα. Ο διαχωρισμός (συλλογικό-έμφυλο) δε συνιστά φιλολογική κατηγοριοποίηση: είναι σημείο έντασης, ρηγμάτωση λόγου απ’ όπου αναδύεται η έμφυλη δυναμική/μαχητική διάσταση. Αν το συλλογικό «εμείς» δεν μπορεί να αναδείξει την έμφυλη διαφοροποίηση (αν π.χ. σε μια «γενιά της κρίσης» θεωρείται πρωτεύουσα η έμφαση στην εργασιακή επισφάλεια αλλά δευτερεύουσα η γυναικεία εμπειρία της επισφάλειας), τότε το συλλογικό αυτό είναι ψευδεπίγραφο. Το έμφυλο λειτουργεί ως ο ελεγκτής της ειλικρίνειας κάθε συλλογικής επίκλησης.

Το «συλλογικό» λοιπόν δεν είναι εξ ορισμού έμφυλο, αφού συχνά συγκροτείται ως καθολικότητα που εξομαλύνει διαφορές, παραβλέπει διασταυρούμενες ταυτότητες λειτουργώντας με προσθετική (όλοι άνθρωποι και τυχαίνει κάποιοι να είναι γυναίκες), ή αφαιρετική (όλοι άνθρωποι και ίδιοι) λογική, σε αντίθεση με τη διαθεματικότητα (intersectionality). Η μονοδιάστατη καθολικότητα του συλλογικού, με όποια μορφή το εννοήσουμε («γενιά», «έθνος», ταξικό «εμείς»), τείνει να επιλέγει ως κυρίαρχο έναν συνταγματικό άξονα ομοιότητας κατασκευάζοντας το «εμείς» στο πρότυπο του κυρίαρχου υποκειμένου (συνήθως λευκός, άνδρας, ετεροφυλόφιλος, αρτιμελής).

Διακρίνω το «συλλογικό» από το έμφυλο επειδή, μιλώντας για την ποίηση, το συλλογικό δηλώνει πρωτίστως έναν τρόπο ποιητικής συγκρότησης υποκειμένου μέσω του λόγου: την ανάκληση και ταυτόχρονα επίκληση ενός «εμείς», όπου η αίσθηση κοινότητας, πένθους ή αγώνα, η αίσθηση πολυφωνικής εκπροσώπησης που εμφανίζεται ως μορφική και ρητορική, λεκτική επιλογή υπονοεί το φύλο χωρίς να το βλέπει. Όπως στο ποίημα της Μιούριελ Ρουκάιζερ: «“Όταν λες ο Άνθρωπος, αποκρίθηκε ο Οιδίποδας, συμπεριλαμβάνεις και τις γυναίκες. Όλοι το γνωρίζουν αυτό. Κι εκείνη είπε, Έτσι νομίζεις εσύ».

Αντίθετα, το έμφυλο επιχειρεί να αναδιατάσσει το συλλογικό πρώτα από θέση και κατόπιν ως ρητορική επιλογή. Γι’ αυτό αντιμετωπίζω το έμφυλο στην ποίηση ως άξονα δύναμης που οργανώνει βίωμα, σώμα, γλώσσα, ορατότητα. Το συλλογικό λειτουργεί στο επίπεδο ρητορικής και απεύθυνσης, ενώ το έμφυλο στο επίπεδο της τοποθέτησης (positionality) ως αναγκαιότητα που απορρέει από τη βιωμένη θέση του υποκειμένου μέσα στον κόσμο. Αν και κάθε απεύθυνση ενέχει μια τοποθέτηση, η διάκριση έγκειται στο ότι το συλλογικό τείνει να παρουσιάζει την τοποθέτησή του ως αυτονόητη και καθολική, ενώ το έμφυλο αναδεικνύει την τοποθέτηση ως πεδίο σύγκρουσης και υλικότητας που αρνείται την ουδέτερη ρητορική. Η τοποθέτηση αφορά τη θέση του σώματος που γράφει εντός συγκεκριμένων σχέσεων εξουσίας, επιθυμίας κ.λπ. Το έμφυλο ως τοποθέτηση είναι η υλικότητα (το βίωμα, η σωματικότητα, η βιοπολιτική) που αρνείται να εξαϋλωθεί σε μια αφηρημένη ρητορική. Η ρητορική επιλογή (το πώς θα γραφτεί το ποίημα) έπεται της τοποθέτησης (positionality). Η τοποθέτηση παράγει την αλλαγή της ρητορικής, καθώς το έμφυλο υποκείμενο δεν μπορεί πλέον να μιλά με την παλιά «καθολική» φωνή. Η τοποθέτηση μπορεί να επιφέρει τη ρητορική της αλλαγής: το υποκείμενο δεν μπορεί πλέον να μιλά με την παλιά «καθολική» φωνή, αλλά πρέπει να βρει μια νέα γλώσσα που να αντέχει τη διαθεματικότητα και τη διαφορά.

Στην περίπτωση της σύγχρονης ποίησης που επικεντρώνεται στο φύλο, το ρητορικό «εμείς» των ποιημάτων δεν είναι πάντα μια «ψευδαίσθηση» ή ένα απλό σχήμα λόγου, αλλά ανάκληση και επίκληση. Η ομάδα συγκροτείται ακριβώς μέσα από την ανάγνωση και την κυκλοφορία αυτών των κειμένων. Καθώς τα κείμενα επιδιώκουν την ορατότητα, την αλλαγή, τη δημόσια ισχύ της ποίησης είναι σαν να αναζητούν «τον λαό που λείπει» κατά Deleuze (η τέχνη συχνά απευθύνεται σε έναν λαό που δεν υπάρχει ακόμη). Στην ποίηση αυτή, το ρητορικό «εμείς» μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική προοικονόμηση: ονομάζοντας μια queer ή φεμινιστική συλλογικότητα/ομάδα στο στίχο, η/ο/@ δημιουργό/@ παρέχει το γλωσσικό εργαλείο για πιθανή συγκρότηση αυτής της συλλογικότητας/ομάδας.

6. Η διακριτή τάση το 2017 ήταν εκείνη της στροφής προς την Ιστορία, σήμερα αναγνωρίζω ως τέτοια (και) τη στροφή στο έμφυλο. Η τάση αυτή τεκμαίρεται από το γεγονός ότι ένα ισχυρό, αυξανόμενο μέρος της παραγωγής εστιάζει στα έμφυλα ζητήματα, το βίωμα και τις διασταυρούμενες μορφές καταπίεσης πέρα από το δυαδικό μοντέλο.

Το έμφυλο δεν νοείται ως μια πρόσθετη «θεματική», αλλά ως μετατόπιση του οργανωτικού άξονα της εμπειρίας. Αποτελεί μια επίμονη εγγραφή που αποσυγκροτεί τις οικουμενικές κατηγορίες του πανανθρώπινου, διατηρώντας την υλικότητα της ποιητικής γραφής και όχι μόνο τη μετατροπή της σε απλή αισθητική χειρονομία. Η αναγνώριση αυτής της τάσης προϋποθέτει ότι η φωνή δεν οργανώνει απλώς περιεχόμενο αλλά αρθρώνει τη βία, τη φροντίδα και την αντίσταση ως θεσιακότητα εκφώνησης και ως ρηγμάτωση του καθολικού «εμείς».

Η ποιητική αυτή τάση δεν είναι ανιστορική: για το έμφυλο υποκείμενο της γραφής, η Ιστορία δεν είναι μια αφηρημένη σκηνή γεγονότων, αλλά ένα ζωντανό πεδίο βιοπολιτικής έντασης, όπου η εξουσία, η βία, ο αποκλεισμός και η ορατότητα κατανέμονται άνισα πάνω στα σώματα.

Αντίστοιχα, η παράδοση δεν απορρίπτεται, αλλά παύει να θεωρείται αμετακίνητη και ιερή. Η συνομιλία με αυτήν ενεργοποιείται και ενεργοποιεί την ποίηση που επικεντρώνεται στο έμφυλο: αν η αναβίωση μιας λυρικής φόρμας επιστρατεύεται για να αρθρώσει την υπόταξη γυναικών ή ένα queer τραύμα, αυτό συνιστά καινοτομία.

Τέλος, επισημαίνεται η γλωσσική επαναδιαπραγμάτευση καθώς απαιτείται η ανανέωση που να «ταράζει» τη συμβατική γλώσσα, να την κάνει αιχμηρή, υπονομευτική, αναδιαμορφώνοντας τη σχέση με τον κόσμο και τον κοινωνικό περίγυρο, να αποδίδει τη διαθεματικότητα, να βρίσκεται σε διάλογο με τις γλωσσικές συμβάσεις. Όμοια ο διάλογος ανοίγεται για καθορισμένους τρόπους, ρητορική, ύφος, στιχουργία του παρελθόντος, επαναδιατάσσοντας τη σχέση με την ποιητική παράδοση, απορριπτικά, αμφισβητησιακά, συμφιλιωτικά.

Η θεώρηση της ποίησης αυτής των φύλων, η οποία διεκδικεί, διαμαρτύρεται, αναζητά τα όρια της γλώσσας και μέσω αυτής να επανορίσει κοινωνικές δομές, χαρακτηρίζεται ως «μη-ποίηση». Ίσως η πραγματική ποιητική ρήξη σήμερα να βρίσκεται ακριβώς σε αυτό που ονομάζεται «μη ποίηση». Είναι η στιγμή που ο ποιητικός λόγος αρνείται την αισθητική αυτονομία και διεκδικεί τη βιοπολιτική του υπόσταση. Όταν η θεσμική κριτική οχυρώνεται πίσω από το ύφος, τη λογοτεχνικότητα και την ανδροκεντρική καθολικότητα, εξορίζοντας την έμφυλη και βιοπολιτική ποίηση στο περιθώριο, ουσιαστικά ομολογεί την αποτυχία των δικών της μεθοδολογικών εργαλείων. Η τάση αυτή ανοίγει διάλογο εκτός κειμένου, έχει αποτύπωμα, βρίσκει απήχηση.

Ταυτόχρονα, δοκιμάζεται διαρκώς από τον κίνδυνο εργαλειοποίησης: είτε να αναγνωρίζεται με όρους «ήπιας παρουσίας» που δεν «παραβιάζει» τη θηλυκότητα (άρα να κανονικοποιείται), είτε να περιθωριοποιείται ως μη καθολική, είτε να ταυτίζεται απλουστευτικά με «γυναίκες», διαγράφοντας την έμφυλη πολλαπλότητα και τις διασταυρώσεις είτε να «χρησιμοποιείται» για εκμετάλλευση συγκυριακής επικαιρότητας είτε ως διαγνωστικός δείκτης για άλλες θέσεις.

Συνεπώς, το έμφυλο ως ποιητική τάση είναι επίμονο και δεν είναι άνετη ετικέτα αλλά δυναμική που, ιδίως μετά τη δημόσια ορατότητα νέων αιτημάτων και μορφών καταγγελίας/αντίστασης, διεκδικεί να παραγάγει συνθήκη δημόσιας σφαίρας καθιστώντας την ποίηση δραστικό δημόσιο λόγο: κείμενο που εισβάλλει στις ρωγμές, αναμετριέται με την ιστορία της πρόσληψής του και εισηγείται διαρκή επαναπροσδιορισμό του «εμείς».

Κύλιση στην κορυφή