Η δική μου η γενιά προέρχεται στην κυριολεξία από τον προηγούμενο αιώνα, τον 20ό και είμαστε ήδη στον 21ο. Επομένως, όχι μόνο τα χρόνια, αλλά και οι αιώνες περνάνε γρήγορα. Ανήκω στους boomers, απ’ ό,τι έμαθα σχετικά πρόσφατα, ας πούμε στα γεράματά μου. Δεν πιστεύω σε αυτή τη μόδα με τις γενιές, που μετά τους boomers προσδιορίζονται με γράμματα του αγγλικού αλφαβήτου [τι έλλειψη φαντασίας, σαν τις οδούς στο Μανχάταν!], όταν μάλιστα αγκαλιάζουν τεράστια χρονικά διαστήματα. Η δική μου γενιά καθορίστηκε να καλύπτει 18 χρόνια, δηλαδή από το 1946 έως το 1964. Τι κοινό μπορεί να έχω εγώ που θυμάμαι τη γκρίζα μελαγχολική προδικτατορική Ελλάδα της καχεκτικής δημοκρατίας, με τον πρώτο μου ξάδελφο που γεννήθηκε το 1964 και ήταν παιδί όταν έπεσε η δικτατορία; Αυτές οι μαθηματικοποιημένες κατασκευές είναι δημοσιογραφικά κατασκευάσματα, ερχόμενα από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και δεν έχουν καμία κοινωνιολογική ή ιστορική ακρίβεια και τεκμηρίωση. Είναι αυτό που θα χαρακτηρίζαμε παλιότερα εμείς, ως γενιά που είχε ποτιστεί από αντιαμερικανισμό, «αμερικανιές». Ύστερα, τι κοινό μπορώ να έχω με έναν συνομήλικο μου που μεγάλωσε στην επαρχία και μάλιστα σε χωριό, εγώ που μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην Αθήνα, την οποία δυσκολεύομαι μεν να χαρακτηρίσω μικροαστική ή μεγαλοαστική, μέσα στην οποία άκουγα όμως από μικρό παιδί τον εκ μητρός παππού μου να μιλά γαλλικά; Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ήταν τότε μια χώρα που η πλειοψηφία της αποτελούνταν από αγρότες ή από ανθρώπους που ζούσαν σε μικρούς οικισμούς. Και μικροί οικισμοί εκείνη την περίοδο σήμαινε, σε κάποιες περιπτώσεις (βουνά και νησιά), χωριά χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Μετά από αυτό το ξεκαθάρισμα με την έννοια των γενεών, προχωρώ στη δική μου προσωπική εμπειρία. Αν αυτή καλύπτει και κάποιους, λιγότερους ή περισσότερους συνομήλικους μου, τόσο το καλύτερο.
Πάντα με τρόμαζε και τώρα με τρομάζει ακόμη περισσότερο το να συνειδητοποιώ πόσο έχει περάσει ο χρόνος, αλλά η αλήθεια είναι αμείλικτη. Γεννήθηκα στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ώρες-ώρες αισθάνομαι σαν να έχω ζήσει πολλές ζωές. Οι πρώτες από αυτές μου φαντάζουν σαν να έχουν κλείσει και να αφορούν ένα άλλο πρόσωπο. Σαν να προέρχονται δηλαδή από ακόμη παλιότερους αιώνες. Σαν να αφορούν ένα πρόσωπο που μου είναι σχεδόν ξένο ή πάντως μακρινό. Λένε ότι όσο περνάν τα χρόνια είναι πολύ έντονη η παλιά μνήμη. Στην περίπτωσή μου δεν ισχύει αυτό. Κάνω πάντα μεγάλη προσπάθεια, όταν αφηγούμαι στον εαυτό μου, σε οικείους μου κάποιο γεγονός της παιδικής ή εφηβικής ή και νεανικής μου ηλικίας, να ξεχωρίσω ποια είναι η γνήσια, η αυθεντική μου μνήμη και ποια η ανακατασκευασμένη. Και η μνήμη μου συχνά κάνει αναχρονισμούς και ωραιοποιήσεις. Γνωστά όλα αυτά. Έστω, όμως και έτσι ακόμη και αυτή η ανακατεμένη μνήμη καταλήγει να είναι κομμάτι της αυτοβιογραφίας μας. Η αυτοβιογραφία δεν είναι ένα ακριβές ιστορικό χρονικό, καταγεγραμμένο με δημοσιογραφική ακρίβεια. Είναι και οι μύθοι που έχουμε φτιάξει για τον εαυτό μας.
Οι εικόνες που σημάδεψαν την ζωή μου έως το Γυμνάσιο (το οποίο ήταν τότε εξατάξιο), ήταν εικόνες από μια κοινωνία στερημένη. Όχι τόσο οικονομικά, αν και δεν υπήρχαν ούτως ή άλλως οι ανέσεις που ήλθαν αργότερα, για να μη μιλήσουμε για σήμερα. Για παράδειγμα, δεν είχαμε αυτοκίνητο στην οικογένειά μας. Επίσης, ας μην ξεγελάσουν τα γαλλικά που, όπως ανέφερα πιο πάνω, μιλούσε ο παππούς μου. Δεν επρόκειτο για μια πλούσια οικογένεια (του στυλ γαλλικά και πιάνο), όπως ίσως θα φανταζόταν κάποιος διαβάζοντας το γεγονός. Απλώς, ο παππούς μου ήταν Κωνσταντινουπολίτης, είχε φοιτήσει σε κολλέγιο καθολικών μοναχών στην Πόλη και όταν ήλθε στην Ελλάδα, στη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922), έγινε υπάλληλος στη σιδηροδρομική εταιρεία κλιναμαξών (Wagons-Lits) του ελληνικού τμήματος, του οποίου έγινε πολύ αργότερα διευθυντής.
Για να επανέλθω στην κοινωνία, ήταν μια κοινωνία τραυματισμένη από την Κατοχή και τον εμφύλιο, από φτώχεια και βαρβαρότητες, που τότε ακόμη ήταν πολύ κοντινά. Μια κοινωνία καταπιεσμένη, που είχε σκελετούς στα ντουλάπια της και φοβόταν να μιλήσει γι’ αυτούς. Η ηττημένη Αριστερά ήταν όχι μόνο ενοχοποιημένη, αλλά ακόμη και αποσιωπημένη. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, δεν καλοήξερα τι τραγωδία είχε προηγηθεί λίγα μόλις χρόνια πριν από τη γέννηση μου. Λίγοι μιλούσαν γι’ αυτά και κυριαρχούσε η ομιλία των νικητών. Διαισθανόμουν όμως, από μισόλoγα, ότι κάποιες πολύ μαύρες αναμνήσεις απωθούνταν και ότι τα πολλά ερωτήματα εκ μέρους μου βλάπτουν.
Ήξερα, για παράδειγμα, ότι ο αδελφός της μητέρας μου που ήταν αριστερός και ένας άνθρωπος μοναδικής παιδείας, δεν είχε δουλειά. Αυτό με παραξένευε. Η απάντηση, όταν ρωτούσα γιατί συνέβαινε αυτό, ήταν «ναι είναι άδικο αυτό που συμβαίνει, αλλά ας υπογράψει και αυτός ο ευλογημένος επιτέλους, μια δήλωση εθνικοφροσύνης και θα βρει δουλειά». Και η επωδός ήταν «πρόσεχε μην του μοιάσεις, δεν θα φτιάξεις εσύ την Ελλάδα, διότι θα φας το κεφάλι σου, όπως όλοι οι αφελείς και ρομαντικοί ιδεολόγοι». Η απάντηση με τρόμαζε, αλλά δεν με έπειθε. Δεν μπορεί το δίκιο να βρίσκεται σε αυτή την πνιγηρή μονομερή εθνικοφροσύνη ή ακόμη σε αυτήν τη μικροαστική ανία, και αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος μου διηγούνταν ωραία πράγματα σε σχέση με ανθρώπινες αξίες, που μου έλεγε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ότι ήταν ευθύνη όλων μας η φτώχεια πολλών παιδιών της γειτονιάς μας (κατοικούσαμε τότε κοντά στον Σταθμό Λαρίσης, ο δε δρόμος μας ήταν από ένα σημείο και έπειτα χωματόδρομος)∙ δεν κολλούσε, λοιπόν, καλά στο μυαλό μου ότι είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος, που με μύησε σιγά σιγά στην κλασική μουσική, με πολύ ευαίσθητες παρατηρήσεις, να είναι ο «κακός» και όλοι οι φίλοι των γονιών μου, που μιλούσαν μόνο για αφόρητα πληκτικά για μένα θέματα, όπως η συμπλήρωση της επόμενης φορολογικής δήλωσης, τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας, τα νοίκια που θα εισπράξουν τον τρέχοντα μήνα και, τέλος, για το πού θα πάνε το βράδυ, να είναι οι άνθρωποι του μέλλοντος μου. Το ζιζάνιο της ανησυχίας είχε μπει μέσα μου. Δεν μίλαγα, αλλά καταλάβαινα ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, τον οποίο θα πρέπει να ανακαλύψω. Δεν εκτιμούσα τον περίγυρο των γονέων μου, αλλά δεν είχα ούτε την ώριμη γνώση για να καταλάβω τι ακριβώς με ενοχλούσε και φυσικά δεν είχα τότε ακόμη το θάρρος να τους απομυθοποιήσω. Απλώς έγινα ένα μοναχικό παιδί και αργότερα ένας μοναχικός έφηβος.
Σε ό,τι αφορά τα μουσικά μου ακούσματα, μέχρι τα φοιτητικά μου χρόνια τα γούστα μου διαμορφώθηκαν σιγά σιγά. Άκουγα πολύ ραδιόφωνο από ένα τρανζίστορ που μου είχαν αγοράσει. Δεν υπήρχε ακόμη τηλεόραση (άρχισε δοκιμαστικά να εκπέμπει το 1966, στο δε σπίτι μας αποκτήσαμε συσκευή τηλεόρασης –και μάλιστα ασπρόμαυρη– το 1974, λίγο πριν την πτώση της Δικτατορίας). Όμως, εκτός από το Τρίτο Πρόγραμμα, που μεταδίδονταν λίγες ώρες κάθε ημέρα, η μεταδιδόμενη μουσική ήταν συνήθως τα ελαφριά τραγούδια του φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης που μου φαίνονταν απελπιστικά κλαψιάρικα, γλυκερά και με επαναλαμβανόμενους στίχους και μου έδιναν μια αίσθηση πνιγηρής και μελαγχολικής παρακμής. Τα ρεμπέτικα ήταν περιθωριακά και όχι για αξιοπρεπείς οικογένειες. Μόνο τα καλούμενα «αρχοντορεμπέτικα» ήταν αποδεκτά. Παρόλα αυτά υπήρχε ένα τραγούδι που μου είχε εντυπωθεί και με συγκινούσε πολύ, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω το πραγματικό του νόημα. Αυτό ήταν το «στου γιαλού τα βοτσαλάκια κάθονται δυο καβουράκια». Εκείνο που με στενοχωρούσε πολύ και το εισέπραττα σαν μια γενική απειλή, η οποία θα μπορούσε να συμπεριλάβει και εμένα, ήταν ο στίχος «η μαμά τους η κυρία καβουρίνα πάει τσάρκα με τον σπάρο στην Ραφήνα».
Σε ό,τι αφορά πάλι την ξένη μουσική, βρισκόμασταν ακόμη στην προ Beatles μουσική. Ο «θεός» της ποπ μουσικής την εποχή εκείνη ήταν ο Έλβις Πρίσλεϋ, τον οποίο είχε «ερωτευθεί» μια παιδική οικογενειακή μου φίλη, περισσότερο ως άνδρα παρά ως τραγουδιστή. Παρότι ήταν καλός τραγουδιστής, εμένα για κάποιον λόγο δεν με γοήτευε. Τώρα που το ξανασκέπτομαι, ίσως αυτό να οφείλεται σε μια μορφή ζήλιας, διότι η φίλη μου τον εγκωμίαζε ακατάπαυστα, ενώ εμένα με έβρισκε ανώριμο και μου το έλεγε. Άκουγα κλασική μουσική που μου έβαζα ο θείος μου, στον οποίο αναφέρθηκα ήδη, σε δίσκους αρχικά 78 στροφών. Τα πρώτα κομμάτια που θυμάμαι είναι η «Μικρή νυχτερινή μουσική» του Μότσαρτ και η 7η Συμφωνία, καθώς και η εισαγωγή από τον «Έγκμοντ» του Μπετόβεν. Αργότερα αγοράσαμε δίσκους 33 στροφών, όταν πήραμε το πρώτο μας πικ-απ (γραμμόφωνο το αποκαλούσαμε τότε). Άκουγα επίσης τακτικά μια θαυμάσια εκπομπή στο Τρίτο πρόγραμμα της Αθηνάς Σπανούδη, που παρουσίαζε με θαυμάσιο διδακτικό τρόπο διάφορους συνθέτες και σημαντικά έργα κλασικής μουσικής. Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι, όμως, πάντα ότι η εκπομπή άρχιζε με το «προφητικό πουλί» των σκηνών από το δάσος του Schumann. Οι συμμαθητές μου με θεωρούσαν ιδιόρρυθμο γι’ αυτή μου την προσκόλληση στην κλασική μουσική∙ και αυτό, σε συνδυασμό και με το ότι το ποδόσφαιρο με άφηνε παγερά αδιάφορο. Το ποδόσφαιρο ήταν και είναι το διαβατήριο του ανδρισμού. Κατά κάποιο τρόπο με έκαναν να αισθάνομαι σαν ένα μικρομέγαλο. Προσπαθούσα για να τους διαψεύσω, να μιλάω για τα θέματα που τους ενδιέφεραν, π.χ. για τον τελευταίο ποδοσφαιρικό αγώνα. Χωρίς επιτυχία όμως. Επίσης άκουγα πάντα το Θέατρο της Δευτέρας στο ραδιόφωνο και κάθε βράδυ ένα πεντάλεπτο με τον Δημήτρη Χορν στο ραδιόφωνο, με τίτλο «Τα καθημερινά του καθημερινού» και θαύμαζα την ορθοφωνία του και την αμεσότητά του, την έλλειψη επιτήδευσης. Είχα την αίσθηση ότι μιλούσε ένας ευπατρίδης.
Σιγά σιγά τη δεκαετία του ’60 μπήκε στη ζωή μας και η ποιοτική έντεχνή ελληνική μουσική. Θυμάμαι από τον Xατζιδάκι την Ελλάδα η χώρα των ονείρων και τη Νάνα Μούσχουρη. Και από τον Θεοδωράκη τη Ρωμιοσύνη, το «Δοξαστικό» από το Άξιον Εστί , το Μαουτχάουζεν με την σαγηνευτική, βελούδινη φωνή τής τότε ακόμη σχεδόν έφηβης Μαρίας Φαραντούρη. Όλη αυτή η μουσική ποιοτική εισβολή είχε ως αντιστοιχία και την ποιητική μου αφύπνιση. Ελύτης, Ρίτσος, Γκάτσος, Καμπανέλλης μπήκαν χωρίς να το συνειδητοποιήσω στη ζωή μου. Άρχισα να σιγοτραγουδάω τα τραγούδια τους, έστω και αποσπασματικά, χωρίς ποτέ να έχω διαβάσει κάποια ποιητική συλλογή τους. Δεν πρέπει βέβαια κάποιος να φανταστεί ότι ο Θεοδωράκης είχε την τιμητική του στο τότε ακόμη Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ). Δεν είχε μεν απαγορευτεί, όπως έγινε αργότερα επί Χούντας, αλλά μεταδίδονταν κυρίως τα πιο «ανώδυνα» τραγούδια του, όπως, για παράδειγμα, η «Μυρτιά» και η «Μαργαρίτα η Μαργαρώ». Αυτήν όλη τη μουσική, η οποία άρχισε να με συγκινεί, την προσλάμβανα ως μουσική των μεγάλων. Ως μουσική της γενιάς μου προσέλαβα τη μουσική του πρωτοεμφανισθέντος τότε Διονύση Σαββόπουλου. Στίχοι πιο άμεσοι, πιο οικείοι, όχι επικοί ή διδακτικοί και μουσικό στυλ πιο μοντέρνο, πιο εφηβικό και χαλαρό, αυτοσαρκαστικό (έτσι τουλάχιστον το έβλεπα εγώ) και καθόλου ενοχοποιητικό. Κατά βάση κιθάρα και βραχνή φωνή. Οι δίσκοι του έγιναν το αγαπημένο μου ακρόαμα, ίσως και από αντίδραση στους γονείς μου που ειρωνευόντουσαν τους στίχους του και τη μουσική του. «Τι βλακείες είναι αυτές», έλεγε ο πατέρας μου, «πώς είναι δυνατόν ο Φο-Μι-Τσιν να ανασαίνει με καλάμι». Η αντίδραση στους γονείς μου ήταν πάντα ένας ασφαλής οδοδείκτης για μένα. Ήταν η εποχή της λατρείας μου για το Φορτηγό, το οποίο προσλάμβανα ως επαναστατικό («Βιετνάμ γε γε») και ως τρυφερό (με τη «Συννεφούλα» και «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη)∙ για τον Μπάλλο και το Περιβόλι του τρελού ως μια μορφή βαλκανικής ποπ, αντίδοτο στις στρωμένες γλυκερές μελωδίες των γονιών μου και μια πιο σύγχρονη εκδοχή εφηβικής εξεγερσιακής διάθεσης με το «Κιλελέρ»∙ για όλο, δηλαδή, τον πρώιμο Σαββόπουλο. Ο Σαββόπουλος έσπασε και τη μονομέρεια που είχα ως τότε, να μη μπορώ να ακούσω τίποτε που δεν θύμιζε δυτική μουσική και belcanto. Με έκανε να αγαπήσω την Σωτηρία Μπέλλου, με το «βρώμικο ψωμί» και σιγά σιγά έγινε μια μουσική επανάσταση μέσα μου, προς την κατεύθυνση του Τσιτσάνη και αργότερα (στα φοιτητικά μου χρόνια, για τα οποία θα μιλήσω πιο κάτω) σε όλο τον μουσικό κύκλο στον οποίο έχει δοθεί η επωνυμία «ρεμπέτικα». Την ίδια περίοδο έγινα φανατικός των Beatles ξεκινώντας από το «It’s been a hard day’s night» και των Rolling stones, ξεκινώντας από το «Ι can get no satisfaction», παρότι έσπαγα το κεφάλι μου προσπαθώντας να καταλάβω τι εννοούσε ο τραγουδιστής και τι τον εμπόδιζε να βρει ικανοποίηση. Αυτά τα ακούγαμε στα πρώτα parties που αρχίσαμε να πηγαίνουμε. Έτσι αισθανόμασταν και κάπως διεθνείς και πιο στη μόδα.
Υπήρχαν πάντως και τραγούδια στα οποία συνέπιπτα με τους γονείς μου. Αυτά, όμως, ήταν μόνο ξένα και μόνο γαλλικά. Και ήταν πέρα από τον Gilbert Bécaud (και την ξανθή Nathalie στη χιονισμένη Κόκκινη πλατεία της Μόσχας), η θεϊκή Édith Piaf. O έρωτας μαζί της υπήρξε κεραυνοβόλος με το που πρωτάκουσα το «Non, je ne regrette rien». Αυτή η μουσική πλημμύρα συναισθήματος και ανθρώπινης ζεστασιάς, με καθήλωσε και με έκανε να αισθανθώ ότι βρήκα την αδελφή ψυχή μου. Πράγματι η Piaf αποδείχτηκε ένας ισόβιος έρωτάς μου, παρά την χρονική απομάκρυνση και παρά τη σύνδεσή μου με πολλά διαφορετικά και πιο σύγχρονα μουσικά είδη.
Αυτά σε ό,τι αφορά τα μουσικά μου ακούσματα. Τώρα σε ό,τι αφορά τα αναγνώσματά μου, πρέπει να πω ότι καταβρόχθιζα στην κυριολεξία όχι μόνο ό,τι βιβλίο, αλλά και ό,τι έντυπο έπεφτε στα χέρια. Για να αρχίσω από τα τελευταία, διάβαζα κάθε πρωί την Καθημερινή της Ελένης Βλάχου, στην οποία ήταν συνδρομητής ο πατέρας μου και μας ερχόταν στο σπίτι. Και αυτό μου άνοιξε ορίζοντες. Όχι φυσικά με την έννοια της πολιτικής γραμμής, αλλά με την έννοια ότι άρχισα να μαθαίνω τι γίνεται στον κόσμο. Κάτι που στην τότε επαρχιώτικη Ελλάδα δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, εφόσον τα δελτία ειδήσεων του ΕΙΡ και του Ραδιοφωνικού Σταθμού των Ενόπλων Δυνάμεων (της μετέπειτα ΥΕΝΕΔ- ΕΡΤ2) ήταν, εκτός από τα κηρύγματα εθνικοφροσύνης, και καθαρά ελληνοκεντρικά. Επίσης στεκόμουν στα περίπτερα και διάβαζα πάντα τις πρώτες σελίδες των κρεμασμένων με μανταλάκια λοιπών, πέραν της Δεξιάς, εφημερίδων, τις οποίες δεν ήταν εύκολο να αγοράσεις. Ο περιπτεράς θα καταλάβαινε αμέσως ποιος είσαι και τι πιστεύεις. Και δεν θα το ξέχναγε ποτέ. Δεν υπήρχε δικαίωμα στη λήθη. Επίσης στην οικογένεια μου αγόραζαν πού και πού το Paris Match. Όσο και αν φαίνεται παράξενο, παρά τη γενική καταπίεση της εποχής, ο ξένος τύπος –καθημερινός και περιοδικός– μπορούσε να αγοραστεί σε όλα τα κεντρικά περίπτερα της Αθήνας. Υποθέτω διότι ελάχιστοι συμπατριώτες μας είχαν τις γνώσεις να διαβάσουν μεγάλα κείμενα σε μια ξένη γλώσσα και έτσι δεν διέτρεχε κάποιο κίνδυνο η εικόνα που η προπαγάνδα του καθεστώτος είχε δημιουργήσει, οπότε επέτρεπε ανεμπόδιστα την κυκλοφορία τους. Το Paris Match ήταν (και είναι πάντα) ένα περιοδικό ελαφριάς δημοσιογραφίας και φυσικά καθόλου κριτικό της καθεστηκυίας τάξεως ή βαθιάς σκέψης ή αμφισβητησιακό. Είχε ωστόσο πολύ μεγάλες, προσεγμένες επαγγελματικές φωτογραφίες σε ιλουστρέ χαρτί, που μαγνήτιζαν το μάτι και προσέφερε έστω και μέσα από την οπτική του έναν διεθνή ορίζοντα. Θυμάμαι ακόμη φωτογραφίες από τον πόλεμο της Αλγερίας, από τη δολοφονία του Προέδρου Κέννεντυ, από τον γάμο της πριγκίπισσας Μαργαρίτας, την εμφάνιση των hippies στην Καλιφόρνια κ.ά.
Στο πατρικό μου σπίτι μου δεν υπήρχαν πολλά βιβλία. Μόνο ο θείος μου, για τον οποίο έγραψα πιο πάνω, διάβαζε. Αλλά τα διαβάσματα του τα απέρριπταν οι γονείς μου. Τα πρώτα μου αγαπημένα βιβλία ήταν του Hector Malot, το Χωρίς Οικογένεια και το Με Οικογένεια. Και, αυτονοήτως ο Ιούλιος Βερν. Όλος ο Ιούλιος Βερν. Μπορούσα ακόμη και να μην πάω να φάω προκειμένου να μην αφήσω στη μέση ένα βιβλίο του. Είχα μαζέψει όλη του τη συλλογή. Στις περίφημες εκδόσεις «Αστήρ» –με το γνωστό κόκκινο σκληρό εξώφυλλο και τις ίδιες εικονογραφήσεις και τα σκίτσα που περιέχονταν στα γαλλικά πρωτότυπα των βιβλίων του τού 19ου αιώνα. Παράλληλα, όπως οι περισσότεροι συνομήλικοί μου, διάβαζα σε κόμικς τα «Κλασσικά εικονογραφημένα». Εκεί προσέγγισα σε πρώτη φάση τη μεγάλη λογοτεχνία όπως τους Αθλίους ή την Παναγία των Παρισίων, τα οποία ξαναδιάβασα μετά σε κανονικά βιβλία. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να υποθέσει ότι τα εν λόγω κόμικς ήταν ένας εκχυδαϊσμός της μεγάλης λογοτεχνίας, μια φτηνή έκδοσή της και ότι η ανάγνωσή τους θα είχε μια αρνητική επενέργεια σε παιδιά και εφήβους, με την έννοια ότι δεν θα τους εκπαίδευε στην πειθαρχία και στην ανάγκη αυτοσυγκέντρωσης που απαιτεί η ανάγνωση μεγάλων κειμένων, αλλά θα τους εξοικείωνε αντίθετα μόνο με την εικόνα, τα σύντομα κείμενα και τον εύκολο και ρηχό εντυπωσιασμό. Η αλήθεια ήταν διαφορετική, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου. Υπήρξαν ο προθάλαμος για να διαβάσω αργότερα τα πρωτότυπα σε βιβλία αυτών που είχα διαβάσει σε κόμικς. Αποζητούσα μάλιστα να τα διαβάσω σε κανονικό κείμενο. Έτσι διάβασα, εκτός από τον Ουγκώ και τον Ντίκενς, διάφορα περιπετειώδη, όπως του Αλεξάνδρου Δουμά πατρός και της Χάριετ Μπίτσερ Στόου την Καλύβα του μπάρμπα Θωμά, που με ευαισθητοποίησε στο θέμα του ρατσισμού. Εκτός από κόμικς διάβασα την Μαρία Αντουανέτα του Στέφαν Τσβάιχ. Είναι τόσο μεγάλος ο Τσβάιχ που με έκανε να συμπάσχω με αυτή τη βασίλισσα, η οποία έπεσε από τα ψηλά στα χαμηλά και τελείωσε στον έσχατο εξευτελισμό και στην γκιλοτίνα. Από τότε άρχισα να ταυτίζομαι με όποιον διώκεται, όποιος κι αν ήταν. Επίσης με έκανε να μισήσω την θανατική ποινή. Όσο δε πλησίαζα προς την αποφοίτησή μου από το εξατάξιο Γυμνάσιο, άρχισα να ανοίγομαι και στους μεγάλους Ρώσους κλασικούς. Πρώτα στον Τολστόι, Πόλεμος και Ειρήνη και Άννα Καρένινα, παρά το γεγονός ότι όλοι έλεγαν στην οικογένεια μου ότι δεν είναι για την ηλικία μου, πράγμα που με θύμωνε πολύ, διότι εγώ αισθανόμουν το ακριβώς αντίθετο. Ο Ντοστογιέβσκι σε εκδόσεις Γκοβόστη και μεταφράσεις Άρη Αλεξάνδρου ακολούθησε αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια. Εδώ πρέπει να πω ότι από τα βιβλία του Τολστόι, το αγαπημένο μου δεν είναι οι προαναφερθέντες δύο ογκόλιθοι, παρά το γεγονός ότι η Άννα Καρένινα με συγκίνησε, ο δε Πόλεμος και Ειρήνη με δίδαξε την ιστορία των ναπολεόντειων πολέμων, αλλά μια νουβέλα του λιγότερο γνωστή, Ο πατήρ Σέργιος. Ένα σχεδόν φιλοσοφικό αναρχοχριστιανικό αφήγημα/δοκίμιο, που εντρυφεί στις αβύσσους της ανθρώπινης ψυχής, δείχνοντας πόσο κοντά συνυπάρχει στο αυτό πρόσωπο η ιδεαλιστική προσπάθεια ανθρώπινης σωτηρίας με τις πιο σκοτεινές παρορμήσεις. Όπως ακριβώς και στο Έγκλημα και Τιμωρία, στον Ηλίθιο, στους Δαιμονισμένους και στους Αδελφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέβσκι. Χρειάστηκε βέβαια να τα ξαναδιαβάσω και μάλιστα πολλές φορές σε ωριμότερες ηλικίες για να καταλάβω ειδικότερα τι ακριβώς με συγκίνησε κατά την πρώτη εφηβική ανάγνωση της νουβέλας αυτής, αλλά και για συνειδητοποιήσω πλήρως τις αντιφάσεις πρώτα τις δικές μου, αλλά και των άλλων, καθώς και ότι δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που είναι μόνο μια πάλλευκη σελίδα ή μια κατάμαυρη. Το πρώτο με δυσκόλεψε πιο πολύ, διότι επί πολλά χρόνια αισθανόμουν ότι είχα την ανάγκη να λειτουργώ έχοντας ως πρότυπα άμεμπτα και άσπιλα πρόσωπα. Είχα ανάγκη να βάζω σε αναμφισβήτητα βάθρα τους ήρωές μου. Η ωριμότητα έρχεται σταδιακά και δεν έρχεται βέβαια μόνο από τα βιβλία. Απλώς τα βιβλία, εφόσον διαβάζονται και δεν διατρέχονται απλώς, βοηθούν στη διαδικασία ωρίμανσης. Όταν, βεβαίως, υπάρχει ταυτόχρονα και μια ζωή που βιώνεται.
Πριν περάσω στην επόμενη φάση, δηλαδή αυτή της φοιτητικής μου ζωής, που συμπίπτει σε γενικές γραμμές με τη δικτατορία, θα αναφερθώ και στις εμπειρίες μου από το θέατρο και τον κινηματογράφο. Εκείνη την εποχή, παρά το ότι δεν υπήρχε η πληθώρα θεατρικών σκηνών που υπάρχει σήμερα τουλάχιστον στην Αθήνα, πηγαίναμε συχνά θέατρο. Μάλιστα πήγαινα συνήθως με την εκ μητρός γιαγιά μου και την αδελφή μου στο θέατρο και δη στο Εθνικό (Βασιλικό το λέγαμε τότε). Οι παραστάσεις εκεί ήταν όλες κλασικές, χωρίς πειραματισμούς. Η αμεσότητα της σκηνής και οι ηθοποιοί με σάρκα και οστά ασκούσαν μεγάλη γοητεία πάνω μου. Μου έχουν εντυπωθεί οι εξής παραστάσεις: Λορεντζάτσιο (Alfred de Musset) με τον Δημήτρη Χορν, Μάκμπεθ με Αλέξη Μινωτή και Κατίνα Παξινού (θυμάμαι πολύ έντονα τη σκηνή με τις μάγισσες και τη σκηνή της τρέλας της Λαίδης Μάκμπεθ), Φιλάργυρος του Μολιέρου με τον Χρ. Νέζερ, Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν στο θέατρο Έλσας Βεργή, Παραμύθι χωρίς όνομα του Ιάκωβου Καμπανέλλη και Όνειρο θερινής νύκτας του Σαίξπηρ στο Θέατρο Τέχνης, στο «Υπόγειο» της στοάς του Κινηματογράφου Ορφέα στην οδό Πεσμαζόγλου. Αισθανόμουν πάντα στο θέατρο ότι μετείχα σε μια μυσταγωγία. Δεν καταλάβαινα απόλυτα τι ήταν αυτό που με συγκινούσε, όμως η συγκίνηση, έστω και χωρίς πολλή διανοητική επεξεργασία, έγραψε μέσα μου. Τα ίδια έργα τα ξανασυνάντησα σε ώριμη ηλικία και διαλέγομαι με αυτά ακόμη.
Σε ό,τι τώρα αφορά τον Κινηματογράφο, τις σημαντικότερες ταινίες που χαράχτηκαν στη μνήμη μου, τις είδα αργότερα ως φοιτητής στη δικτατορία και μετά. Εκείνη την περίοδο, του γυμνασίου, δεν είχα αφήσει ούτε μια ελληνική ταινία που να μη δω, ούτε ένα Τζέημς Μποντ που να μην έχω δει πάνω από μια φορά (με είχε εντυπωσιάσει πιο πολύ ο Χρυσοδάκτυλος). Με είχε επίσης εντυπωσιάσει μια ρωσική ταινία, το Όταν περνούν οι γερανοί του Μιχαήλ Καλατόζωφ, με την γοητευτική Τατιάνα Σαμοΐλοβα. Εκ των υστέρων σκέπτομαι μήπως εκείνο που με γοήτευσε, έτσι ώστε να λάβει η ταινία αυτή σταθερή θέση στη μνήμη μου ή, για να το πω καλύτερα, εκείνο που πρόσθεσε στη γοητεία της, ήταν το γεγονός ότι επρόκειτο για σοβιετική ταινία και κάθε τι το σοβιετικό ήταν δαιμονοποιημένο την περίοδο εκείνη, κάθε τι δε το δαιμονοποιημένο μου κινούσε πάντα την περιέργεια. Η ταινία, όμως, που λάτρεψα και ξεχώρισα εκείνη την περίοδο (την είδα 4 ή 5 φορές) ήταν ο Λώρενς της Αραβίας. Η έρημος και το υπέροχο βλέμμα του Πήτερ Ο’ Τουλ, συχνά ενός ημίτρελου Δον Κιχώτη. Και βέβαια η υπέροχη απογειωτική μουσική –ποιος δεν την ξέρει– του Maurice Jarre. Πιο πολύ από τις ταινίες εκείνης της περιόδου, θυμάμαι τα ονόματα των σινεμά της γειτονιάς που κατοικούσαμε τότε [Κυψέλη]: Κυψελάκι, Λουζιτάνια, Ρόξυ, Τριανόν, Άττικα, Ελληνίς, Ζίνα. Όταν θέλαμε να κάνουμε μεγαλύτερη έξοδο, παίρναμε το τρόλεϊ και πηγαίναμε στο Παλλάς στη Βουκουρεστίου ή στο Έμπασσυ στην Πατριάρχου Ιωακείμ.
Και ξαφνικά τα τανκς κατέλαβαν μια νύχτα την Αθήνα, έκοψαν τα τηλέφωνα, δεν πήγαμε σχολείο το επόμενο πρωί και κλειστήκαμε στα σπίτια μας. Τις πρώτες ώρες δεν πολυκαταλάβαμε τι ακριβώς είχε γίνει. Πρώτον, γιατί κυκλοφορούσαν από καιρό φήμες ότι θα γίνει κάποια μορφή βασιλικής εκτροπής, που οι γονείς μου έλεγαν ότι θα είναι πρόσκαιρη. Εξ άλλου τα δύο προηγούμενα χρόνια είχε τόσο πολύ εκφυλιστεί η δημοκρατία με την Αποστασία του Ιουλίου του 1965 (δολοφονία Σωτήρη Πέτρουλα κ.λπ.), που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι πολύ χειρότερο μπορούσε να μας συμβεί. Όταν όμως, εν μέσω κλαρίνων και εμβατηρίων, ακούσαμε το πρώτο ανακοινωθέν τους παγώσαμε (πάντως εγώ πάγωσα): μεταξύ άλλων «Καλούνται όσοι έχουν εξέλθει από τας κατοικίας των να επιστρέψουν εις αυτάς αμέσως. Υπόψιν ότι μετά την δύσιν του ηλίου πας κυκλοφορών εις τας οδούς θα πυροβολείται άνευ προειδοποιήσεως». Αυτά που μέχρι τότε διαβάζαμε σε βιβλία ιστορίας ή βλέπαμε στον κινηματογράφο, έγιναν πραγματικότητα. Μάθαμε επίσης ότι χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί (για βασανιστήρια δεν ξέραμε ακόμη, αλλά οι πιο παλιοί το θεωρούσαν βέβαιο), έχουν φυλακιστεί πολιτικοί, αριστεροί, κεντρώοι, ακόμη και μετριοπαθείς δεξιοί, άλλοι στον Ιππόδρομο στο φαληρικό Δέλτα, στην Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας, στις φυλακές Αβέρωφ, στη Γυάρο, στο Γεντί Κουλέ της Θεσσαλονίκης, στις φυλακές της Κέρκυρας. Την επόμενη μέρα, που είδαμε και τις μέχρι τότε παντελώς άγνωστες φάτσες των πραξικοπηματιών και τους ακούσαμε να μιλάνε, τρομάξαμε και κυρίως οργιστήκαμε ακόμη πιο πολύ. Άνθρωποι ασήμαντοι. Το τραμπούκικο, απειλητικό ύφος, σε συνδυασμό με την πλήρη απαιδευσία τους, την ασυναρτησία των λόγων τους, την ανικανότητά τους να μιλήσουν σε στοιχειωδώς σωστά ελληνικά με έκαναν να αισθανθώ κάτι μεταξύ πανικού και πνιγμού. H ασκήμια στην εξουσία. Πώς θα ζήσουμε από εδώ και πέρα, αναρωτιόμουν. Η ελπίδα ότι θα έφευγαν γρήγορα εξανεμίστηκε πολύ σύντομα. Τα τρία πρώτα χρόνια ήταν ασφυκτικά. Με λογοκρισία, με συνεχείς ελέγχους στους δρόμους και παράλογες απαγορεύσεις, όπως τα μακριά μαλλιά, τα μούσια ή οι φούστες μίνι. Θυμάμαι ακόμη ότι στην Αίγινα που παραθερίζαμε, τα πρώτα χρόνια γινόταν κάθε δειλινό η υποστολή της σημαίας (προφανώς θα γινόταν αντίστοιχα και έπαρση το πρωί, αλλά εκείνη την ώρα πάντα κοιμόμουν), και τα μεγάφωνα που υπήρχαν στους δημόσιους χώρους έπαιζαν τον εθνικό Ύμνο και ουαί και αλλοίμονο σε όποιον ήταν σε ανοικτό χώρο, σε ζαχαροπλαστείο, ή ταβέρνα και δεν σηκώνονταν όρθιος και δεν στεκόταν ακίνητος σε στάση προσοχής ή συνέχιζε να μιλάει με τον διπλανό του. Δεν ήταν ό,τι καλύτερο για τον Διονύσιο Σολωμό!
Ενημέρωση είχαμε μόνο από ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς στα βραχέα (όπως η Deutsche Welle από την Κολωνία, το Λονδίνο και το Παρίσι) και αυτό τα πρώτα χρόνια με πολλές προφυλάξεις για να μην ακούγονται έξω από το διαμέρισμα. Εγώ αγόραζα τακτικά το περιοδικό Spiegel (είχα μάθει γερμανικά στη Γερμανική Σχολή, στην οποία φοίτησα σε όλες τις τάξεις του γυμνασίου). Από τις πηγές αυτές μαθαίναμε με αντικειμενικότητα τα εξωτερικά γεγονότα, αλλά και για την απομόνωση της Χούντας. Μαθαίναμε επίσης για τις εξεγέρσεις των φοιτητών σε όλο τον πλανήτη και κυρίως στη Γαλλία το 1968, τα επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική. Και ζώντας την εσωτερική ασφυκτική κατάσταση ζηλεύαμε, αισθανόμασταν ταπεινωμένοι και οργιζόμαστε. Γιατί να είμαστε μονίμως τόσο πίσω; Μας έδωσε βέβαια κάποια ελπίδα η αποχώρηση της Ελλάδας (μπροστά στον κίνδυνο να αποβληθεί) από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η θαρραλέα στάση του Συμβουλίου Επικρατείας που ακύρωσε τις απολύσεις ανωτάτων δικαστικών στις οποίες είχε προχωρήσει η Χούντα, αλλά πέραν αυτών και κάποιων μεμονωμένων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς κινητοποίηση της κοινωνίας, αντιστασιακών ενεργειών –όπως η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα από τον Αλέκο Παναγούλη–, τίποτε. Πλήρης ακινησία και πλήρες τέλμα. Στο σημείο αυτό αξίζει με την ευκαιρία της αναφοράς στην έξοδο της χώρας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, να σημειωθεί ότι η ανοικτή και ξεκάθαρη καταδίκη του καθεστώτος της Χούντας από το εν λόγω Συμβούλιο, αλλά και από πολλές δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις (τις σοσιαλδημοκρατικές της Σκανδιναβίας και τον μαχητικότατο στο θέμα αυτό Ολλανδό Υπουργό Εξωτερικών Μαξ Βαν Ντερ Στουλ, ο οποίος εξαπέλυε συνεχώς μύδρους κατά των συνταγματαρχών), καθώς και το προοδευτικό πνεύμα που επικράτησε στην (τότε) Δυτική Γερμανία μετά την ανάληψη της Καγκελαρίας από τον Willy Brandt, δημιούργησε σε μια σημαντική μερίδα της ελληνικής νεολαίας, αλλά και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας, μια φιλοευρωπαϊκή στάση, η δύναμη της οποίας φάνηκε τα επόμενα χρόνια, κυρίως την περίοδο του δημοψηφίσματος του 2015. Ήταν η πρώτη φορά που οι Ευρωπαίοι ασχολούνταν με εμάς, όχι για να επέμβουν και να καθορίσουν το πώς θα κυβερνηθούμε, όπως έκαναν οι Αμερικάνοι με τον Νίξον και τον Κίσσιντζερ, αλλά για να υποστηρίξουν τη δημοκρατία. Αυτό όχι μόνο μας ενίσχυε το ηθικό, αλλά και ελαφρώς μας κολάκευε. Μέχρι τότε όλοι οι παλιότεροι μας αφηγούνταν ότι η Ελλάδα έτρωγε μόνο καρπαζιές από τους ισχυρούς ξένους. Αν και θυμώναμε από αυτό, δεν είχαμε αποβάλει τον επαρχιωτισμό του να βλέπουμε την Ευρώπη με ένα τραυματικό σύνδρομο κατωτερότητας και την Ελλάδα διαρκώς θυματοποιημένη. Εξ ου και η συνεχής επανάληψη που ακουγόταν, ότι όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες αυτοί ζούσαν σε σπηλιές και έτρωγαν βελανίδια, ή δεν ξέρω τι άλλο.
Τα πρώτα μου χρόνια στη Νομική Αθηνών ήταν απογοητευτικά. Καθηγητές υποταγμένοι, συγγράμματα πανάρχαια, στην καθαρεύουσα και μη ενημερωμένα, ανιαρές παραδόσεις τις οποίες ποτέ δεν ακολουθούσε κάποια συζήτηση. Εξάλλου τι Νομικά μπορούσαμε να μάθουμε, όταν δεν υπήρχε ούτε Σύνταγμα ούτε στοιχειώδες κράτος δικαίου, οι δε δικτάτορες μπορούσαν να νομοθετήσουν ό,τι ήθελαν ανά πάσα στιγμή με αναγκαστικούς νόμους ή νομοθετικά διατάγματα. Μαθαίναμε απλώς ένα γραφειοκρατικό corpus κανόνων. «Είναι που χρειάζεται και η γραφειοκρατία», όπως τραγουδούσε ο Σαββόπουλος. Επίσης, καμία φοιτητική ζωή. Οι συναθροίσεις άνω των τριών προσώπων απαγορεύονταν.
Όμως αυτή η ανυπαρξία επίσημης ή θεσμικής πολιτικής ζωής άρχισε συν τω χρόνω, κυρίως μετά το 1970, να υποκαθίσταται από μια έκρηξη εκδοτικών δραστηριοτήτων, την έκδοση ακόμη και πρωτοποριακών περιοδικών και βιβλίων, το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων που άρχισαν να παρακάμπτουν τη λογοκρισία και να ξεθαρρεύουν όλο και πιο πολύ. Ώσπου στο τέλος γίναν νησίδες ελευθερίας. Στους παλαιότερους εκδοτικούς οίκους, τους ειδικευμένους στη νεοελληνική και την ξένη λογοτεχνία (Κέδρος, Εστία, Ίκαρος, Γκοβόστης), ήρθαν να προστεθούν άλλοι, που είχαν ξεκινήσει σχετικά πρόσφατα (Ηριδανός, Οδυσσέας, Δωδώνη, Κάλβος). Εκδόθηκαν βιβλία λογοτεχνικά, όπως π.χ. οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα. Βιβλία μαρξιστικού-λενινιστικού περιεχομένου άρχισαν να εκδίδονται ανοικτά και τούτο, όσο και αν αυτό παραξενεύει, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε τέτοια έκταση. Κυκλοφόρησαν ακόμη, μεταξύ άλλων, το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, τα Δεκαοχτώ κείμενα[1] από τον Κέδρο και την θαρραλέα Νανά Καλλιανέση. Και η καταπληκτική Ελληνική Νομαρχία (ανωνύμου του Έλληνος, έτσι αναγραφόταν ο συγγραφέας) από τις εκδόσεις Κάλβος: ένα ευσύνοπτο μανιφέστο δημοκρατίας του 1806, λίγο πριν την αυγή της εθνικής ανεξαρτησίας μας. Και από το 1972, το θαρραλέο και από κάποια στιγμή και πέρα ανοικτά αντιχουντικό περιοδικό Αντί του Χρήστου Παπουτσάκη.
Εκτός αυτών είχαμε και τον Σαββόπουλο με τις συναυλίες του στο «Κύτταρο», Ηπείρου και Αχαρνών. Τότε μπήκε στην ορολογία μας και η λέξη «μπουάτ». Έπεφτε ένα φοβερό χειροκρότημα κάθε φορά που ξεστόμιζε τη λέξη «Κιλελέρ», με συνοδεία ντεφιού, στο «Πυρκαγιά μες το μυαλό μου πυρκαγιά» από τον Μπάλλο. Περιττό να πω ότι σαν διψασμένος έπεσα με τα μούτρα σε όλα αυτά. Θέατρα, βιβλία, περιοδικά, συναυλίες, διαδήλωση με αφορμή την κηδεία του Σεφέρη (22 Σεπτεμβρίου 1971), Μεγάλος Ερωτικός του Χατζιδάκι (με την συγκλονιστική Φλέρυ Νταντωνάκη, που αργότερα μάθαμε πόσο τραγική μορφή υπήρξε), παράνομες κασέτες με μουσική Θεοδωράκη (Κατάσταση Πολιορκίας, Πνευματικό Εμβατήριο, Τραγούδια του Αγώνα). Ελεύθερος χρόνος πολύς, διότι στις παραδόσεις δεν πολυπηγαίναμε. Περνούσαμε ώρες πολλές στο «Dolce» (ήδη «Φίλιον») ή στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, στη Μασσαλίας συζητώντας για τα πιο απίθανα πράγματα. Π.χ. αν ήταν σωστό ή όχι να επέμβει η Σοβιετική Ένωση στην Τσεχοσλοβακία το 1968, αν το μήνυμα της ρωσικής επανάστασης το χαντάκωσε και το κατέστρεψε ο Στάλιν ή ευθύς εξαρχής ο Λένιν, για την πολιτιστική επανάσταση του Μάο, για τον γαλλικό Μάη του ’68 και τη σεξουαλική απελευθέρωση, για τον Τσε Γκεβάρα, που ήταν ο μόνος επαναστάτης που δεν μας είχε απογοητεύσει. Ήμασταν όλοι ημιμαθείς και πιστεύαμε ότι κατέχουμε το ορθό και φιλονικούσαμε πολύ. Εκεί διαμορφώθηκα πραγματικά, με την έννοια ότι βγήκα στον κόσμο. Ξεθάρρεψα και άρχισα να βρίσκω ένα νόημα σε όσα γίνονταν γύρω μου. Άρχισα να ελπίζω ότι τα πράγματα μπορεί και να αλλάξουν και δεν είναι όλα τόσο μαύρα. Να γίνομαι πιο ατίθασος. Άφησα μούσι και άρχισα να φοράω και αμπέχωνο, νομίζοντας ότι κάνω αντίσταση όχι μόνο στη Χούντα, αλλά και στους γονείς μου.
Όλη αυτή την περίοδο άρχισα να διαβάζω πολιτικά δοκίμια και διεθνή λογοτεχνία, κυρίως γαλλική (όπως Μπαλζάκ, Σταντάλ, Καμύ, κάποιες δε φορές και στο πρωτότυπο]. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες ευχαριστήσεις μου να πηγαίνω στο πατάρι του γαλλικού βιβλιοπωλείου «Κάουφμαν», στη Σταδίου (δυστυχώς δεν υπάρχει πιά), και να ξεφυλλίζω δεκάδες βιβλία, ενώ μόνο κάποια από αυτά μπορούσα να αγοράσω, λόγω μικρού προσωπικού προϋπολογισμού. Όμως βιβλία διάβαζα πάντα, η μεγάλη αλλαγή στην ζωή μου έγινε επί χούντας σε σχέση με τον κινηματογράφο. Τότε γνώρισα πραγματικά τον μεγάλο κινηματογράφο, ενδεικτικά: Μπέργκμαν, Φελλίνι , Αντονιόνι, Παζολίνι (όλες χωρίς εξαίρεση τις μέχρι τότε ταινίες του), Χιροσίμα αγάπη μου του Ρεναί, Με κομμένη την ανάσα του Γκοντάρ, Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι του Τζιόρτζιο Μπασσάνι, Αναπαράσταση του Θ. Αγγελόπουλου και Ευδοκία του Α. Δαμιανού (με το καταπληκτικό ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοΐζου). Τον Ταρκόφσκι τον γνώρισα αργότερα. Είδα και πολλές άλλες ταινίες, που δεν θα τις χαρακτήριζα κλασικές. Ήταν όμως επίκαιρες λόγω της δίψας που είχαμε όλοι να έχουμε μια ευρύτερη πολιτική και ιστορική ενημέρωση, κυρίως για επαναστατικές ή απλώς εξεγερσιακές ενέργειες, όπως οι Φράουλες και αίμα (τίτλος στο πρωτότυπο Strawberry Statement του Stewart Hagman, με θέμα την εξέγερση σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και τη βάρβαρη επέλαση της αστυνομίας στο campus], Σάκκο και Βαντσέτι (ταινία που διηγείται την ιστορία δύο Ιταλών αναρχικών που εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα, μετά από μια παρωδία δίκης το 1927 για πολιτική σκοπιμότητα, με τον Gian Maria Volonté στον ρόλο του Βαντσέτι). Σχετικό και το τραγούδι της Τζόαν Μπαέζ «Ηere’s to you Nicola and Bart, the last and final moment is yours and agony is your triumph», της οποίας την φωνή και μόνο που ακούγαμε μας προκαλούσε ρίγη συγκινήσεως και αισθανόμασταν ότι ανήκουμε όλοι σε μια προοδευτική Διεθνή. Γενικότερα με θυμάμαι επίσης τακτικό θαμώνα στην «Αλκυονίδα», στην Ιουλιανού, όπου είχα δει και μια σειρά από ταινίες με τη ζωή του Λένιν που, αν και έδιναν ένα μήνυμα αντίστασης στη χούντα, μου φαινόντουσαν γκροτέσκες. Αργότερα προστέθηκε στην «Αλκυονίδα» και το σινεφίλ «Στούντιο» στην πλατεία Αμερικής.
Ώσπου καρποφόρησε όλη αυτή η πολιτιστική διεργασία και πέρασε και στον πολιτικό χώρο γεννώντας το φοιτητικό κίνημα. Τις δυο καταλήψεις της Νομικής και το τριήμερο του Πολυτεχνείου, στα οποία έλαβα μέρος, τα βιώσαμε σαν ένα ελληνικό Μάη του ʼ68. Νιώσαμε ότι είμαστε πια εμείς οι πρωταγωνιστές της ζωής μας και της πολιτικής στη χώρα∙ η γενιά μας, και όχι οι παλιοί προδικτατορικοί πολιτικοί ή οι κομματικοί μηχανισμοί, ακόμη και της Αριστεράς. Νιώσαμε σαν κοινότητα, όπου ίσχυε το «απαγορεύεται η απαγόρευση» του Γαλλικού Μάη του ʼ68. Ότι μπορούμε να σκεφτούμε εμείς ξανά όλες τις πολιτικές εμπειρίες του παρελθόντος, να μην τις βλέπουμε σαν τους αξεπέραστους μύθους και να γράψουμε τη δική μας Ιστορία. Διαβάσαμε πολύ, είδαμε ταινίες, ακούσαμε μουσική (το απαγορευμένο που είναι πάντα πιο ηδονικό, δηλ. ο Θεοδωράκης), διάφορα παλιά ξεχασμένα αντάρτικα ή διεθνή τραγούδια αγώνα και ελευθερίας, όπως το «Βella ciao» ή το «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Ξεπεράσαμε τους φόβους μας, τους γονείς μας, κοινωνικοποιηθήκαμε, ζήσαμε ερωτικές στιγμές. Κυριάρχησε βέβαια και μια αναρχικού και αριστερίστικου τύπου ρητορική, αλλά και μια θεωρητική θολούρα. Πανεπιστήμονες και ημιμαθείς. Όμως αυτό ήταν απολύτως λογικό σε μια τόσο κλειστή μέχρι τότε κοινωνία και σε κάθε περίπτωση ζούσαμε κάτι το υγιές, το αυθεντικό και κυρίως το χειραφετητικό. Θυμάμαι πάντα, σαν να έγινε πριν από πέντε λεπτά, από τα μεγάφωνα του Πολυτεχνείου να μεταδίδεται η πάντα απαγορευμένη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ειδικότερα το «όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία» του Κάλβου. Με την Φαραντούρη πάντα. Μήνυμα ζωής. Ήταν πράγματι συναρπαστικές στιγμές!
Και ξαφνικά έγινε το μη αναμενόμενο. Το πραξικόπημα στην Κύπρο και η πτώση δικτατορίας. Η αυτοδιάλυση της, καλύτερα. Η χώρα μπήκε επιτέλους για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία της το 1830 στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, στη δημοκρατική κανονικότητα. Όλοι μεθύσαμε. Μας ήλθαν περισσότερα από όσα είχαμε ελπίσει. Τη νύχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου 1974 πολλοί δεν κοιμηθήκαμε ούτε λεπτό. Εγώ πάντως καθόλου. Αλωνίζαμε, άλλοτε με γνωστούς, άλλοτε με αγνώστους το κέντρο της Αθήνας. Η αστυνομία άφαντη. Μεταξύ πολλών συνθημάτων που ακούγονταν, αυτό που μου εντυπώθηκε μέσα στην αφέλειά του, ήταν το απευθυνόμενο στην προδικτατορική πολιτική τάξη που επανέκαμπτε: «απόψε μη μας προδώσετε».
Αυτή η μέθη κράτησε 6 μήνες έως το δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Μετά άρχισε μια νέα ρουτίνα. Δημοκρατική αυτή τη φορά. Διαπιστώσαμε ότι τα γεγονότα δεν ανταποκρίνονταν στις νεανικές βιασύνες και απολυτότητές μας. Η δημοκρατική συνταγματική πραγματικότητα (για να μη μιλήσουμε για σοσιαλισμούς) δεν ήταν ο επί Γης παράδεισος, αλλά μια κοπιαστική και διαρκής διεκδίκηση χωρίς τέλος, με πιθανά πισωγυρίσματα. Η κρατική γραφειοκρατία, τα όρια του νόμου και η αστυνομία εξακολούθησαν να υπάρχουν και την επομένη της πτώσης της δικτατορίας. Γρήγορα εμφανίστηκε μια μικροαπογοήτευση. Άρχισε η έξαρση για τις μεγάλες και ευγενείς ιδέες να μετατρέπεται σε ένα πολιτικό παιχνίδι, που στη συνέχεια εξελίχτηκε σε κομματικό. Την επαναστατική ποίηση και τον επαναστατικό ρομαντισμό εξακολούθησαν να τον συντηρούν οι αριστεριστές, ομάδες και ομαδούλες. Γρήγορα όμως διαπίστωνε, όποιος τις προσέγγιζε, ότι ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Μας έμεινε η Ανανεωτική Αριστερά, που συνδύαζε την υπόσχεση (ριζικής;) κοινωνικής αλλαγής και παραμονής στον αξεπέραστο πολιτικό και πολιτιστικό ορίζοντα της Ενωμένης Ευρώπης, ο Κύρκος με τη φυσαρμόνικά του, τα φεστιβάλ της Αυγής και του Θουρίου. Όλα αυτά ήταν μια κάποια λύση για να αισθανόμαστε ότι είμαστε πάντα εξίσου νέοι και εξίσου φρέσκοι και δεν έχουμε πλήρως αλλοτριωθεί ή συμβιβαστεί. Μια λύση, όμως, που με τον χρόνο όλο μίκραινε και μίκραινε. Ύστερα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα. Δεν μπορούσαμε να ζούμε εσαεί με συνελεύσεις και συζητήσεις, με θεωρίες και ερωτοτροπίες. Έπρεπε να πάρουμε το πτυχίο μας, να εργαστούμε. Και αυτό σήμαινε αναπόφευκτα συμβιβασμούς και συντηρητικοποίηση, βόλεμα, όσο και αν ο ναρκισσισμός μας δεν μας επέτρεπε να το παραδεχτούμε.
Μετά ήλθε η αλλαγή του 1981. Το θορυβώδες και πομπώδες στυλ της με έκανε επιφυλακτικό, πολύ περισσότερο που, παρά τις θετικές αλλαγές που άρχισαν να σημειώνονται, κυρίως στον τομέα της υπερβάσεως των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου και του οικογενειακού δικαίου, η αλλαγή αυτή γρήγορα εμφάνισε συμπτώματα καθεστωτικής λογικής. Τώρα γίναμε εμείς ιδιοκτήτες του κράτους. Η πολιτική με την έννοια που την είχαμε ζήσει, δηλαδή της κατάκτησης της δημοκρατίας και της επανόδου μιας ευρωπαϊκής ομαλότητας, έχασε τη λάμψη της. Ήταν μια καθημερινότητα και η καθημερινότητα δεν είναι ποτέ ρομαντική. Αν και δεν το καταλαβαίναμε θεωρώντας ότι αυτά που ζήσαμε μας είχαν δώσει ένα αιώνιο ελιξίριο νεότητας, άρχισε να παίρνει τη θέση μας μια νέα γενιά. Η γενιά X. Οι περισσότεροι από εμάς ήταν αφοσιωμένοι στις δουλειές τους, στις οικογένειες που έφτιαξαν και δεν μπορεί να τους ψέξει κανείς γι’ αυτό. Ζήσαμε επίσης σε μια δημοκρατία που κάναμε το λάθος να την θεωρήσουμε δεδομένη και αυτονόητη. Ειδικά μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του υπαρκτού. Εξ άλλου, όπως διακήρυξε ο Φουκουγιάμα, η Ιστορία είχε τελειώσει. Τώρα τα είχαμε όλα και ζούσαμε μια μορφή δημοκρατικής πλήξης. Δεν υπήρχαν πια μεγάλοι συλλογικοί στόχοι. Τους είχαμε πετύχει. Οι στόχοι ήταν πια ατομικοί και εκείνο στο οποίο επικεντρώσαμε την προσοχή μας ήταν η οικονομική μας άνεση. Ο νεοφιλελευθερισμός και ο ακραίος καταναλωτισμός είχε χτυπήσει την πόρτα. Όμως είχαμε «αποκοιμηθεί», με αποτέλεσμα τα δηλητήρια αυτά σαν τον Μιθριδάτη να τα συνηθίσουμε σιγά σιγά και να μην το αισθανθούμε ως μια βαθιά μεταβολή σε σχέση με αυτό που ήμασταν κάποτε. Εξάλλου, αφού οικονομικά πηγαίναμε καλά, όλα καλά. Ταξιδεύαμε, κάναμε διακοπές, είχαμε αυτοκίνητα όλο και περισσότεροι. Συνεχίσαμε να απολαμβάνουμε τον κινηματογράφο, το θέατρο, να πηγαίνουμε σε συναυλίες και σε όπερες στο Μέγαρο Μουσικής, να αγοράζουμε τις νέες σοδειές βιβλίων, άρα να είμαστε και διανοούμενοι και διαφορετικοί από τους πολλούς. Αρχίσαμε να ζούμε και με το Ιντερνέτ. Οι μόνοι αγώνες ήταν οι πολιτικοί αγώνες, διάβαζε το κομματικό παιχνίδι και οι νομοθετικές μεταβολές, άλλως νομοθετικές κατακτήσεις. Οι κοινωνικοί –καλύτερα, οι ανθρώπινοι– αγώνες, δηλαδή αυτοί κατά των αποκλεισμών, υπέρ των ευάλωτων, των περιθωριακών, παρά κάποιες λεκτικές αναφορές από κάποιους, δεν αφορούσαν πια τη βολεμένη πλειοψηφία. Εμείς του ’60 οι εκδρομείς δεν υπήρξαμε τόσο αμόλυντοι από το καθεστώς, όσο διακήρυξε ο Σαββόπουλος.
Χρειάστηκε να έλθει το σοκ των μνημονίων και μετά η εισβολή της Ακροδεξιάς, που στη μέθη της νεότητάς μας θεωρούσαμε ιστορικά πεθαμένη, και πιο πρόσφατα η απόλυτη πλέον κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού με την ανθρωπολογική μεταβολή που επέβαλε, η κρίση του κράτους δικαίου και της ίδιας της δημοκρατίας, η επάνοδος του πολέμου στην Ευρώπη (διότι εκτός Ευρώπης δεν είχε ποτέ σταματήσει) και τέλος ο εφιάλτης Τραμπ για να συνειδητοποιήσουμε και να ξαναθυμηθούμε ότι η ανθρώπινη υπόσταση (συνθήκη) είναι τραγική. Αργήσαμε να αφυπνισθούμε, όσοι αφυπνισθήκαμε. Γράφοντας τις γραμμές αυτές θυμήθηκα αυτά που είπε ο Καμύ στην Στοκχόλμη, τον Δεκέμβριο του 1957, κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο μεγάλος αυτός στοχαστής και συγγραφέας κατέληξε στον λόγο αποδοχής του βραβείου ως εξής: «Αναμφίβολα, κάθε γενιά πιστεύει για τον εαυτό της ότι έχει ως αποστολή να ξαναφτιάξει τον κόσμο. Η δική μου όμως γενιά ξέρει πια πως δεν θα τον ξαναφτιάξει. Η αποστολή είναι ίσως πιο σημαντική. Συνίσταται στο να εμποδίσει τον κόσμο από το να καταστραφεί»[2]. Το να υιοθετήσει κάποιος αυτήν τη φρασεολογία του Καμύ, όπως θα ήθελα να κάνω, δεν είναι ούτε ηττοπάθεια, ούτε χαμήλωμα του πήχη, ούτε αποδοχή της στασιμότητας. Είναι αντίθετα η εκδήλωση μιας πραγματικής ωρίμανσης, που συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι ο στόχος της ζωής δεν είναι μια τελεολογία. Δεν μπορεί να είναι το φτιάξιμο του νέου ανθρώπου, της ειδυλλιακής ουτοπίας σε συλλογικό επίπεδο ή της συνεχούς και πλήρους επιτυχίας και ευτυχίας σε προσωπικό επίπεδο. Αυτό διαπιστώσαμε πάμπολλες φορές μέσα στον 20ό αιώνα ότι δεν γίνεται. Στόχος της ζωής είναι η διαρκής διεκδίκηση, για να μη χαθούν τα πάντα και για να αποτρέπεται το κακό, που διαρκώς επανέρχεται. Όλο κάτι χάνουμε στη διάρκεια της ζωής μας. Φιλίες, έρωτες, υγεία, ζωή. Πρέπει, λοιπόν, μέσα σε αυτή τη συνθήκη να διεκδικούμε συνεχώς την ακεραιότητα της ανθρωπιάς μας, της αδελφοσύνης, που είναι και οι δύο σαν τη «Συννεφούλα» του Σαββόπουλου. Μια μας φεύγουν και μια ξαναγυρνάνε –το τελευταίο, βεβαίως, μόνο αν το προσπαθήσουμε. Η διεκδίκηση ταυτίζεται με τον στόχο, με την κατάληξη. Είναι ο στόχος και η κατάληξη.
Μάλιστα τo δίλημμα που έχουμε πλέον ενώπιόν μας δεν θα είναι πλέον αν θα διεκδικήσουμε μεγαλεπήβολους και μεγαλόστομους στόχους. Θα είναι, αντίθετα, η επιλογή αν θα επιτρέψουμε στη βαρβαρότητα να πάρει το πάνω χέρι ή αν θα διατηρήσουμε ακέραια την ανθρωπιά μας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, η διατήρηση της ανθρωπιάς μας σημαίνει, για παράδειγμα, να πάψουμε να αφήνουμε να πνίγονται αβοήθητοι μετανάστες στη Μεσόγειο μέσα στη γενική αδιαφορία –κάτι που δεν διαφέρει και πολύ από το να τους πνίγουμε ευθέως οι ίδιοι– προκειμένου να μην απειληθεί η ευημερία ή ο πολιτισμός του άπαρτου «κάστρου» Ευρώπη…
⸙⸙⸙
[Ο Χρήστος Ράμμος είναι Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας ε.τ. και πρώην Πρόεδρος της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών.]
[1] των Σεφέρη, Αναγνωστάκη, Κάσδαγλη, Κοτζιά, Κουμανταρέα, Πλασκοβίτη, Ρούφου και Χειμωνά κ.λπ.
[2]Στα γαλλικά «Chaque génération, sans doute, se croit vouée à refaire le monde. La mienne sait pourtant qu’elle ne le refera pas. Mais sa tâche est peut-être plus grande. Elle consiste à empêcher que le monde ne se défasse».

