Μάιλα Γκαρθία Αμορός

Από την αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη – Ιωάννας Τσάτσου

Οι επιστολές που παρουσιάζονται αποτελούν μέρος της ευρείας αλληλογραφίας του Γιώργου Σεφέρη με την αδερφή του Ιωάννα Σεφεριάδη (μετέπειτα Τσάτσου). Το επιστολογραφικό αυτό υλικό φυλάσσεται στο Αρχείο της Γενναδείου Βιβλιοθήκης της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας. Οι επιστολές του Σεφέρη βρίσκονται στον φάκελο 52, υποφάκελο 1 του Αρχείου Κωνσταντίνου και Ιωάννας Τσάτσου, ενώ οι επιστολές της Ιωάννας εντοπίζονται στον φάκελο 99, υποφάκελο 1 του Αρχείου Γιώργου Σεφέρη.

Ο μεγάλος αριθμός των επιστολών –ανέρχονται σχεδόν στις 800– μας οδήγησε στην απόφαση να χωρίσουμε τις επιστολές σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος, που περιλαμβάνει τα χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στο 1919 και το 1924, αντιστοιχεί στα χρόνια που ο Σεφέρης ήταν φοιτητής στο Παρίσι. Ξεκινάει λίγο πριν την αναχώρηση της Ιωάννας, με τη μητέρα και τον μικρό αδερφό τους Άγγελο, στην Αθήνα και λίγο αργότερα στη Σμύρνη το καλοκαίρι του 1919. Το ταξίδι αυτό σηματοδοτεί τον χωρισμό της οικογένειας που για διάφορους λόγους δεν θα ξαναζούσε πια μαζί. Η πρώτη αυτή περίοδος κλείνει τον Δεκέμβριο του 1924, λίγους μήνες πριν τον γυρισμό του Σεφέρη στην Ελλάδα. Η δεύτερη περίοδος ξεκινά το 1927 με επιστολές της Ιωάννας από το Λονδίνο, ενώ η αλληλογραφία γίνεται πιο τακτική από το 1931, έτος που συμπίπτει με την αναχώρηση του Σεφέρη στο Λονδίνο ως υποπρόξενος της Ελλάδας. Η περίοδος ολοκληρώνεται το 1937 μετά την υπηρεσία του στην Αλβανία. Αξίζει να σημειωθεί πως η αλληλογραφία διακόπηκε απότομα τα χρόνια του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν έχουμε καμία επιστολή ως το 1948, όπου αρχίζει η τρίτη περίοδος, η οποία εκτείνεται ως το 1970, έναν χρόνο πριν τον θάνατο του ποιητή.

Διάφοροι είναι οι λόγοι για τους οποίους η πρώτη περίοδος διαφαίνεται ως πιο ενδιαφέρουσα. Αφενός, επειδή πρόκειται για την παλαιότερη, χρονολογικά, αλληλογραφία του ποιητή και αφετέρου διότι αντιστοιχεί στα χρόνια της ποιητικής του διαμόρφωσης. Στις επιστολές αυτής της περιόδου φανερώνονται πολλά ζητήματα, όπως η πρώτη του δυσπιστία στην ελληνική γλώσσα, η δυσαρέσκεια προς τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή (με λίγες εξαιρέσεις) και ο μεγάλος πειρασμός του να γράψει στα γαλλικά. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι τα χρόνια εκείνα η Ιωάννα ήταν ο άνθρωπος εμπιστοσύνης του νέου ποιητή, καθώς με εκείνη μοιραζόταν το μεγάλο ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Γι’ αυτόν τον λόγο στις επιστολές του εκφράζονται αυθόρμητα και ελεύθερα οι απόψεις του για την ελληνική λογοτεχνία της εποχής. Πρόκειται, επομένως, για ένα πολύ σημαντικό τεκμήριο για τα νεανικά του χρόνια και για τη διαμόρφωση του ποιητικού του ύφους.

Στην παρούσα δημοσίευση παρουσιάζουμε ένα μικρό δείγμα των επιστολών της πρώτης περιόδου που θα εκδοθούν τους πρώτους μήνες του 2021. Σ’αυτό το σημείο θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε θερμά την κυρία Δέσποινα Μυλωνά και την κυρία Άννα Λόντου, οι οποίες, προθύμως, μας παραχώρησαν τα πνευματικά δικαιώματα μελέτης και έκδοσης. Οι επιστολές που ακολουθούν είναι μία του Σεφέρη και μία της Ιωάννας, από τις πρώτες που γράφτηκαν μετά την Καταστροφή της Σμύρνης. Τα δύο αδέλφια είχαν περάσει μαζί το καλοκαίρι του 1922 στο Παρίσι. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η Ιωάννα και η μητέρα τους είχαν ξεκινήσει για την Αθήνα με σκοπό να φτάσουν στη Σμύρνη. Ο Σεφέρης, που τότε έγραφε τη διδακτορική του διατριβή, παρέμεινε στο Παρίσι με τον πατέρα [1]Εκείνο το καλοκαίρι του 1922 ο Στέλιος Σεφέριάδης δεν κατοικούσε με την οικογένειά του. και τον αδελφό τους Ἀγγελο. Μέσα σ’ αυτές τις περιστάσεις οικογενειακού αποχωρισμού συνέβη η Καταστροφή. Στην επιστολή του Σεφέρη διαφαίνεται καθαρά η αγωνία του για τους συγγενείς που ζούσαν στη μικρασιατική πόλη, ενώ στην επιστολή της Ιωάννας μαθαίνουμε για την αρρώστια της. Σχετικά μ’ αυτή την αρρώστια, μας πληροφορεί αργότερα η ίδια στο έργο της Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, όπου εξηγεί ότι συγκλονίστηκε, όταν είδε τον θείο τους Σωκράτη να φτάνει στην Αθήνα πρόσφυγας από τη φλεγόμενη Σμύρνη [2]Ιωάννα Τσάτσου, Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1971, σ. 177.. Η απόγνωση για την Καταστροφή είναι εμφανής και στις δύο επιστολές. Ο Σεφέρης προσπαθεί να αποδεχτεί τη νέα πραγματικότητα, ενώ η Ιωάννα φτάνει σε σημείο να αναρωτιέται για το νόημα της ζωής της. Ιδιαίτερα συγκινητικά, όμως, είναι τα λόγια με τα οποία ενθαρρύνει τον αδελφό της, που φανερώνουν πως τον θεωρούσε ήδη από τότε σπουδαίο ποιητή.

Το επιστολικό υλικό της πρώτης περιόδου είναι εξαιρετικά εκτενές, αποτελείται από 235 επιστολές, 118 της Ιωάννας και 117 του Σεφέρη, οι περισσότερες από τις οποίες είναι πολυσέλιδες. Η κατάσταση των χειρογράφων είναι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αρκετά καλή. Είναι εμφανές ότι και οι δύο φύλαξαν επιμελώς την αλληλογραφία τους, η οποία παρουσιάζεται τακτοποιημένη στα αρχεία τους. Στις επιστολές της Ιωάννας η γραφή είναι ευδιάκριτη, ενώ στις επιστολές του Σεφέρη η μελέτη του γραφικού χαρακτήρα του ποιητή απαιτούσε προσοχή σε πολλά σημεία.

Σημαντικό ζήτημα, που τέθηκε από την αρχή της έκδοσης, ήταν το θέμα της διατήρησης της ορθογραφίας των χειρογράφων ή της προσαρμογής τους στη σύγχρονη επικρατούσα ορθογραφία. Θεωρήσαμε, λοιπόν, δίκαιο να προσφέρουμε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να διαβάσει τις επιστολές χωρίς ιδιαίτερες παρεμβάσεις, αποκαλύπτοντας τις γλωσσικές και ορθογραφικές επιλογές των αποστολέων, οι οποίες αποτελούν ένα δείγμα της γλώσσας της εποχής. Επομένως, κρατήσαμε τύπους όπως «κυττάζω» αντί «κοιτάζω», «πειο» αντί «πιο» ή «ώμμορφος» αντί «όμορφος», για να αναφέρουμε μόνο μερικά παραδείγματα. Καταγράψαμε, επίσης, τις υποτακτικές με –η αντί με –ει. Τέλος, διατηρήσαμε τους ιδιωματισμούς της Μικράς Ασίας, όπως το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ως –ομε, το τελικό –ν σε ορισμένους αόριστους στο τρίτο ενικό πρόσωπο, καθώς και χαρακτηριστικούς τύπους όπως «ξουρίζω» αντί «ξυρίζω», «ζουλεύω» αντί «ζηλεύω» ή «πορπατάω» αντί «περπατάω», με σκοπό να φέρουμε τον αναγνώστη όσο πιο κοντά γίνεται στο χειρόγραφο τεκμήριο.

Maila García Amorós

1.

Παρίσι, 15, Rue Bréa, 30 Σεπτέμβρη 1922. Σάββατο

Μπεμπούλα μου, ἀγαπημένη μου ἀδερφούλα. Ἔπειτα ἀπό ἕνα σχεδόν μῆνα σιωπῆς σας πῆρε σήμερα ὁ μπαμπᾶς ἕνα γράμμα σου καί ὁ Ἄγγελος ἕνα ἄλλο τῆς μαμᾶς. Θέλησαν νά μοῦ τά δώσουν καί τά διάβασα. Δόξα σοι ὁ Θεός! Περίμενα χειρότερα νέα. Ὕστερα ἀπό τέτοιες εἴδησες καί τέτοιες σιωπές. Τώρα ζοῦνε οἱ ἄνθρωποι, τά χτήματα καμμένα χερσωμένα, χέρσα νά μείνουν. Δέν πειράζει. Θά βρεθῆ γιά τόν καθένα ἕνα κόμματι ψωμί. Θά ἤθελα νά μοὔγραφες κ’ ἐμένα: τί κάνουν τά || παιδιά, οἱ θεῖοι; Τί σοῦ λένε καί τί σκέπτονται γιά τό μέλλον; Τό μέλλον, πόσα ὄνειρα τσίρωσαν [3]Έκαψαν, κατέστρεψαν. τά φτερά τους στίς φλόγες πού ρήμαξαν τή Σμύρνη, τήν πουλημένη μέ τό δράμι στή ζυγαριά τοῦ ἀρβανιτο-μωραΐτη. Τέλος πάντων, τώρα ἐπανάσταση. Ξαναγέννημα ἄραγε τῆς ρωμιοσύνης ἤ τελευταία ἀναλαμπή; Θέλω νά ἐλπίζω τό πρῶτο. Ἡ πρώτη μου λέξη ἅμα διάβασα τά τελευταῖα γεγονότα τῆς Ἀθήνας ἦταν «δέν ψοφήσαμε». Ὁ Θεός νά τά βγάλη ἀλήθεια, ὑποθέτω νά μήν τά χαλάση ὅλα ὁ καινούργιος εὐρωπαϊκός πόλεμος πού μουγκρίζει ἀπό ὤρα σέ ὥρα καί φτάνει. Ἅμα θά πάρης τό γράμμα μου, ποιός ξέρει || σέ ποιά μέτωπα θά ροβολᾶνε οἱ καβαλάρηδες τῆς ἀποκάλυψης. Δέν πειράζει, οἱ ἀπελπισμένοι θά βροῦνε γωνιές γιά νά ξεράσουν τό ἄχτι τους καί οἱ Φράγκοι θά πλερώσουν τήν ἀνεμελιά τους, τήν ἀναντρία τους καί τή στραβομάρα τους. Τά σφαγμένα γυναικόπαιδα τῆς Σμύρνης ξεδικιοῦνται. Ὑπάρχουν γυναῖκες πού σκοτώνουν καί στόν τάφο ἀκόμα καί τή Σμύρνη τή λέγαν γκιαούρ. Ἀδερφούλα μου, δίκιο καί σωστό εἶναι νά σοῦ γράφω ἐσένα, ποιανοῦ θέλεις νά μιλήσω, στό ἀλλουνοῦ; Εἶμαι εὐχαριστημένος τό κάτω κάτω πού γεννήθηκες καί ’σύ καί μπορῶ νά σοῦ γράφω ὁρισμένα πράμματα, πού ἄλλος κανείς δέ θά καταλάβη. Ὁ μπαμπᾶς τἄφτιαξε ὅλα λέγοντας πώς ὅλα εἶναι ζήτημα ἀπόφασης καί πώς πρέπει νά τό πάρωμε ἀπόφαση. Σωστά, ἐξαρτᾶται ὅμως ἀπό τούς χαρακτῆρες πῶς θά τό πάρη καθένας ἀπόφαση. Ἐκεῖνός που ἔσωσε τίς ἰδέες στό τέλος τοῦ καθενός, ἄλλες ἰδέες ἔδωκε στόν ἕναν καί ἄλλες στόν ἄλλονα κ’ ἐγώ δέν ἔχω καμμίαν ὄρεξη νά ζήσω κυνηγῶντας κάποια παραδάκια ἤ κάποια σαλαμαλέκια [4]Όρος πού προέρχεται από την αραβική γλώσσα salem-aleikum (εἰρήνη ὑμῖν) και πέρασε στην ελληνική διαμέσου της τούρκικης γλώσσας. καί τό περίεργο εἶναι πώς αὐτή μου ἡ μή ἐπιθυμία εἶναι ὅλως διόλου παρά τή λογική τοῦ κεφαλιοῦ. Ἔχω μέσα μου ἕνα μοιραῖο καλό ἤ κακό, ποιός τό ξέρει, πού μοιάζει σάν ἕνα κάποιο ἄλογο κάποιου ἱππότη πού δέν ἄκουγε ἅμα τό διατάξαν γιά φυγή. Ὁ καβαλάρης του, τόν σκότωσαν σέ κάποια ῥεμματιά. Βλέπεις ἀδερφούλα μου, δέν ἔχω τίποτα θετικό μέσα μου γιά τήν καινούργια κατάσταση, ἔχω ἀνάγκη νά σοῦ γράψω καί σέ παρακαλῶ νά μέ συχωρέσης πού δέ σοῦ γράφω πειό πρακτικά.

Κύτταξε σέ παρακαλῶ τή μαμά, μά πολύ καί τόν ἑαυτό σου, τί μέρες πέρασα μέ τήν εἴδηση τῆς ἀρρώστιας σου ἕνας Θεός ξέρει, ἐπί τέλους εἶσαι καλά, κύτταξε νά δυναμώσης, μά νά τό κυττάξης. Ὁ μπαμπᾶς θά σᾶς στέλνει ὅ,τι χρειάζεστε. Ἄλλως τε θά τόν ἔχετε τώρα πολύ σύντομα κοντά σας. Φίλησέ μου ὅλους τούς Σμυρνιούς καί γράψε μου τά καθέκαστα γιά τό καθένα. Τά κλάματα διορθώνουν τίποτα. Τώρα πρέπει νἄχετε κέφι πού σωθήκανε.

Σέ φιλῶ.

Γιῶργος

2.

Πέμπτη 6 Ὀκτωβρίου 1922

 Γιωργοῦλο μου

Θέλω νά σοῦ γράψω τόσο καιρό μά ἔχω τόση λύπη πού φοβᾶμαι μή σοῦ κάνω περισσότερο κακό παρά καλό. Δέ ξέρεις πόσο ἔχει ξεσκεπάσει τόν ἄνθρωπο αὐτή ἡ καταστροφή. Ἀπό τή μία ἡ ἀπεράντη δυστυχία, γυναῖκες καί μωρά ἄστεγα, πεινασμένα, ὁ χειμῶνας πού ἀρχίζει καί ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἐγωισμός κι’ ἡ ξενοιασιά. || Ἡ ζωή στήν Ἑλλάδα; Μιά Ἀθήνα βρώμικη, δυστυχισμένη, ξεχειλωμένη κι’ οἱ ἄνθρωποι πού πλέκουν στό σπασμωδικό κοσμάκι ἔκφυλοι καί κουτοί. Φυσικά ἄν εἶναι δυό τρεῖς καλοί χάνονται σ’ αὐτή τή κοσμοχαλασιά. Ὅσο γιά τέχνη ξέχασέ τήν, Γιωργοῦλο, τώρα πειά ἔχωμε ξαναγυρίσει στή πρωτόγονη κατάστασι, τό μόνο πρᾶμμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι πῶς νά ζήση κανείς.

 Γιωργοῦλο μου, εἶμαι δυστυχισμένη. Ποτέ δέν εἶδα πειό καθαρά πόση ἀσκήμια || μπορεῖ νά κλείση ἡ ζωή. Θά ἤθελα νά ὑπῆρχε ἕνας τόπος ἀπόλυτα ὤμμορφος πού οἱ ἄνθρωποι νά μήν εἶχαν παρά μιά σκέψι, μιά ἀπασχόλησι, πῶς νά φτάσουν στήν ὠμμορφιά. Τίποτα ἄλλο παρά ἡ γραμμή κι’ ἡ ἰδέα. Φαντάζεσαι Γιωργοῦλο μου νά ζῆς σ’ ἕνα τέτοιο τόπο νά γράφης στίχους χωρίς ἔννοιες καί χωρίς γρίνες. Ἀγόρι μου ξέρεις πώς σέ καταλαβαίνω. Δέ βαρειέσαι, εἴμαστε δυστυχισμένοι ἄνθρωποι δέ καταλαβαίνω γιατί γεννήθηκα, ἐσύ ναί, ἔπρεπε νά γεννηθῆς, θά κάνης κἄτι καλό, ἔχεις αὐτή τή δύναμι, θἄρθη καιρός πού οἱ ἄνθρωποι πού θἄρθουν θά μουρμουρίζουν τὄνομά σου μέ || συγκίνησι καί εὐγνωμοσύνη. Ἡ δική μου ὅμως ζωή εἶναι ἄδικη, ἄδικη. Γιωργοῦλο, μήν ἀκοῦς τί σοῦ λέω, εἶναι σκέψεις τῆς στιγμῆς πού περνοῦν, μή διαβάσης σέ κανένα τό γράμμα μου θά μέ θαροῦν γιά τρελή.

 Σήμερα τ’ ἀπόγεμμα ξαναδιάβασα παληά σου γραμματάκια, ὁλόκληρη ζωή μοὔκαναν καλό. Ξαναδιάβασα «Τόν ἄνθρωπο πού αὐτοκτόνησε». Τέσσερα χρόνια τώρα εἶναι αὐτό τό ποίημα καί ποτέ μου δέν τό διάβασα χωρίς νά νοιώσω ξεκλόνισμα δυνατό. Νά πῶς νά καταλάβης μιά ἰδέα γερή. Τί ἐξέλιξι ὅλο αὐτό τό καιρό, τότε μᾶς ἄρεσε Hugo, καί τώρα Laforgue καί ἐν τῶ μεταξύ τόσοι ἄλλοι κι’ αὐτό μένει πάντα βουνό σἄν τήν ἀλήθεια. Τό διάβασα τοῦ Ἀλέκου, ἐνθουσιάστηκε κυριολεκτικῶς. Γιωργοῦλο μου σ’ ἀγαπῶ πολύ τό ξέρεις μή θυμώσης πού δέ σοῦ γράφω συχνά, ἔχω τήν ψυχή ἄρρωστη.

Χιλιάδες φιλάκια.

Ἰωάννα.

 Ἡ Ντεπή μοῦ ἔχει ἕνα ζευγάρι gris κάλτσες μεταξωτές. Πές της νά σοῦ τίς δώση νά μοῦ τίς στείλης Poste Restante ταχυδρομικῶς ἀσφαλισμένως. Τίς ἔχω ἀνάγκη πολύ. Σοῦ στέλνω Δρόμους καί μονοπάτια Θρασύβουλου Σταύρου.

Υποσημειώσεις[+]

Κύλιση στην κορυφή