Νοέμβριος 1990 – αρχές 1991. Ηράκλειο Κρήτης. Τρίτη Λυκείου.
Η χρονική αυτή στιγμή δεν λειτουργεί απλώς ως σημείο στο ημερολόγιο. Λειτουργεί ως ιστορική τομή υποκειμενοποίησης. Τα σχολεία κλείνουν για μήνες, όχι ως ατύχημα, αλλά ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής άρνησης απέναντι σε μια συγκεκριμένη αναδιάρθρωση της παιδείας.
Οι καταλήψεις δεν είναι απλώς πολιτική πρακτική αλλά αναστολή του κανονικού χρόνου της πειθαρχίας, μια προσωρινή αποδιάρθρωση της σχολικής κανονικότητας που επιτρέπει να φανεί ο μηχανισμός της εξουσίας.
Το σχολείο, ως θεσμός, παύει να λειτουργεί. Το σχολείο, ως έννοια, απογυμνώνεται. Δεν περνώ ούτε μία μέρα απ’ έξω από το σχολικό κτήριο, όχι από αποχή ή αδιαφορία, αλλά επειδή το κτήριο έχει χάσει τη λειτουργία του. Η μάθηση μετακινείται. Το σπίτι γίνεται τόπος μελέτης, όχι όμως με την έννοια της ιδιωτικοποίησης της γνώσης, αλλά με την έννοια της αυτοανάληψης της ευθύνης του χρόνου. Χωρίς κουδούνια, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς επιτηρητή, ο χρόνος παύει να είναι μετρήσιμος και γίνεται πυκνός.
Το πολιτικό πλαίσιο είναι απολύτως σαφές και απολύτως βίαιο στη σύλληψή του. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με υπουργό Παιδείας τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο, επιχειρεί μια συνολική πειθαρχική ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης, όχι ως πεδίου γνώσης, αλλά ως μηχανισμού κανονικοποίησης. Το πολυνομοσχέδιο που έμεινε γνωστό ως «της ποδιάς» δεν είναι απλώς συντηρητικό. Είναι αντιδραστικό με τη βαθιά πολιτική έννοια του όρου. Επαναφέρει συμβολικά και υλικά σχήματα ελέγχου: ποδιά, σημαία, κατάργηση μαθητικών συλλογικοτήτων, αυστηροποίηση απουσιών, πειθαρχικός έλεγχος της εξωσχολικής ζωής, εισαγωγικές εξετάσεις χωρίς δικαίωμα δεύτερης ευκαιρίας. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συρρίκνωση κοινωνικών παροχών, αμφισβήτηση της δωρεάν σίτισης και στέγασης, προετοιμασία του εδάφους για ιδιωτικά ΑΕΙ. Η παιδεία μετατρέπεται από δικαίωμα σε επένδυση, από δημόσιο αγαθό σε πεδίο ταξικής διαλογής.
Η κοινωνική αντίδραση είναι μαζική και πρωτόγνωρη. Καταλήψεις στο 70% των σχολείων, διαδηλώσεις, συγκρούσεις, ένα μαθητικό και φοιτητικό σώμα που αρθρώνει λόγο χωρίς κομματική καθοδήγηση. Και μέσα σε αυτό το πεδίο έντασης, για πρώτη φορά —τουλάχιστον στο Ηράκλειο— έρχονται στην επιφάνεια και πλευρές σκοτεινές. Κυκλοφορούν αφηγήσεις και μαρτυρίες για καταστάσεις απορρύθμισης μέσα στα κατειλημμένα σχολεία: όχι μόνο πολιτική σύγκρουση, αλλά και κοινωνική έκθεση ανηλίκων σε συνθήκες βίας και σύγχυσης, ιδίως γύρω από τη σεξουαλικότητα. Μήνες αργότερα, κάποιες από αυτές τις ιστορίες θα αποκτήσουν υλικό βάρος, ακόμη και ιατρικές συνέπειες. Δεν πρόκειται εδώ για ηθική καταγγελία των καταλήψεων, αλλά για μια κρίσιμη πολιτική διαπίστωση: η κατάρρευση του θεσμικού πλαισίου δεν γεννά αυτομάτως χειραφέτηση· μπορεί να γεννήσει και βία. Η ελευθερία χωρίς παιδαγωγική φροντίδα δεν είναι απελευθέρωση· είναι εγκατάλειψη.
Ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή συνθήκη —πολιτική αφύπνιση και κοινωνική απορρύθμιση— ανοίγεται για μένα ένας άλλος δρόμος: ο δρόμος της σκέψης. Το Αντιλεξικό του Βοσταντζόγλου δεν λειτουργεί ως βοήθημα, αλλά ως αντι-σχολικό γεγονός στο δωμάτιό μου. Δεν σε μαθαίνει λέξεις, σε μαθαίνει να αμφισβητείς τη σταθερότητα της σημασίας. Το νόημα παύει να είναι ιδιοκτησία και γίνεται σχέση. Η γλώσσα παύει να είναι διαφανές μέσο και αποκαλύπτεται ως πυκνό πεδίο συγκρούσεων. Πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης μη γραμμικό, μη ιεραρχικό, βαθιά αντι-τελεολογικό. Εκεί όπου το σχολείο ζητά σωστή απάντηση, το Αντιλεξικό ζητά μετατόπιση. Και είναι που απολαμβάνω περισσότερο όλα τα μετέπειτα χρόνια της ζωής μου.
Παράλληλα, τα υλικά της φιλολόγου μου Μαίρης Αργυροπούλου για τις Πανελλήνιες —Οιδίποδας Τύραννος και Επιτάφιος του Περικλή— παύουν να είναι εξεταστέα ύλη και μετατρέπονται σε οντολογικά κείμενα. Ο Οιδίποδας δεν είναι πια τραγικός ήρωας, είναι η μορφή της γνώσης που επιμένει να γνωρίσει ακόμη κι όταν το τίμημα είναι η αυτοτύφλωση. Ο Επιτάφιος δεν είναι ρητορικό επίτευγμα. Είναι μηχανισμός συγκρότησης πολιτικού σώματος μέσω λόγου, μνήμης και θανάτου. Μέσα σε αυτή την πυκνή συνύπαρξη γλώσσας, εξουσίας και τραύματος, συμβαίνει κάτι ακόμη: για πρώτη φορά αρχίζω να γράφω ποίηση.
Υπογράφω ως Αίας. Η γραφή δεν είναι λογοτεχνική φιλοδοξία. Είναι ανάγκη. Είναι απόπειρα να ειπωθεί κάτι που δεν χωρά ούτε στον σχολικό λόγο ούτε στον πολιτικό λόγο της εποχής. Η πρώτη ποιητική συλλογή που γράφω —και που παραμένει ακόμη στο αρχείο μου— φέρει τον τίτλο Ο Μηδέν Ειδώς Οιδίπους. Ο Οιδίποδας που δεν βλέπει δεν είναι μόνο τραγικός, είναι το υποκείμενο μιας εποχής που γνωρίζει χωρίς εγγυήσεις, που προχωρά χωρίς καθοδήγηση, που αναλαμβάνει το σκοτάδι ως όρο της γνώσης.
Και έπειτα, Θεσσαλονίκη. Πολυήμερη σχολική εκδρομή. Ενώ οι συμμαθητές πηγαίνουν σε μια ντισκοτέκ κάπου έξω από την πόλη —το όνομα έχει χαθεί, όπως χάνονται τα ονόματα της εφήμερης κατανάλωσης— εγώ κινούμαι προς δύο κατευθύνσεις: σινεμά που παίζει το Άντε Γεια… του Γιώργου Τσεμπερόπουλου και δισκάδικο για να αγοράσω τον δίσκο του Σπανουδάκη. Η ταινία δεν είναι απλώς λαϊκή. Είναι αλληγορία μετάβασης. Ο Χρήστος δεν αποτυγχάνει, εγκαταλείπει τη φαντασίωση της ταυτότητας. Όπως κι εμείς, σε εκείνη τη στιγμή.
Το κλειδωμένο πιάνο της ταινίας συνομιλεί βαθιά με το Αντιλεξικό και με την ποίηση: είναι το σύμβολο μιας δυνατότητας που υπάρχει, αλλά απαιτεί ρήξη για να ακουστεί. Η λαϊκότητα της ταινίας δεν αναιρεί τη θεωρητική της πυκνότητα, αλλά την εντείνει. Μιλά για μια κοινωνία που αλλάζει χωρίς να έχει επεξεργαστεί το παρελθόν της.
Αναδρομικά, γίνεται σαφές ότι οι καταλήψεις του 1990-91 δεν ήταν απλώς μια ιστορική στιγμή. Ήταν εργαστήριο υποκειμένων. Εκεί, για πρώτη φορά, ο χρόνος της μάθησης αποσυνδέθηκε από τον χρόνο της πειθαρχίας. Η γνώση έγινε εμπειρία, η εμπειρία γραφή, η γραφή τρόπος ύπαρξης. Και αυτός ο τρόπος ύπαρξης δεν επέστρεψε ποτέ πλήρως στην κανονικότητα. Ούτε όφειλε.
Το αποτέλεσμα όλης αυτής της περιόδου στην Τρίτη Λυκείου δεν ήταν, τελικά, ούτε η επιτυχία ούτε η αποτυχία με τη στενή σχολική έννοια. Ήταν κάτι βαθύτερο και πιο αμφίσημο: η απόκτηση μιας ελευθερίας σκέψης, η οποία όμως δεν ήταν χωρίς κόστος. Το τρίμηνο του εγκλωβισμού στο σπίτι, μέσα στα βιβλία, στα κείμενα, στη γλώσσα που αποσυνδεόταν σιγά-σιγά από τη χρηστική της λειτουργία, δεν παρήγαγε απλώς γνώση. Μετατόπισε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμουν. Η σκέψη έπαψε να είναι απάντηση σε ερώτημα και έγινε κίνηση, απόκλιση, παρέκκλιση.
Όταν ήρθε η στιγμή των Πανελληνίων, αυτή η μετατόπιση δεν μπορούσε να ανασταλεί. Το θέμα της Έκθεσης —οι Ολυμπιακοί Αγώνες— προσφερόταν για μια ασφαλή, αναπαραγώγιμη, «ορθή» ανάπτυξη: εθνικό ιδεώδες, αθλητικό πνεύμα, παγκόσμια ειρήνη, νεολαία. Όμως εκείνη τη στιγμή, σχεδόν ακούσια αλλά απολύτως συνειδητά, επιλέγω να κάνω κάτι άλλο: άρση της θέσης του θέματος. Να αποσπάσω τη θεματική από τη ρητορική της συναίνεσης και να τη μεταφέρω σε ένα πιο φιλοσοφικό επίπεδο, να μιλήσω για το σώμα, για τον ανταγωνισμό, για το θέαμα, για τη μετάβαση από την τελετουργία στην εμπορευματοποίηση. Να γράψω όχι αυτό που «έπρεπε», αλλά αυτό που είχε ήδη εγκατασταθεί ως τρόπος σκέψης.
Η επιλογή αυτή είχε συνέπειες. Το γραπτό μου οδηγήθηκε σε αναβαθμολόγηση. Η είσοδος στο Πανεπιστήμιο δεν ήρθε. Είχα δηλώσει μόλις τέσσερις σχολές. Εκείνη τη στιγμή, αυτό που είχε ανοιχτεί ως ελευθερία, εγγράφηκε θεσμικά ως αποτυχία. Το σύστημα δεν τιμώρησε μια λανθασμένη απάντηση. Τιμώρησε μια απόκλιση από το επιτρεπτό μοντέλο σκέψης. Η παιδεία, εκείνη τη στιγμή, αποκάλυψε τον πραγματικό της πυρήνα: δεν επιβραβεύει την πρωτοτυπία, αλλά τη σωστή αναπαραγωγή.
Ακολούθησε ένας χρόνος πυκνός, αλλά εξωτερικά «χαμένος». Ένας χρόνος χωρίς τίτλο, χωρίς ιδιότητα, χωρίς θεσμική επικύρωση. Και όμως, ήταν ίσως ο πιο καθοριστικός. Γιατί τότε έγινε συνειδητό κάτι κρίσιμο: ότι η ελευθερία σκέψης, για να επιβιώσει μέσα στο σύστημα, οφείλει να γνωρίζει τα μοντέλα. Όχι για να υποταχθεί σε αυτά, αλλά για να τα χειριστεί. Να μάθει πότε να αποκλίνει και πότε να συμμορφώνεται στρατηγικά. Να γράφει όχι «αυθόρμητα», αλλά με επίγνωση των μορφών, των προσδοκιών, των μηχανισμών αξιολόγησης.
Τη δεύτερη φορά, η είσοδος στο Πανεπιστήμιο ήρθε με πολύ μεγάλη επιτυχία. Όχι ως δικαίωση, αλλά ως αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Γράφοντας πια έκθεση και μόνο, αναπαράγοντας συγκεκριμένα μοντέλα γραφής και σκέψης, γνωρίζοντας πού πατάω και τι κάνω. Στην Αθήνα, στη Φιλοσοφική και στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, η σκέψη βρήκε πια τον χώρο να κινηθεί, αλλά χωρίς αυταπάτες: η ελευθερία δεν χαρίζεται. Διαπραγματεύεται.
Κι έτσι, εκείνο το τρίμηνο των καταλήψεων —εκείνη η περίοδος που φαινομενικά «πάγωσε» τον χρόνο— αποδείχθηκε τελικά ο πιο παραγωγικός χρόνος όλων. Όχι επειδή οδήγησε ευθύγραμμα κάπου, αλλά επειδή διέκοψε τη γραμμικότητα. Άνοιξε έναν τρόπο σκέψης που δεν χωρούσε αμέσως στο σύστημα, αλλά το υποχρέωσε, αργά ή γρήγορα, να τον αντιμετωπίσει. Και αυτό, ίσως, ήταν το πιο πολιτικό αποτέλεσμα εκείνης της παιδείας που γεννήθηκε μέσα από την αναστολή της ίδιας της παιδείας.

