Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Νατάσα Κεσμέτη

Ἀργοί Ὀνειρευτές

Τότε πού τούς πρωτοσυνάντησα κάθονταν σ’ ἕνα πεζούλι κι ἔκτοτε τούς ἔβρισκα ἐκεῖ: ἄλλοτε δυό τρεῖς μαζί, ἄλλοτε κάποιος μόνος του, συχνά ὄρθιος, ἀκουμπώντας σ’ ἕνα πετρόχτιστο ρημάδι μέ τό βλέμμα στυλωμένο στό πέλαγος…

Ὀκνόν ἔχεις, προφήτην ἔχεις…; Εἰρωνεύεται ἡ παροιμία ἤ δηλώνει κάτι ἀκριβό, ἕνα μεγάλο χάρισμα; Ὡστόσο παρακαλοῦμε: πνεῦμα ἀργίας μή μοί δῶς;

Στήν Ἑλληνορωμαϊκή μυθολογία, ὁ Ὄκνος ἦταν ἐγγονός τοῦ Τειρεσία ἀπό τήν κόρη του Μαντώ καί τοῦ βασιλιᾶ Τιβερίνου τῆς Alba Longa. Διαβάζουμε γι’ αὐτόν πώς ἦταν μιά ἀλληγορική θεότητα: προσωποποίηση τῆς νωθρότητας, τῆς βραδύτητας, τῆς ματαιοπονίας, τῆς ἀτολμίας τοῦ δισταγμοῦ, τῆς καθυστέρησης… Τό ἴδιο τό χάσιμο τοῦ χρόνου. Εἶχε καταδικαστεῖ νά περάσει τήν αἰωνιότητα στόν Ἅδη ὑφαίνοντας ἕνα σκοινί ἀπό ἄχυρο. Ὁ Πολύγνωτος τόν εἶχε ζωγραφίσει νά πλέκει τό σκοινί του, ἐνῶ στό βάθος ἕνας γάϊδαρος τό ἔτρωγε.

Σπανίως τούς ἔβλεπα πάνω στά δικά τους ζῶα, γέρικους, γκρίζους γαϊδάρους καί καφετιά μουλάρια, νά χάνονται σέ κάποιες στροφές κακοτράχαλων μονοπατιῶν. Ποῦ πήγαιναν; Μπορεῖ σέ ὀρεινά μαντριά πέρα στά γκρεμνά, στό ξεχασμένο Σκεπόνι μέ τά πλούσια νερά ἤ στόν Μυρίνη. Ἴσως νεότεροι νά ἦσαν ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἡ φήμη τῶν ἐργατικῶν τούς συνόδευε ἀκόμη, κι ἔτσι κάπου κάπου ἀκολουθοῦσαν παλιά πατήματα συνήθειας. Μήπως ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Ὄκνου ἤ εἶχαν κάποιο κρυφό προφητικό χάρισμα;

Μέ τόν Βόρειοανατολικό, βροχή ἀσημένιες ψιχάλες τούς ἔραιναν στό πεζούλι ὅπου ξεροστάλιαζαν ἀκίνητοι. Ἴσως ἦταν σημάδι παραίτησης; Ἤ ἀντίθετα συμφιλίωσης μέ τή ζωή τους; Δέν ξέρω, θέλω νά πῶ, ἄν ἔβρισκαν παρηγοριά σ’ αὐτή τή στάση, ὅπου στήν ἐρώτηση 

– Τί κάνεις;

Ἡ ἀπάντηση ἦταν πάντα ἡ ἴδια:

– Μετράω τά κύματα.   

Λές, πάλι, νά ἦσαν μακρινοί ἀπόγονοι τοῦ Μονταίνιου; Τό πνεῦμα μου ἦταν νωθρό καί δέν προχωροῦσε πρός τά ἐμπρός… Ἔγραφε ὁ ἴδιος γιά τόν ἑαυτό του στά Δοκίμιά του.

Τότε πού τούς πρωτοσυνάντησα ἦσαν σχεδόν ἀπομονωμένοι ἀπό τόν ὑπόλοιπο κόσμο. Ὁπωσδήποτε ἦταν πολύ δύσκολες οἱ μετακινήσεις. Καμιά σύγκριση μέ τά κατοπινά χρόνια. Καμιά φορά σκέπτομαι πώς μπορεῖ νά τούς εἶχαν πιεῖ ὅλη τήν ἰκμάδα τά πετροβούνια, ὁ σκληρός τους τόπος νά τούς εἶχε στραγγίξει. Κι ἄς ἔλεγαν μερικές σκληρές, γυναικεῖες τό πλεῖστον, γλῶσσες:  Ἡ ἀλεποῦ ʼχε γκάλεσμα κι ἐκείνη ἐτρυπολόα…    

Οἱ ρεαλίστριες ἐκεῖνες γλυκόστομες καί φαρμασόνες, σίγουρα, δέν εἶχαν τήν πίστη τῆς Λουίζ στά χαρίσματα τοῦ ἄντρα της, τοῦ ζωγράφου Ζονάς πού ἐμπιστευόταν ὁλόκαρδα τό καλό του ἄστρο, ἀκόμα κι ὅταν ἔλεγε μέ σοβαρότητα: Ὄχι δέν εἶμαι σίγουρος ὅτι ὑπάρχω. Κάποτε θά ὑπάρξω ὡστόσο, εἶμαι βέβαιος γι’ αὐτό. Πάντοτε ἀφηρημένος, ὀνειροπαρμένος… Ἀργότερα ἔπαψε νά ἐργάζεται καί στοχαζόταν. Ἐγκαταστάθηκε μάλιστα στό πατάρι τοῦ σπιτιοῦ του μέ μιά καρέκλα, ἕνα σκαμνί κι ἕνα κάδρο.  

Τί κάνεις ἐκεῖ Ζονάς;

Ἐργάζομαι.

Χωρίς φῶς; 

Ναί, γιά τήν ὥρα.

Περίμενε τό ἄστρο του πού κρυβόταν ἀκόμα καί πού ὡστόσο ἑτοιμαζόταν νά ξανανέβει, ν’ ἀνατείλει ἀναλλοίωτο.

Μήπως δέν ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Λομβαρδοῦ Φραντζέσκο Κρίσπη, οὔτε τοῦ Πορτογαλλοεβραίου μαρράνου Νάζι, οὔτε τῶν φεουδαρχῶν Φραντζέσκο καί Μάρκο Κορονέλλο ἀλλά τοῦ φιλόσοφου-συγγραφέα τοῦ ὀνειροπαρμένου Ζυλμπέρ Ζονάς;… 

Μέσα στά σκληρά κατάλευκα λέπια τοῦ Μεσογειακοῦ ἥλιου, πάνω σέ αἰώνια βουνά ἀπό βότσαλα πού, τότε ἀκόμα, κανείς δέν εἶχε διανοηθεῖ νά τά βεβηλώσει μεταφέροντάς τα ἀλλοῦ καί στερώντας τό μοναδικά κρυφό κι ἄσπρο σάν περιστέρι περιγιάλι ἀπό τά ἀξετίμητα του ἐνάλια ἀστέρια, μπορεῖ νά ἐπιτελοῦσαν τήν ἱεροτελεστία μιᾶς ἀτταβιστικῆς ἐπανάληψης: ἔτσι νά ἔκαναν οἱ πάπποι καί οἱ προππάποι τους ὅταν πλησίαζαν τά γεράματα. Λές καί δέ μᾶς μιλᾶνε πιά οἱ θάλασσες, λές καί μᾶς πεισμώσανε τά πάντα… γιατί σταθερό θέρος ἐγκαταστάθηκε ἀπλανές ἄνευ στοργῆς, ἄνευ εἰκόνων… Τό Ρόδο τῶν Ἀνέμων δέν ἔχει πιά τί νά δείξει…

Μιά βουή ὁλόγυρα τους. Ψιχάλες ἀπό ἀφρούς, φερμένους μέ τόν Βορειοανατολικό ἤ τόν Γραιγολεβάντε. Μετρᾶνε τά κύματα.

   Αὔγουστος 2023

[Σημείωση: Χρησιμοποιήθηκαν στίχοι ἀπό τά ποιήματα τοῦ Τάκη Παπατσώνη: Ὄνειρο στήν Ἄπνοια (Ἐκλογή Β΄/ Τό Ἀσματικόν) καί Πλόες, Ἀναβαθμοί πρός Παρνασσόν.]

/οκνηρία

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή