Ο πόνος, όταν κοιμάται, δεν έχει πρόσωπο. Όταν ξυπνάει, παίρνει το πρόσωπο αυτού που τον ξυπνάει. Έτσι, λέει ο Αντόνιο Πόρτσια, κι εγώ, εκείνον τον καιρό, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, παραφράζοντάς τον, ότι ο Πάνος, όταν κοιμόταν, δεν είχε πρόσωπο. Αυτό με βόλευε γιατί μπορούσα να του φορέσω το πρόσωπο αυτού που μ’ αγαπάει. Α, ο Χιόνης θα σε λάτρευε, μου είχε πει η εκδότριά του. Μιλούσαμε για το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες κι εγώ σκεφτόμουν τα πόδια του Πάνου, μακριά και οριζόντια να βγαίνουν απ’ τα κάγκελα του σιδερένιου κρεβατιού όπου επιχειρούσα να τον φυλακίσω. Κρίμα που δεν πρόλαβες να τον γνωρίσεις, επέμενε η εκδότρια. O ποιητής είχε πεθάνει πριν από λίγα χρόνια. Ήταν ανήμερα Χριστούγεννα, πριν προλάβει να με γνωρίσει. Είναι ευλογία να πεθαίνει κανείς μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, έλεγε η μητέρα μου, η Μαργαρίτα, που πέθανε αρκετά χρόνια μετά τον Αργύρη Χιόνη –Μ. Τετάρτη ήταν– όμως δεν είχε πει τίποτα για τα Χριστούγεννα κι αν είναι καλό να πεθαίνεις εκείνη τη μέρα. Εγώ, Μεγάλη Τετάρτη χθες, είδα ένα πολύ παράξενο όνειρο. Με είχε, καλέσει, λέει, ο φιλόλογος της ανιψιάς μου, της Μαργαρίτας, στο σχολείο τους να κάνω στα παιδιά ένα μάθημα δημιουργικής γραφής. Λογάριαζα, εκτός των άλλων, να τους διαβάσω κάποια ποιήματα. Ανοίγω τα χαρτιά μου να διαβάσω λοιπόν ένα του Χιόνη, που υποτίθεται ότι είχε τίτλο «Ας είναι». Όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη και αγωνία, παρατήρησα πως πάνω στο χαρτί δεν υπήρχαν λέξεις αλλά αντικείμενα. Συγκεκριμένα, δυο λασπωμένα παπούτσια. Ωστόσο, σαν κάποιος να μου υπαγόρευε, εγώ διάβασα: «Κι ας είναι τα κορδόνια μου αέρινα, εγώ περπάτησα για να σε βρω». Ξύπνησα επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά αυτούς τους στίχους, κι ο πόνος πήρε σιγά σιγά το πρόσωπο του νέου μου ανυπόφορου και εν πολλοίς αέρινου κι ανύπαρκτου έρωτα.

