Στέφανος Δασκαλάκης

Αθήνα – Παρίσι με πολλές ενδιάμεσες στάσεις

Πολλές φορές με ρωτάνε πότε πρωτοάρχισα να ζωγραφίζω και δεν ξέρω τι να απαντήσω, αφού θυμάμαι τον εαυτό μου να ζωγραφίζει από πάντα. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχει μια χαρακτηριστική στιγμή στην πορεία μου όταν το 1967, στην ηλικία των 15 ετών, πηγαίνω για πρώτη φορά στο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και σχεδιάζω. Θυμάμαι πολύ καλά να κάθομαι στο πάτωμα μπροστά από τον «έφηβο των Αντικυθήρων» και να ζωγραφίζω. Έχω κρατήσει πολύ καθαρά την αίσθηση της ημέρας εκείνης, τον υγρό καιρό μέχρι και το μηχανικό μολύβι που κρατούσα. Νομίζω πως κάπου το έχω αυτό το σχέδιο. Όταν πήγαινες εκείνη την εποχή στο μουσείο έβλεπες πολλά παιδιά να σχεδιάζουν. Εκεί συνάντησα για πρώτη φορά τον Παύλο Σάμιο, τον Σακελίωνα και πολλούς άλλους. Θυμάμαι μια φορά την Ελένη Αποστολοπούλου να ανοίγει ένα ντοσιέ και να μου δείχνει σχέδια που είχε κάνει με σαγκίνα, που με άφησαν έκθαμβο. Στο μουσείο άκουσα και για το φροντιστήριο του Σαραφιανού. Δυστυχώς τον γνώρισα για πολύ λίγο, αφού πέθανε λίγο αργότερα, το 1968. Εξακολούθησα όμως να πηγαίνω στο φροντιστήριο αυτό, όπου το έργο του το συνέχισε η γυναίκα του, η Μαίρη Σαραφιανού.

Στο μουσείο πήγαινα τις Πέμπτες το απόγευμα μετά το σχολείο στον Πειραιά και τις Κυριακές το πρωί, επειδή τις δύο αυτές ημέρες η είσοδος ήταν ελεύθερη. Στο μουσείο, πέρα από την άσκηση στο σχέδιο, το πολύ σπουδαίο ήταν αυτή η οικειότητα που απέκτησα με τα έργα της Αρχαιότητας, και όταν το επισκέπτομαι τώρα δεν είναι μόνον η χαρά τού να βλέπω τόσο σημαντικά έργα αλλά, κατά κάποιον τρόπο, είναι και μία πολύ προσωπική μου υπόθεση, ένα είδος επιστροφής στη συγκίνηση εκείνης της εποχής. Πήγαινα επίσης και στο μουσείο του Κεραμεικού όπου σχεδίασα το ανάγλυφο, τη στήλη του Δεξίλεω, που συνθετικά θυμίζει τις εικόνες με τον Άγιο Γεώργιο που σκοτώνει τον δράκο, αλλά και στο μουσείο του Πειραιά που τότε στεγαζόταν στο παλιό κτίριο που υπάρχει ακόμα. Πήγαινα επίσης και στο μοναστήρι τις Καισαριανής και στη Βραυρώνα για ύπαιθρα. Ό,τι έργα έκανα αυτή την εποχή ήταν πράγματα σύντομα, άλλα με αρκετή ευαισθησία και άλλα ανολοκλήρωτα, τόσο επειδή ήμουν ακόμα στο ξεκίνημα όσο και γιατί ένα πολύ δουλεμένο έργο, η αντίληψη της εποχής, έτσι όπως τουλάχιστον εγώ είχα καταλάβει, το θεωρούσε ακαδημαϊκό.

Πήγαινα επίσης και στο Ζάππειο, όπου σχεδίαζα τα γλυπτά και τα διάφορα μνημεία. Έχω φυλαγμένο το σχέδιο με τον «μικρό ψαρά» του Φιλιππότη και νομίζω πως είναι καλό.

Από τότε μου άρεσε πολύ η ζωγραφική του Τσαρούχη. Έργα του είχα πρωτοδεί σε ασπρόμαυρες αναπαραγωγές σε κάτι φτηνές εκδόσεις που είχαμε στο σπίτι. Πραγματικά έργα του είδα για πρώτη φορά σε μία γκαλερί πίσω από τον Άγιο Διονύση, που ήταν ζωγραφισμένα πάνω σε κεραμίδια. Η γκαλερί ίσως λεγόταν Γκαλερί 41, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με σιγουριά, πάντως η ονομασία της ήταν αναφορά στη διεύθυνσή της. Ένα άλλο βιβλίο στο οποίο έβλεπα ζωγραφική από πολύ μικρός, ακόμα και πριν δηλαδή από το 1967, ήταν η εγκυκλοπαίδεια του «Ηλίου», με κάκιστες εκτυπώσεις σε χαρτί σχεδόν εφημερίδας. Θυμάμαι συγκεκριμένα να κοιτάζω τον «Ευαγγελιστή Λουκά» του Γκρέκο σε έγχρωμη αναπαραγωγή που με γοήτευε παρά την κακή ποιότητα. Αργότερα το είδα αυτό το έργο από κοντά σε μία μεγάλη έκθεση Γκρέκο στο Γκραν Παλαί στο Παρίσι, αλλά και στο Τολέδο στην Ισπανία. Η θέα του ίδιου του έργου δεν διέψευσε τα όσα είχα αισθανθεί σ’ εκείνη την πρώτη επαφή μαζί του. Η εντύπωση που μου δημιούργησε αυτή η κακής ποιότητας φωνογραφία, σε επίπεδο συγκίνησης, δεν διέφερε από το πραγματικό έργο στον βαθμό που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αυτό ίσως να δείχνει το πόσο δημιουργικό μπορεί να είναι το βλέμμα του θεατή. Βλέποντας αυτό το κακά τυπωμένο χαρτί φαίνεται πως πρόβαλα το δικό μου όνειρο της ζωγραφικής. Αυτό είναι λοιπόν μέρος από τη λειτουργία του έργου τέχνης: να γίνεται αφορμή για να αφυπνιστεί, να ενεργοποιηθεί ένας εσωτερικός μηχανισμός που τελικά να κινείται σε συνάρτηση με το έργο.

Μία δεύτερη εικόνα που κρατάω στο μυαλό, μετά τη μέρα του 1967 που σχεδιάζω στο μουσείο, είναι η στιγμή που έχω μάθει ότι πέρασα στη Σχολή (είναι το 1970) και ανεβοκατεβαίνω πασιχαρής τα σκαλιά μπροστά από το Εργαστήριο του Γιάννη Παππά. Ο Μαυροΐδης είναι εκεί, με βλέπει και γελάει.

Στο πρώτο του μάθημα μας ρωτάει τι είναι η ζωγραφική. Όλοι απαντούν ότι είναι έκφραση αισθημάτων, ιδεών κ.τ.λ. και εκείνος μας λέει: Πρώτα-πρώτα είναι σχήματα και χρώματα. Μας έμαθε τα βασικά. Η Αθήνα όμως ήτανε τότε πολύ φτωχή. Η Πινακοθήκη περιοριζόταν στο πρώτο κτήριο και μπορούσες να δεις πολύ λίγα πράγματα: κάποια έργα του Παρθένη και ορισμένων άλλων.

Τη Σχολή την τελείωσα το 1974. Από το 1967, που άρχισα να ζωγραφίζω με κάπως συγκροτημένο τρόπο, μέχρι το 1974 είναι η περίοδος της δικτατορίας. Πρέπει λοιπόν να φανταστεί κανείς όλα στα οποία αναφέρθηκα να έχουν σαν σκηνικό την εποχή της χούντας. Για παράδειγμα το ’70, ακόμη στο σχολείο, κάθομαι το βράδυ και διαβάζω στην εφημερίδα Τα Νέα τα πρακτικά από τις δίκες του Μαγκάκη και του Καράγιωργα. Λίγο αργότερα ακολουθώ την κηδεία του Σεφέρη, πιο μετά είμαι στην κατάληψη της Νομικής και στο Πολυτεχνείο. Από τα γεγονότα της εποχής θυμάμαι αστυνομικούς να κλωτσάνε έναν νεαρό πεσμένο στην άσφαλτο στη διασταύρωση Όθωνος και Αμαλίας, στην πλατεία Συντάγματος. Στα ακούσματα της εποχής, πρώτα απ’ όλα η Μουσική του Θεοδωράκη, αλλά και οι Μπητλς, τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά.

Μία άλλη εικόνα τώρα από τα παλιά: πολύ πιο μικρός, νομίζω στη Δευτέρα Γυμνασίου στη Νεάπολη (Βοιών Λακωνίας), κάθομαι στο τραπέζι και διαβάζω τους Άθλιους του Ουγκώ. Είναι μια έκδοση σε τεύχη, που πρέπει να βρίσκονται κάπου φυλαγμένα. Εκεί κοντά και το Έγκλημα και Τιμωρία, η ζωή του Βαν Γκονγκ, η βιογραφία του Ντα Βίντσι του Μαρσέλ Μπριόν, αλλά και Η ζωή ενός Γιόγκι και τα μυθιστορήματα του Κρόνιν, που εκείνη την εποχή και για αδιευκρίνιστους λόγους διαβάζουν όλοι της ηλικίας μου.

Από το ’67 μέχρι το ’70 μαζί με τις πρώτες γνωριμίες με τον Καβάφη και τους Προσανατολισμούς, που είναι τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη που πήρα στα χέρια μου, και τα βιβλία του Καζαντζάκη. Διαβάζοντας τα ταξιδιωτικά του νομίζω πως η επιθυμία που μου δημιουργούσαν για έναν κόσμο μυθικό, ιδεώδη, γεμάτο νόημα ήταν ίσως εντονότερη από τα ίδια τα μέρη, κάποια από τα οποία επισκέφθηκα αργότερα. Η αξία τους δεν βρισκόταν τελικά τόσο στην ίδια την πραγματικότητα που περιέγραφαν, όσο στη δύναμή τους να γεννούν την επιθυμία του ξεχωριστού, του μακρινού, για πράγματα που θέλεις να κάνεις.

Αξίζει να ξαναγυρίσουμε για λίγο στην εποχή 1960 με 1967, όσο δηλαδή μείναμε με την οικογένειά μου στη Νεάπολη, όπου τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε μόνιμη αίθουσα κινηματογράφου. Ό,τι μπορούσαμε να δούμε ήταν ό,τι μας έδειχνε κάποιος που είχε μια μηχανή προβολής σε ένα αυτοκίνητο και γύριζε στα χωριά της περιοχής και έδειχνε ταινίες. Όλα συνέβαιναν σε καφενεία, τα οποία διαμορφώνονταν κατάλληλα για την περίσταση. Η πραγματική επαφή με τον κινηματογράφο έγινε πολύ αργότερα, στην εποχή της λάμψης του ιταλικού σινεμά: Βισκόντι, Παζολίνι, Φελίνι αλλά και Ετόρε Σκόλα, Χίτσκοκ απαραιτήτως, αλλά και γαλλικό σινεμά: Τρυφώ, Ζακ Πιέρ Λεώ, Η ωραία της ημέρας, Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο, Η περιφρόνηση, ταινίες που τις ξαναβλέπουμε συνεχώς. Πριν λίγες μέρες ξαναείδα στο You tube το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο του Παζολίνι. Δεν ξέρω κατά πόσο ευσταθεί, αλλά από την πρώτη στιγμή που το είδα σκέφτομαι το πόσο θα ταίριαζαν σε μία κινηματογραφική Φόνισσα τα τοπία του και η ελλειπτική γραφή του. Θυμάμαι και δύο θεατρικές παραστάσεις που μου έκαναν εντύπωση τον καιρό που ήμουνα στρατιώτης (1974-76) και κατόρθωσα να δω. Η μία από το θέατρο «La Mamma», με αρχαία τραγωδία στο θέατρο του Λυκαβηττού. Κάποιος βγαίνει στη σκηνή με ένα πραγματικό φίδι τυλιγμένο στο σώμα του. Θυμάμαι τον Μάνο Κατράκη να ακολουθεί τους ηθοποιούς που δεν περιορίστηκαν στον χώρο του θεάτρου αλλά βγήκαν και στον χώρο έξω από αυτό. Η άλλη παράσταση με τους Πέρσες του Κουν και σκηνικά Τσαρούχη στον Αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Ο κόσμος να κάθεται όχι μόνο στις καρέκλες αλλά και πάνω σε κιονόκρανα και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη πεσμένα στο έδαφος. Σκέφτηκα τις Δελφικές Εορτές.

Το 1971 εκδρομή με τη Σχολή στο Παρίσι, όπου στο μουσείο του Jeu de Paume βλέπω για πρώτη φορά έργα του Βαν Γκονγκ. Την ίδια περίπου εποχή, έκθεση στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας της σειράς των χαρακτικών του Ρουώ «Miserere» που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών έργα από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Παρίσι. Η «Αίθουσα Τέχνης Αθηνών» στεγαζότανε τότε στο ισόγειο του ξενοδοχείου Χίλτον, όπου επίσης είδα τα μεγάλα ασπρόμαυρα έργα του Τέτση από τη Σίφνο. Το ότι μία από τις σημαντικότερες Αίθουσες Τέχνης στην Αθήνα βρισκόταν σε ένα ξενοδοχείο, είναι ενδεικτικό της έλλειψης σημαντικών χώρων στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πράγμα που δύσκολα συνειδητοποιεί κανείς σήμερα. Όλα γίνονταν τότε στο Γαλλικό Ινστιτούτο, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και στο Γκαίτε, που ήταν οι σημαντικές πολιτιστικές αναφορές της εποχής.

Το 1978 παίρνω την υποτροφία του Γαλλικού κράτους και φεύγω για τη Γαλλία. Ο στόχος μου είναι το Παρίσι, όμως τον πρώτο χρόνο τον περνάω στη Λυών έχοντας προηγηθεί μία διαμονή ολίγων ημερών στο Αίξ-αν-Προβάνς. Στο απογευματινό φως, στον κεντρικό δρόμο του Αίξ, βλέπω νέα παιδιά να παίζουν μουσική και μένω έκθαμβος. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Πηγαίνω στα μουσεία στη Λυών, στη Γκρενόμπλ και στη Γενεύη. Πήγα και στη Ντιζόν γιατί μου είχανε πει ότι θα έβλεπα τη «Σταύρωση» του Γκρύνεβαλντ, που όμως βρίσκεται στο Κολμάρ. Κάπου έχω κάποια σχεδιάκια από αυτές τις επισκέψεις.

Όταν πήγα στη Γαλλία, η γνώση μου των γαλλικών υπελείπετο του στοιχειώδους. Διάβαζα λοιπόν καθημερινά. Ένα βράδυ ξυπνώντας, πιάνω ξαφνικά τον εαυτό μου να επαναλαμβάνει μηχανικά τις άγνωστες λέξεις της προηγούμενης. Τον άλλο χρόνο, όταν πήγα στο Παρίσι, όσο έψαχνα για σπίτι έμενα σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο στη rue Cujas, κοντά στο Πάνθεον. Εκεί κατάφερα, επιτέλους, να διαβάσω ένα ολόκληρο μυθιστόρημα στα γαλλικά. Ήταν το Κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ.

Στο Παρίσι μου άρεσε πολύ να περπατάω, να διαβάζω τις επιγραφές στα κτήρια όπου εσημειώνετο το πέρασμα κάποιων πολύ σημαντικών προσώπων. Εδώ μας πληροφορούν έζησε ο τάδε, εκεί είχε το εργαστήριό του κάποιος σπουδαίος ζωγράφος κ.τ.λ.

Περπατώντας ονειρεύεσαι και κυρίως βρίσκεις χρόνο για να μιλήσεις με τον εαυτό σου. Το Παρίσι είναι μία πόλη με μνήμη και αυτό σε βοηθάει στη σκέψη και στις προβολές για το μέλλον. Από τους πρώτους ζωγράφους που ανακαλύπτω στο Παρίσι είναι ο Πουσέν. Το τελευταίο του έργο «Ο Απόλλων ερωτευμένος με τη Δάφνη», που τότε μπορούσες να το δεις στη Γκραντ Γκαλερί του Μουσείου του Λούβρου πριν μετακομίσει στον δεύτερο όροφο, από τα πιο ποιητικά έργα της ζωγραφικής. Αλλά και η «Ηχώ και ο Νάρκισσος», «Ο Ορφέας και η Ευρυδίκη» και το έργο με τον «Διογένη που πετά το κύπελό του» που απηχεί τις ιδέες της στωϊκής φιλοσοφίας, όπως και τα έργα των αδελφών Λε Ναιν που βλέπω στο ίδιο μουσείο, αλλά και σε μία μεγάλη αναδρομική στο Γκραν Παλαί. Τα σακιά που ζωγραφίζω εκείνη την εποχή παραπέμπουν στις πτυχολογίες αυτής της ζωγραφικής. Με μεγάλη αγάπη βλέπω και το διπλό πορτραίτο του Ραφαήλ, τον Βερονέζε, τις μεγάλες αίθουσες με τη γαλλική ζωγραφική, «Τον θάνατο του Σαρδανάπαλου» του Ντελακρουά, τη «Σχεδία της Μέδουσας» του Ζερικώ, Ενγκρ και Κορό στον δεύτερο όροφο του Λούβρου. Όποτε πηγαίνω σ’ αυτά τα μουσεία πάντα η ίδια χαρά, και όλο και ανακαλύπτω κάποιο καινούργιο έργο που δεν είχα προσέξει προηγουμένως. Βέβαια και οι σύγχρονοι ζωγράφοι, ο Μπαλτύς, οι ζωγράφοι της Γκαλερί Κλωντ Μπερνάρ στη rue des Beaux Arts, ο Λούσιαν Φρόυντ και πολλοί άλλοι.

Το καλοκαίρι του 1979 είχα γνωρίσει τον Τσαρούχη. Μία φίλη, συντηρήτρια έργων τέχνης, με πήρε μαζί της στο σπίτι του στο Μαρούσι. Τον επόμενο χειμώνα τον συναντώ τυχαία στον δρόμο, στο Παρίσι. Τότε αρχίζω να πηγαίνω στο εργαστήριό του στο Méru, εν μέρει διότι θέλω να τον δω από κοντά να δουλεύει και εν μέρει επειδή έχω ανάγκη από χρήματα. Κάνω πάσης φύσεως εργασίες. Τελαρώνω μουσαμάδες, μεγεθύνω σχέδια, φτιάχνω χρώματα και τα βάζω σε σωληνάρια, κάνω προετοιμασίες. Στο εργαστήριο του Τσαρούχη επίσης ποζάρω για ένα πορτραίτο που βρίσκεται στο ίδρυμα Τσαρούχη, για το «πνεύμα νοσταλγίας παλαιών μεγαλείων πάνω από την Κέρκυρα» και για κάποια σχέδια με μολύβι.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι την ίδια περίοδο και για οικονομικούς λόγους πάντα δουλεύω και σαν ταξιθέτης σε κοντσέρτα στη Sainte-Chapelle και από τότε χρονολογείται και η αγάπη μου για τη Μπαρόκ μουσική.

Γυρίζω στην Αθήνα το ’81 οπότε κάνω και την πρώτη μου ατομική έκθεση. Αργότερα, το 1988, επιστρέφω στο Παρίσι. Αν και έχω πάρει τις αποφάσεις μου για τη ζωγραφική που θέλω να κάνω, πηγαίνω σαν ακροατής στο εργαστήριο του Κρεμονίνι στη Σχολή Καλών Τεχνών. Είχα δει από την εποχή που ήμουνα στη Λυών και ανέβαινα κάθε τόσο στο Παρίσι, μία έκθεσή του στην Γκαλερί Κλωντ Μπερνάρ και μου άρεσε πολύ. Έτσι, όταν μου δόθηκε η ευκαιρία, αν και σχετικά μεγάλος, πήγα να τον ακούσω στο εργαστήριό του. Ήταν πολλοί οι Έλληνες μαθητές του Κρεμονίνι. Ο Κρεμονίνι ερχόταν από παλιά στην Ελλάδα, ήξερε τη ζωγραφική του Τσαρούχη και τον εκτιμούσε πολύ.

Στο Παρίσι, αυτήν τη δεύτερη φορά, γνώρισα και την Αντρέα, η οποία τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές είναι κοντά μου και δουλεύει τις μεταφράσεις της.

Αθήνα, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2025

Κύλιση στην κορυφή