Ο κόσμος άλλαξε άρδην μετά το πέρας των δύο καταστροφικών παγκόσμιων πολέμων του εικοστού αιώνα· έμειναν δίχως αμφιβολία για πολύν καιρό ανεπούλωτες οι χαίνουσες πληγές που επέφεραν στην ανθρωπότητα οι ανατριχιαστικές θηριωδίες του Ολοκαυτώματος, των αμέτρητων εκτελέσεων, των τυφλών αντιποίνων και των απειράριθμων νεκρών τόσο στα πεδία της μάχης όσο και στις πόλεις και στα χωριά ολόκληρης σχεδόν της υφηλίου. Αν και η ανθρώπινη μνήμη είναι αρκούντως ασθενής, δεν μπορεί βεβαίως να λησμονήσει την ανείπωτη φρίκη αυτών των εγκληματικών πράξεων και γι’ αυτό έχει επικεντρωθεί στη στηλίτευση της ηθικής πρόθεσης των απάνθρωπων δραστών –εξ ου και οι άοκνες προσπάθειες που έχουν καταβληθεί να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι κάθε φορά ένοχοι και να εξοβελιστούν τα μιάσματα από παντού στην ευρωπαϊκή ήπειρο και όχι μόνον. Έκτοτε, ως γνωστόν, η ισορροπία του πυρηνικού ολέθρου έχει διασφαλίσει έστω μια κάποια αίσθηση ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ των περισσότερων λαών· ο ‘ψυχρός πόλεμος’ έχει όντως αναχθεί σε ένα από τα εύστικτα σημεία των δικών μας ταραγμένων χρόνων.
Εντούτοις, διαμέσου αυτών των αδιανόητων συμφορών και των ασύλληπτων κακουργημάτων, ο Homo Sapiens έχει προ πολλού συνειδητοποιήσει το γεγονός, ότι τα ανθρώπινα συμβάντα, όσο συγκλονιστικά και ενίοτε αποκρουστικά κι αν είναι, δεν έχουν καμιάν ιδιάζουσα σημασία εντός του πανίσχυρου και ολωσδιόλου ουδέτερου περιέχοντος τα πάντα φυσικού κόσμου. Αφού όμως τίποτε ανθρώπινο, ακόμη και αυτός ο επικρεμάμενος οικουμενικός όλεθρος, δεν φαίνεται ότι διαθέτει εκείνο το ειδικό βάρος, για να ‘συγκινήσει’ έστω και κατ’ ελάχιστον την παντοδύναμη φύση και, έτι σπουδαιότερον, να εξασφαλίσει μετέπειτα από αυτήν αποτρεπτικές άμυνες και φιλάνθρωπη εύνοια, τότε θα αναφωνήσει κάποιος δικαιολογημένα: ποια η χρεία του πολιτισμού με τα ηθικά, θεολογικά και φιλοσοφικά εφόδιά του και επιτέλους ποια η ειδικότερη ανάγκη για τη συστηματική καλλιέργεια των ανθρωπιστικών γραμμάτων με τις ηθοπλαστικές διδαχές τους και τις υψηλόπνοες ιδέες τους σε μιαν εποχή απάνθρωπου κυνισμού και ζοφερής απαισιοδοξίας;
Πρόδηλο είναι ότι οι κραυγές αγωνίας του ανθρώπινου πλάσματος ενώπιον μιας σιωπηλής και ασυγκίνητης μοίρας έχουν από δεκαετίες μεταστοιχειωθεί σε παράφορη λατρεία για κάθε είδους τεχνολογία, που θα μπορέσει να κατανικήσει το αδήριτο πεπρωμένο και θα επιτρέψει στον Homo Sapiens να αρθεί πολύ υψηλότερα από τις σωματικές και διανοητικές αδυναμίες του, που επί χιλιετίες συνεπάγεται η αναπόφευκτη θνητότητά του, με απώτερο στόχο να επιτευχθεί έτσι η περιπόθητη ανύψωσή του σε ημιθεϊκή, ή ακόμη και σε θεϊκή σφαίρα (Homo Deus). Δεν θα ήταν υπερβολικό να ειπωθεί στο σημείο αυτό ότι δεδομένης της εξόμορξης της υπαρξιακής αβεβαιότητας σε τεχνοκρατούμενη ιδεοληψία, οι ανθρωπιστικές σπουδές και κατεξοχήν οι κλασικές σπουδές –δηλαδή η ενδελεχής και μεθοδική μελέτη του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στην τριπλή αποτύπωσή του ως εξέχουσας γλωσσικής υπόστασης, γραμματειακής παρακαταθήκης και μνημειακής πνευματικής κληρονομιάς– υποχωρούν ατάκτως ενώπιον της καταιγιστικής επέλασης πρωτόφαντων τεχνολογικών επιτευγμάτων, τα οποία υπόσχονται να υλοποιήσουν όλους ή έστω κάποιους από τους πολλούς μύχιους πόθους των θνητών.
Αξίζει να υπογραμμιστεί εδώ ότι τουλάχιστον έως τα τέλη του εικοστού αιώνα οι κλασικές σπουδές, κυρίως στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, διασώθηκαν όχι μόνο σε εκπαιδευτικό αλλά και ερευνητικό επίπεδο λόγω της ευεργετικής διασύνδεσής τους με μείζονες θεωρητικές προβληματικές στο ευρύτερο πεδίο της λογοτεχνικής ερμηνευτικής και κυρίως λόγω της ραγδαίας αναπροσαρμογής των ανθρωπιστικών επιστημών σύμφωνα με τα επιτακτικά desideratum μιας παγκοσμιοποιημένης κοινότητας. Αυτός ο βαθμιαίος εμβολιασμός του κορμού των κλασικών γραμμάτων με τα γόνιμα μοσχεύματα της σύγχρονης θεωρίας της λογοτεχνίας, καθώς επίσης η θαυμαστή ευχέρεια ως προς την ταχεία έκδοση και παγκόσμια διοχέτευση των εύχυμων ερευνητικών καρπών αυτής της δημιουργικής αλληλεπίδρασης φάνηκε να εγείρουν προς ώρας ισχυρά φράγματα στην κατακλυσμιαία επέλευση ολοένα και συνθετότερων τεχνολογικών και τεχνοκρατικών κατακτήσεων. Όταν όμως ο κλάδος των ανθρωπιστικών σπουδών και, το κρισιμότερο, ο κατά κύριο λόγο επιδραστικότερος τομέας, ο σχετικός με τη μελέτη της αγγλικής γλώσσας και γραμματείας, έφτασε σε υπερκορεσμό και κατά κάποιον τρόπο στέγνωσε η ικμάδα της πρωτοτυπίας του –με αποτέλεσμα να αναδιπλωθεί σε όλα τα επίπεδα ενώπιον της ταχέως επελαύνουσας βιοτεχνολογικής, ρομποτικής, αλγοριθμικής και οικονομικής μετάλλαξης της ανθρωπότητας– τότε ακριβώς η κλασική φιλολογία άρχισε να παρακμάζει, αφού αποστερήθηκε της πατροπαράδοτης αναζωογονητικής δυναμικής της.
Ευτυχώς όμως, η Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση με τις πληροφοριακές πρωτοπορίες της και τις εξηλεκτρονισμένες διευκολύνσεις της δεν έπληξε καίρια τις κλασικές σπουδές (σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα ενδυνάμωσε την περαιτέρω εξάπλωσή τους και πριμοδότησε την ερευνητική συνεισφορά τους με τη συνεπικουρία των πανίσχυρων ψηφιακών πόρων της). Αλλά, καθώς φαίνεται, η Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση, με την αδιανόητη μέχρι πρότινος συνεκφορά της τεχνητής νοημοσύνης με τη βιοτεχνολογία, τη μηχανική μάθηση, τη ρομποτική και την πειραματική ιατρική, είναι μοιραίο ίσως να σαρώσει στο πέρασμά της κάθε ανθρωπιστική επιστήμη που όχι μόνον στερείται κερδοφόρας διάστασης, αλλά επίσης, και το κυριότερο, δεν διαθέτει κάποια υπολογίσιμη χρησιμοθηρική προοπτική που θα μπορούσε να επιδράσει σημαντικά στην πορεία της ανθρωπότητας. Πράγματι, και ο πιο καλοπροαίρετος παρατηρητής θα αναρωτηθεί ευλόγως για τη σκοπιμότητα των κλασικών γραμμάτων και την ωφελιμότητα εν γένει της ενασχόλησης με την πατρογονική μας παράδοση σε μια περίοδο, όπου το έτι κυρίαρχο είδος των Homo Sapiens οδεύει ολοταχώς αφενός στον αποκαλούμενο μετανθρωπισμό, ήτοι στην κοινωνική συνύπαρξη του ανθρώπου με ευφυείς μηχανές και αυτοσυνείδητα νευρόσπαστα, και αφετέρου στον λεγόμενο υπερανθρωπισμό, ήγουν στη σωματική και διανοητική αναβάθμιση του θνητού ανθρώπινου όντος σε ολικώς ή μερικώς εκμηχανισμένο μη θνητό υπεράνθρωπο πλάσμα, κυρίως μέσω προαγωγικών τεχνητών εμφυτευμάτων και ευγονικής αναμόχλευσης του γενετικού του κώδικα.
Μολονότι όλες αυτές οι εξελίξεις φαντάζουν εκ πρώτης όψεως απλώς επίφοβα μελλοντικά φάσματα, που οι σκεπτικιστές όλων των ειδών θα μπορούσαν να παρακάμψουν με χαρακτηριστική ευκολία, αναλογιζόμενοι ότι τέτοιες τεχνολογικές πρόοδοι είναι τωόντι ανέφικτες στη διάρκεια τουλάχιστον του τρέχοντος αιώνα, η πρόσφατη δυναμική εμφάνιση της τεχνητής νοημοσύνης (βλ. ChatGPT, Gemini, Bard), προπάντων με τις εκπληκτικές κειμενογόνες ικανότητές της και τις διαλογικές δεξιότητές της, κρούει ήδη τον κώδωνα του κινδύνου. Η κατάσταση είναι ενδεχομένως έτι συνθετότερη από αυτό που θα θεωρούσε ελαφρά τη καρδία κάποιος ως μια καθ’ όλα ευεξήγητη φουτουριστική υστερία, εάν συλλογιστούμε όχι μόνον ότι οδεύουμε ταχέως στην υποκατάσταση της ανθρώπινης προσωπικότητας, ακόμη και μετά θάνατον, από εικονικά νοήμονα και ομιλούντα προσωπεία (virtual persona/versona), αλλά συνάμα ότι κατά τις επόμενες δεκαετίες πορευόμαστε αναπόδραστα στη δημιουργία πανίσχυρων εργαλείων υπερνοημοσύνης και πιθανώς στην κατασκευή εντυπωσιακών μηχανών γενικής νοημοσύνης, δηλαδή στην απόλυτη ή έστω κατά προσέγγιση προσομοίωση της ίδιας της ανθρώπινης εγκεφαλικής λειτουργίας. Και έτσι το ερώτημα παραμένει πάντοτε αναμφίλεκτα υπαρξιακό για τον παλαιικό κλάδο της κλασικής φιλολογίας: Με ποιους τρόπους θα μπορέσει να συμβάλει έμπρακτα και επαρκώς νεωτεριστικά στην αναδυόμενη εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης; Πώς με άλλα λόγια θα αποδείξουμε εμείς οι κλασικοί φιλόλογοι ότι η πολύτιμη εμπειρία ζωής που εκπηγάζει από τη μακρά παράδοση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας μπορεί να αποτελέσει υπολογίσιμο παράγοντα αξιόλογων εξελίξεων στο πλαίσιο της επερχόμενης δομικής αλγοριθμικής αναδιάταξης του κόσμου μας;
Θεωρώ ότι προτού δοκιμάσουμε να δώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο πειστικές απαντήσεις στα ανωτέρω αμείλικτα ερωτήματα, πρόσφορο για τη συζήτησή μας θα ήταν να ανασκοπήσουμε τις κυριότερες αιτίες, για τις οποίες οι κλασικές σπουδές ευρίσκονται σε πορεία παρακμής, προπάντων στις δυτικές κοινωνίες, και ταυτοχρόνως να περιγράψουμε paucis verbis ορισμένες από τις πτυχές και τις εκφάνσεις αυτής της καθοδικής πορείας –δηλαδή τις όψεις που έχει λάβει ο κλιμακούμενος υποβιβασμός της ελληνορωμαϊκής traditio στην εκπαίδευση και εν γένει στην κοινωνία. Εκκινώντας ιδίως από την απαρίθμηση συγκεκριμένων οικουμενικών φαινομένων και τάσεων που βαθμηδόν υποσκάπτουν την πίστη μας στην ωφελιμότητα και ειδικότερα στην πνευματική και ηθική συνεισφορά των κλασικών γραμμάτων, ευελπιστούμε ότι στη συνέχεια θα μπορέσουμε να προτείνουμε ορισμένες εφαρμόσιμες λύσεις γι’ αυτό το σοβαρό για μας τους φιλολόγους αλλά ασφαλώς και για το ευρύτερο κοινό πρόβλημα, όπως συνάμα θα έχουμε την ευκαιρία να επιχειρήσουμε διαφωτιστικές συγκρίσεις με αυτά τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια που διαφαίνονται στον ορίζοντα μιας εντελώς νέας περιόδου για την ανθρωπότητα.
***
Αξιοπαρατήρητο είναι ότι κατά τη διάρκεια της Τρίτης Βιομηχανικής Επανάστασης ή Επανάστασης της Νοημοσύνης (περ. 1950-σήμερα) –με άλλα λόγια της εποχής κατά τη διάρκεια της οποίας η διαχείριση της γνώσης μέσω της πληροφορικής επιστήμης διασυνδέεται αποφασιστικά με κάθε λογής συστήματα μαζικής μεταφοράς και διαδικτυακής επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να αναδομηθεί η διάρθρωση της σειριακής παραγωγής αγαθών και να διαρρυθμιστεί αναλόγως η παγκόσμια οικονομία– ο κλάδος της κλασικής φιλολογίας χάνει σταδιακά την κεντρική θέση που αδιαφιλονίκητα κατείχε στην εκπαίδευση αλλά σε κάποιον βαθμό και στην αγορά εργασίας κατά τους προηγούμενους αιώνες και ιδίως μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό. Ταυτοχρόνως παρατηρείται μια ανανεωτική στροφή εκ μέρους της συντριπτικής πλειονοψηφίας των μελετητών του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού προς την υψηλή ερμηνευτική θεωρητική ως προτακτικό εργαλείο ανάλυσης της πατρογονικής πολιτισμικής κληρονομιάς μας.
Ειδικότερα, παρ’ όλο που επί αιώνες η επιστήμη της κλασικής φιλολογίας επικεντρώθηκε σχεδόν εμμονικά αλλά προδήλως αιτιολογημένα στην επίμοχθη προσπάθεια για την όσο το δυνατόν γνησιότερη αποκατάσταση των κειμένων της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, με το σκεπτικό ότι προέχουν επειγόντως τόσο η διάσωση των αριστουργημάτων της λογοτεχνίας όσο και η συνακόλουθη έγκυρη έκδοσή τους, εγκαινιάζεται με ιδιαίτερη έμφαση μια εξόχως καρποφόρα περίοδος ερμηνευτικού προβληματισμού όσον αφορά στα νοήματα και μηνύματα των προγονικών μας κειμένων. Η μεθοδική εφαρμογή των ποικίλων θεωριών της λογοτεχνικής κριτικής, οι οποίες επερείδονται εν πολλοίς σε ρηξικέλευθα ευρηματικές γλωσσολογικές προσεγγίσεις και ανθρωπολογικές αναζητήσεις των αρχών του περασμένου αιώνα, επέτρεψαν στους κλασικούς φιλολόγους όχι μόνον να εντάξουν την ελληνορωμαϊκή γραμματεία στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής της –αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτόν πρωτοφανέρωτες έως τότε πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές και θρησκευτικές πτυχές και εκφάνσεις της– αλλά επίσης να προβάλουν πολλές δυνητικά ευεργετικές για τον σύγχρονο άνθρωπο νοηματικές προεκτάσεις και συμπαραδηλώσεις της.
Παρά τις αναμενόμενες επιφυλάξεις και τους εύλογους ενδοιασμούς για τη σκοπιμότητα του όλου νεωτεριστικού εγχειρήματος εκ μέρους περισσότερο ‘παραδοσιακών’ ερευνητών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τέτοιες prima facie ‘ανορθόδοξες’ διεπιστημονικές συμπράξεις περίπου ωσάν ενδιάστροφες ετεροδοξίες που συχνά κινητροδοτούνταν από ανομολόγητες πηγές –από τη Νέα Κριτική της δεκαετίας του 1950 και τις δομιστικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις των δύο επόμενων δεκαετιών έως τις αφηγηματολογικές, νεο-ιστορικιστικές, αποδομιστικές, μεταδομιστικές, φεμινιστικές, πολυπολιτισμικές, αντιαποικιακές, αναγνωστικοκεντρικές και νεοαισθητικές θεωρήσεις των τελευταίων δεκαετιών του εικοστού αιώνα –η ευδόκιμη εναρμόνιση ποικίλων εξηγητικών τοποθετήσεων και εφαρμογών προλείανε το έδαφος για εκπληκτικά καινοτόμες δράσεις. Η έμφαση επομένως στη συστηματική και μεθοδολογικά αποτελεσματική ερμηνευτική διεξέταση των κλασικών κειμένων αναζωπύρωσε σε σημαντικό βαθμό το ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού αλλά και των απανταχού ειδημόνων, που δραστηριοποιούνταν στο τότε ραγδαίως μεταλλασσόμενο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών, για μια βαθύτερη εξοικείωση με τις γλωσσικές και λογοτεχνικές μήτρες του δυτικού πολιτισμού. Παρότι όμως η πανταχού παρούσα υπερεπιστήμη της ηλεκτρονικά παρεχόμενης πληροφορίας δεν επέφερε σοβαρή βλάβη στην κλασική φιλολογία, η οποία αποπειράθηκε εν μέρει αρκετά επιτυχώς να αξιοποιήσει προς όφελός της τις πολλαπλές πηγές ειδήσεων και βάσεις δεδομένων, το εκπαιδευτικό σύστημα και, το σπουδαιότερο, η ίδια η αγορά εργασίας έθεσαν σταδιακά στο περιθώριο εκείνες τις γνώσεις που εκπορεύονται από την αναστροφή με το ελληνορωμαϊκό πολιτισμικό πρότυπο.
Στα περισσότερα εκπαιδευτήρια, διδασκαλεία και πανεπιστήμια στον δυτικό κόσμο, αλλά και ανά την υφήλιο παρατηρείται εδώ και καιρό όχι μόνον προοδευτική μείωση των αρχαιογνωστικών μαθημάτων, αλλά επίσης οργανωμένη υποβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών, με το επιχείρημα ότι οι σπουδαστές πρέπει να αποκτήσουν εκείνα τα γνωστικά εφόδια που θα τους επιτρέψουν να διεκδικήσουν μιαν επικερδή επαγγελματική αποκατάσταση στο πλαίσιο ενός άκρως τεχνοκρατούμενου οικονομικού και εμπορικού συστήματος. Κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα, λοιπόν, ο ριζικός οικονομοτεχνικός μετασχηματισμός της κοινωνίας έθεσε τα κλασικά γράμματα σε κατώτερη μοίρα, ενώ, επί παραδείγματι, κατά τον 19ο αιώνα στη δυτική Ευρώπη αλλά και αλλού οι κατέχοντες σε βάθος την κλασική παιδεία επιλέγονταν εκθύμως για την πλήρωση νευραλγικών και υψηλά αμειβόμενων θέσεων σε δημόσιους φορείς και εν γένει στον ευρύτερο κρατικό τομέα, –πέραν βεβαίως της αυτονόητης κοινωνικής αίγλης που μια τέτοια εκλεπτυσμένη μόρφωση μπορούσε να εξασφαλίσει στους προνομιούχους αποφοίτους κλασικών γυμνασίων και λυκείων, όπως συνάμα στους άριστους σπουδαστές πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και σχολών με διεθνώς διακεκριμένα αρχαιογνωστικά και αρχαιολογικά εκπαιδευτικά προγράμματα.
Οφείλουμε στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι η εμβάθυνση στο ερευνητικό πεδίο της κλασικής φιλολογίας και η επιστημονική άνοδος των ενδιαφερομένων δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, διότι η τελεσφόρος σπουδή των αρχαιοελληνικών και λατινικών γραμμάτων απαιτεί μακρόχρονη και κοπιώδη αναστροφή με δύο πλουσιότατες αρχαίες γλώσσες, αλλά συνάμα και με την προσπέλαση σε μιαν εκτενέστατη βιβλιογραφία, σχετική με πολλά και πολυσύνθετα προβλήματα. Όποιος επομένως επιλέξει να ειδικευτεί με την επιβεβλημένη σοβαρότητα στον αρχαιογνωστικό και αρχαιολογικό κλάδο, επιτακτικό είναι να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι σε έναν τομέα επιστημονικής γνώσης και έρευνας, ο οποίος είναι εξαιρετικά απαιτητικός, δίχως βεβαίως πλέον ικανοποιητικές οικονομικές απολαβές –κατά συνέπειαν ευάριθμοι θα είναι πια όσοι θα προσέλθουν πρόθυμα να εναποθέσουν τα φιλόδοξα επαγγελματικά τους όνειρα σε μια τέτοια δυσοίωνη σήμερα προοπτική.
Πέραν όμως της αυτονόητης επιφύλαξης των περισσότερων νέων σπουδαστών να ακολουθήσουν τη δύσβατη οδό των κλασικών γραμμάτων και γενικότερα των ανθρωπιστικών σπουδών, μετά το ήμισυ του εικοστού αιώνα και εντονότερα τις τελευταίες δύο δεκαετίες του τρέχοντος αιώνα παρατηρήθηκε με ιδιαίτερη ανησυχία, από κάποιους που θεραπεύουν τη φιλολογική επιστήμη, μια κλιμακούμενη αμφισβήτηση, και ενίοτε μια πικρόχολη εχθροπάθεια, για την ίδια την ωφελιμότητα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμικού υποδείγματος. Το θλιβερό αυτό φαινόμενο έλαβε μεγάλες διαστάσεις κατά κύριο λόγο στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βόρειας Αμερικής και σχετίστηκε κατεξοχήν με πνευματικά ρεύματα που αποσκοπούν αφενός στην εκ βάθρων αναμόρφωση των ανθρωπιστικών προγραμμάτων σπουδών στο πλαίσιο μιας αντιαποικιακής και ενίοτε υφέρπουσας αντιδυτικής ιδεολογίας, και αφετέρου στη ριζική αναδόμηση των καταστατικών συνθηκών του επονομαζόμενου ‘κλασικού κανόνα’. Η αποδόμηση αυτή αποβλέπει στην άτυπη αλλά ευρέως αποδεκτή ιεράρχηση των εμβληματικών λογοτεχνικών έργων του δυτικού πολιτισμού, σε ευθυγράμμιση με μιαν ως επί το πλείστον υπερβάλλουσα τάση για την προάσπιση της πολιτικής ορθότητας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και πνευματικής ζωής και όχι μόνον.
Προκειμένου να καταδείξουμε το μέγεθος του προβλήματος, καθώς επίσης τη σφοδρότητα της διαμάχης μεταξύ των παραδοσιακών υπερασπιστών της κλασικής παράδοσης και των ενίοτε ακραίων μεταρρυθμιστών, αλλά ταυτοχρόνως την επιτακτική ανάγκη να κατανοήσουμε το φαινόμενο και να προχωρήσουμε με τρόπο παραγωγικό περαιτέρω, αρκεί να αναφερθούμε διά βραχέων εδώ στη χαρακτηριστική περίπτωση ενός Αμερικανού διανοουμένου, ιστορικού και κλασικού φιλολόγου, ο οποίος, όπως και αρκετοί άλλοι κυρίως Αφροαμερικανοί επιστήμονες και κατά κανόνα επίγονοι μεταναστών στον Νέο Κόσμο, έχει εκφράσει έντονες επιφυλάξεις για την ηθική αξία των κλασικών γραμμάτων, ιδίως στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας. Ειδικότερα, ύστερα από τις θλιβερές εξελίξεις στο Πανεπιστήμιο Howard στην Ουάσιγκτον, το Μαύρο Χάρβαρντ των ΗΠΑ, όπως συνήθως αποκαλείται στους ακαδημαϊκούς κύκλους –όπου πρόσφατα ανακοινώθηκε η οριστική διακοπή λειτουργίας του Τμήματος Κλασικών Σπουδών χωρίς ωστόσο σαφή αιτιολόγηση– ήλθε η δριμεία κριτική εναντίον του σύγχρονου status quo των κλασικών σπουδών εκ μέρους του Αναπληρωτή Καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο έγκριτο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Dan-el Padilla Peralta. Ο προαναφερθείς φιλόλογος διακηρύσσει την επανεφεύρεση και τον επανακαθορισμό της επιστημονικής μελέτης και ερμηνείας του αρχαίου ελληνορωμαϊκού κόσμου, με κύριο στόχο να εξαλειφθεί το συντομότερο δυνατόν κάθε στοιχείο που ενδέχεται να υποκρύπτει ρατσιστική ή αποικιοκρατική προκατάληψη. Ήταν φυσικά επόμενο οι ανεξήγητες αυτές ριζοσπαστικές αποφάσεις ενός αξιοσέβαστου ανώτατου ιδρύματος και οι περίεργες διακηρύξεις του Αφροαμερικανού φιλολόγου να προκαλέσουν κύματα διαμαρτυρίας από μεγάλη μερίδα ακαδημαϊκών στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Όλοι αυτοί εξέλαβαν τόσο τις εκδηλώσεις έντονης δυσπιστίας για το ελληνορωμαϊκό πολιτισμικό αρχέτυπο όσο και τις ρητές απειλές για τον άμεσο τερματισμό αξιόλογων πανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών στον τομέα της κλασικής φιλολογίας, ως παρακμιακές κινήσεις μιας παντελώς εκφυλισμένης και εξόφθαλμα διεστραμμένης εκδοχής του κινήματος της πολιτικής ορθότητας στο ευαίσθητο και συνάμα ευάλωτο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών.
Αναμφιβόλως οφείλουμε να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί στις αντιδράσεις μας ως προς ένα φαινόμενο που έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική στη Βόρεια Αμερική, όπου βεβαίως εδρεύουν τα μεγαλύτερα και εγκυρότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου. Επί παραδείγματι, ο ιστορικός της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με ειδικότητα στο ρωμαϊκό δίκαιο Dan-el Padilla Peralta είναι ένας διεθνώς διακεκριμένος επιστήμονας, με λαμπρές σπουδές στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Στάνφορντ, καθώς επίσης το συγγραφικό έργο του είναι εμπερίστατο και αξιοπρόσεκτο. Γι’ αυτό επιβάλλεται να εγκύψουμε στα γραπτά καθώς και στα λεγόμενά του, προκειμένου να διαμορφώσουμε σφαιρική άποψη αναφορικά με τα επιχειρήματα και τις προτάσεις του. Αρχικά πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν μας ότι ο εν λόγω κλασικιστής έλκει την καταγωγή του από τη Δομινικανή Δημοκρατία, όπου δυστυχώς, παρά την ονομασία της, το δημοκρατικό πολίτευμα εκεί δεν ευδοκίμησε, αλλά επί μια τουλάχιστον τριακονταετία (1931-1960) ένας στυγνός τύραννος, που αποκαλούσε μάλιστα τον εαυτό του κατ’ ευφημισμό Λεωνίδα (!), με σκοπό προφανώς να σφετεριστεί το κλέος του ηρωικού εκείνου βασιλιά της Σπάρτης, καταπίεσε με αναλγησία τον πάμπτωχο λαό του και υπερύψωσε με τρόπο στρεβλωτικό την παραπλανητική λευκότητα των αρχαιοελληνικών μνημείων σε αδιαφιλονίκητο σύμβολο υπεροχής, φυλετικής, οικονομικής και κοινωνικής, με στόχο να επιτύχει κάθε είδους εθνοκάθαρση στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του κρατιδίου του. Σήμερα ηχεί βεβαίως ειρωνικό το γεγονός ότι η πρωτεύουσα της Δομινικανής Δημοκρατίας λογιζόταν εκείνα τα πέτρινα χρόνια ως δήθεν η «Αρχαία Αθήνα» του Νέου Κόσμου!
Η ιδιοσυγκρασία του Dan-el Padilla Peralta σφυρηλατήθηκε μέσα στην έκρυθμη κατάσταση των φυλετικών και ταξικών διακρίσεων και ο ερχομός του σε νεαρή ηλικία στις ΗΠΑ, όπου το φυλετικό ζήτημα ήταν, ως γνωστόν, και εκεί πολύ έντονο, παρόξυνε ευλόγως την αίσθησή του της αδικίας και της περιθωριοποίησης. Ωστόσο η σύνδεση της λευκότητας του δέρματος και της καθαρότητας του αίματος με την κλασική παράδοση είναι όχι μόνον αδιανόητη αλλά και κατάπτυστη σε έναν πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό κόσμο, όπως είναι αυτός της Βόρειας Αμερικής –και ορθώς· διότι αποτελεί απαράδεκτη στρέβλωση του αρχαιοελληνικού και ρωμαϊκού παρελθόντος η ανεπίτρεπτη σύνδεσή του με ακραίες ιδεολογίες, που κατά καιρούς προβάλλουν οι ρατσιστές και οι εξτρεμιστές όλων ανεξαιρέτως των πολιτικών αποχρώσεων. Αυτό που παρατηρούμε στην προκειμένη περίπτωση είναι οι άκομψες και αδέξιες (προφανώς ακόμη) απόπειρες μη λευκών κλασικιστών να ενταχθούν σε έναν επιστημονικό τομέα, ο οποίος ωστόσο είναι άκρως απαιτητικός και δύσκολος, αφού, καθώς προειπώθηκε, προϋποθέτει τη γνώση δύο αρχαίων γλωσσών υψηλής εκφραστικής ποιότητας, πλουσιότατου λεξιλογίου και τεράστιας βιβλιογραφίας.
Επομένως, οι κακόγουστοι πειραματισμοί φιλολόγων σαν του Dan-el Padilla Peralta δεν φαίνονται ίσως ακόμη επικίνδυνοι για το μέλλον των κλασικών σπουδών, υποδηλώνουν ωστόσο τις ενδόμυχες επιδιώξεις κάποιων μη λευκών μελετητών, αλλά το χειρότερο, μιαν ανομολόγητη απαρέσκεια ή και καταδικαστική διάθεση του συνόλου του αρχαιοελληνικού πολιτισμού εξ αφορμής μερικών θεσμών του, όπως είναι η δουλεία, η κατώτερη θέση των γυναικών, η ταξική δόμηση της κοινωνίας, η παρεξηγήσιμη ιδέα της αυτοχθονίας ως αδιαφιλονίκητης απόδειξης ηθικής χρηστότητας και άλλα παρόμοια, τα οποία ωστόσο ερμηνεύονται εσφαλμένως εφαρμόζοντας σύγχρονους κανόνες και κριτήρια. Στην παρούσα φάση αυτής της μετάβασης από τη μια τεχνολογική επανάσταση στην άλλην, ευκταίο θα ήταν να επωφεληθούμε και από το δυναμικό αυτό αντιρατσιστικό και αντιαποικιακό κίνημα της αποκαλούμενης «κριτικής θεωρίας» (critical theory), που μας έρχεται από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, χωρίς να διολισθήσουμε σε στείρες αντιπαραθέσεις και άσκοπες αντιδικίες.
***
Η διεξοδική αναφορά μας στην περίπτωση του Dan-el Padilla Peralta, όπου ατενίζουμε στο βάθος της εικόνας τόσο την αμφιλεγόμενη προβολή προσωπικών και ίσως τραυματικών εμπειριών στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών όσο και τον απόηχο οικουμενικών πολιτισμικών συγκρούσεων, αποσκοπεί προσέτι στη διεύρυνση του θέματος για τον εντοπισμό πιθανών λύσεων, το σχετικό δηλαδή με την προϊούσα υποβάθμιση των κλασικών γραμμάτων στην πατρίδα μας και εν γένει στον δυτικό κόσμο. Προς την κατεύθυνση της αναζήτησης τρόπων, οι οποίοι θα υποβοηθήσουν την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος κυρίως των νέων μας για την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, θα επιχειρήσω να εκθέσω κάποιες σκέψεις, εκκινώντας μάλιστα από τη δική μου προσωπική πείρα ως σπουδαστή και ακαδημαϊκού δασκάλου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να αναδείξω εκείνες της εκφάνσεις της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, τις οποίες θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε στον μέγιστο βαθμό, προκειμένου να ευθυγραμμιστούμε ως κλάδος με τις σύγχρονες καταιγιστικές εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας και συνάμα να αποβούμε, ει δυνατόν, συστατικό μέρος και εμπνέουσα δύναμη της επερχόμενης Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.
Πράγματι, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1990, μαζί με άλλους φερέλπιδες συναδέλφους, ύστερα από πολυετείς σπουδές στο εξωτερικό, δοκίμασα κι εγώ, όπως και άλλοι ομότεχνοί μου, την πολύ δυσάρεστη έκπληξη που μας επιφύλαξαν αφενός η θλιβερή υποβάθμιση των αρχαιογνωστικών σπουδών στα ελληνικά πανεπιστήμια και αφετέρου η αλγεινή απαξίωση των αρχαιογλωσσικών μαθημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η έλλειψη βεβαίως ενδιαφέροντος για τα κλασικά γράμματα ήταν απολύτως ευεξήγητη, διότι πλέον η νεολαία είχε απολέσει κάθε ενθουσιασμό για τις αρχαιογνωστικές επιστήμες, ωθούμενη εύλογα από την αδήριτη ανάγκη να αποκατασταθεί επαγγελματικά διαμέσου της τεχνολογικής μόρφωσης, έτσι ώστε να διασφαλίσει εν πρώτοις τα προς το ζην και ακολούθως να προοδεύσει οικονομικά και κοινωνικά. Η ενασχόληση με την κλασική φιλολογία ειδικότερα δεν εθεωρείτο προσοδοφόρα δραστηριότητα· τουναντίον εκλαμβανόταν τότε κατά πολλούς ως αδιέξοδη προαίρεση, που προϋπέθετε κόπους και ταλαιπωρίες από εκείνους τους ρομαντικούς νέους, οι οποίοι θα αποφάσιζαν να διακινδυνεύσουν μια σταδιοδρομία –παραθεωρώντας μάλιστα το δέλεαρ των παχυλών απολαβών που θα τους εξασφάλιζαν πιο προσοδοφόρες επαγγελματικές οδοί– σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό και δυστυχώς γλίσχρες αμοιβές υποσχόμενο επιστημονικό και ερευνητικό πεδίο.
Και σήμερα, βεβαίως, όλοι θα κινούσαν με απογοήτευση το κεφάλι ενώπιον αυτής της οικτρής πραγματικότητας. Ο κατά τα άλλα λογικός πλην αναίτια επάρατος για μερικούς όρος της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) έχει καταστήσει τα Τμήματα Φιλολογίας και Ιστορίας/Αρχαιολογίας ανά την Ελλάδα σκιές του πάλαι ποτέ ευκλεούς εαυτού τους με τα τεράστια αριθμητικά κενά που παρατηρούνται ως προς τους εισακτέους φοιτητές τους. Επιτρέψτε μου εντούτοις στο σημείο αυτό ακριβώς της δικαιολογημένης απαισιοδοξίας να επιχειρήσω μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ αυτού που επιθυμούμε να διδαχτούν οι νέοι μας στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση και της θεμιτής, πλην όμως ενίοτε προβληματικής φιλοδοξίας που διακρίνει κάθε ελληνική οικογένεια να καμαρώσει τους νεαρούς βλαστούς της να προκόβουν στον υπερβαλλόντως ανταγωνιστικό στίβο της κοινωνικής ζωής.
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κλασική παιδεία δεν δύναται πλέον να παράσχει εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα οικονομικής άνεσης· είναι ωστόσο πασίδηλο ότι η ανθρωπιστική καλλιέργεια θεωρείται ως ο θεμέλιος λίθος του δυτικού πολιτισμού και εσχάτως θα λέγαμε έχει αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη ρηξικέλευθων εκπαιδευτικών προτάσεων στο πλαίσιο της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Είναι γνωστό ότι η αναβίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος και η πρωτοκαθεδρία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας αποτέλεσαν βαθμηδόν μια πείρα ζωής ανεκτίμητη για τον απελευθερωμένο ελληνικό λαό και –γιατί όχι;– ευπρόσδεκτα λυτρωτική, όπως κάθε τέτοια βαρύτιμη πείρα. Μέσα από τη συστηματική εντρύφηση στις δύο κλασικές γλώσσες, ειδικότερα με την αττική διάλεκτο, επικοινωνούμε δημιουργικά με προπατορικές γλωσσικές υποστάσεις άφταστης επικοινωνιακής εμπειρίας, οι οποίες επιτρέπουν όχι μόνο να περιηγηθούμε με ευχέρεια τις ιστορικές φάσεις της σύγχρονης γλώσσας μας, αλλά και να οικοδομούμε ευχερώς στέρεες γέφυρες πολιτισμικών ανταλλαγών με τους ευρωπαίους αδελφούς μας. Η αρχαιοελληνική και λατινική γραμματεία μεταγγίζει πάντοτε ζωογόνο αίμα στις αρτηρίες του οικουμενικού στοχασμού και συνάμα η φιλοσοφική διανόηση της αρχαιότητας αναγνωρίζεται ως προτακτικό συστατικό στοιχείο της παγκόσμιας ρομποτικής και βιοτεχνολογικής εξέλιξης. Φυσικά το ίδιο το επίτευγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας λογίζεται δικαίως ανά τον κόσμο ως θαυμαστός αναβαθμός πολιτιστικής προόδου και όχι απλά ως απαρχή πολιτικής ωρίμασης, επειδή προϋποθέτει, πλην των άλλων, εξόχως εκλεπτυσμένη κοινωνική αγωγή.
Θα ήταν επομένως ανεπίτρεπτο εμείς οι Έλληνες, οι κατεξοχήν θεματοφύλακες της κλασικής παράδοσης και αποδέκτες ανά τους αιώνες όλων αυτών των ευεργετικών συνεπειών, που απορρέουν από τον άρρηκτο συσχετισμό μας με το αρχαίο κλέος σε πολιτικό και εν γένει εθνικό επίπεδο, να συγχέουμε την ανθρωπιστική παιδεία με την επαγγελματική εξασφάλιση εν ονόματι μιας μυωπικής χρησιμοθηρίας ή, το χειρότερο, να θυσιάζουμε την επιστημονική εγκυρότητα, για να ικανοποιήσουμε φρούδες ελπίδες για την απόκτηση ενός κάποιου πανεπιστημιακού τίτλου. Σκόπιμο θα ήταν λοιπόν να τολμήσουμε να αναμορφώσουμε όσο είναι δυνατόν το προδήλως ανοικονόμητο και εν πολλοίς προβληματικό σύμπλεγμα φιλολογικών και αρχαιογνωστικών πανεπιστημιακών τμημάτων στη χώρα μας, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις φυτοζωούν και παράγουν δυστυχώς πλήθος εν δυνάμει άνεργων πτυχιούχων, συχνά μειωμένων ίσως προσόντων και περιορισμένων δυνατοτήτων.
Πρόσφορο θα ήταν επιτέλους στη θέση κάποιων από αυτά να ιδρυθούν αμιγή τμήματα κλασικής φιλολογίας, όπως βεβαίως ισχύει εδώ και αιώνες στο εξωτερικό, τα οποία ευκταίο θα ήταν να διασυνδεθούν με ένα στοιχειώδες δίκτυο πρότυπων κλασικών λυκείων (η γειτονική Ιταλία διαθέτει άνω των 700!) και να ενισχυθούν από την ύπαρξη ενός πολυδύναμου Κέντρου Κλασικών Σπουδών, για να μπορέσουμε έτσι να εκπαιδεύσουμε ευάριθμους αλλά στιβαρούς και συγκροτημένους επιστήμονες και σε αυτόν τον κρίσιμο τομέα. Τα κλασικά γράμματα θα πρέπει φυσικά να αρτιώνουν την παρεχόμενη δευτεροβάθμια παιδεία μας μαζί με τα θεμελιώδη θετικά και τεχνολογικά μαθήματα, αλλά εκ παραλλήλου επιτακτικό καθήκον είναι να ανυψώσουμε το επίπεδο των κλασικών σπουδών κατά κύριο λόγο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς κάθε φορά να ενδίδουμε σε χρησιμοθηρικές ή άλλες μυωπικές σκοπιμότητες.
***
Τώρα αναφορικά με την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της ευρύτερης εκφυλιστικής κατάστασης στον τομέα των κλασικών σπουδών διεθνώς, η πλειονότητα των ερευνητών αισθάνεται ότι για την ώρα λύσεις δεν διαφαίνονται στο ζήτημα αυτό και κάποιοι μάλιστα φοβικοί ή απαισιόδοξοι δηλώνουν urbi et orbi ότι τάχα στον αιώνα μας της αποθέωσης της τεχνολογίας δεν μπορεί να έχει πλέον θέση η μελέτη της κλασικής παράδοσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή κατ’ ουσίαν οι λάτρεις του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στέρεψαν από δημιουργικές ιδέες; Μήπως κατά το σεφερικό εκείνο πρόταγμα πρέπει χωρίς χρονοτριβή να ξεπλύνουμε την όρασή μας και έτσι να αντικρίσουμε εκ νέου με αναγεννημένη ζωτικότητα τον καινούργιο κόσμο που αναδύεται γύρω μας; Μεγάλη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μείζονες διανοητές της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, παρ’ όλες τις συχνά διαμετρικές αντιθέσεις τους, όπως λόγου χάριν ο Yuval Noah Harari και ο Rutger Bregman, καθώς επίσης αρκετοί τεχνολόγοι και τεχνοκράτες, αφιερωμένοι ολόψυχα στην όσο το δυνατόν ταχύτερη υλοποίηση συνδυαστικών εφαρμογών στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, φαίνεται ότι συμφωνούν ως προς την σπουδαιότητα που έχουν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και εν γένει ο αρχαιοελληνικός στοχασμός αναφορικά με το ακανθώδες ζήτημα τόσο του ελέγχου των ενδεχομένως αιφνίδιων και δυσάρεστων εξελίξεων στο ραγδαίως μεταβαλλόμενο πεδίο του μετανθρωπιστικού κοινωνικού ανασχηματισμού όσο και της απαραίτητης αναχαίτισης επικίνδυνων παρενεργειών, που πιθανότατα θα μπορούσε να επιφέρει η όντως εκπληκτική ρομποτική, ιατρική και μηχανική πρόοδος. Πράγματι, η επιχειρούμενη ρηξικέλευθη σύμφυρση, κατ’ άλλους εφιαλτική ‘επιμειξία’, της τεχνητής νοημοσύνης με νεωτερικές μεθόδους αναβάθμισης του ανθρώπινου σώματος, μέσω κυρίως ευγονικής επενέργειας και εκ παραλλήλου με πολύπλοκες μηχανιστικές αυτοβελτιώσεις ανοργανικών υποστάσεων και άψυχων υπάρξεων, φαντάζει στα μάτια πολλών, απλών πιθανόν και ίσως φοβισμένων παρατηρητών αλλά και πολύ περισσότερο ανήσυχων επαϊόντων, ως η τελευταία πράξη του δράματος της ανθρωπότητας, όπως τη γνωρίζαμε έως τώρα.
Πέραν όμως από μιαν ανώφελη πεσιμιστική θεώρηση αδήριτων εξελίξεων, σκόπιμο κρίνεται να επαναδιατυπωθούν εκείνα τα ιδεώδη και εκείνες οι σταθερές ηθικές αξίες, που δημιούργησε και υπερασπίστηκε ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός μέσα στους αιώνες, προκειμένου να καταστεί περισσότερο έκτυπη η διαιώνια χρησιμότητα του κλασικού παραδείγματος στην αντιμετώπιση μιας πιθανοφανούς ολέθριας τεχνολογικής εκτροπής. Επί παραδείγματι, η κληρονομιά του αττικού δράματος, το οποίο με την απαράμιλλη δυναμική του συνεχίζει να καταγοητεύει το παγκόσμιο κοινό όπου γης ιδίως τις τελευταίες δεκαετίας, πρέπει οπωσδήποτε να αξιοποιηθεί προς την κατεύθυνση της εμπέδωσης πνευματικών και ηθικών κανόνων και συνθηκών, που θα αποτρέψουν τις επικίνδυνες στρεβλώσεις της νέας εποχής. Τέτοιες διαστρέψεις της πραγματικότητας είναι, λόγου χάριν, η συνεχής υπονόμευση της αλήθειας μέσω μιας ακατάσχετης πλημμυρίδας ψευδών ειδήσεων (fake news) στα ποικιλώνυμα διαδικτυακά forum, η συστηματική καταδολίευση της εκλεπτυσμένης κοινωνικής αγωγής, που αναβλύζει από τις ακένωτες πηγές του δημοκρατικού πολιτεύματος μέσω της σκόπιμης υπερπροβολής ‘πεφωτισμένων’ απολυταρχικών προτύπων διοίκησης, τα οποία δήθεν διακρίνονται στην αντιμετώπιση κλιματικών, μολυσματικών, επισιτιστικών και στρατιωτικών κρίσεων· η ευφυώς ενορχηστρωμένη υποτίμηση της ελεύθερης βούλησης και εν γένει της αυτοσυνείδητης αίσθησης αξιοπρέπειας του ατόμου έναντι του συχνά αδυσώπητου πεπρωμένου του με τη βοήθεια αθεμελίωτων θεωριών και ανεπέρειστων ιδεολογημάτων περί της ανυπαρξίας ενδιάθετης και αυτοκυβέρνητης προαίρεσης στον άνθρωπο. Το αττικό θέατρο διαθέτει εκείνη την αδιαμφισβήτητη ηθική αίγλη να αντιστρέψει τέτοιες ολέθριες αφιλάνθρωπες τάσεις, αφού βεβαίως θελήσουμε να προβάλουμε εκείνες τις πτυχές του, που συνηγορούν υπέρ μιας ανυπόκριτα φιλεύσπλαγχνης, δημοκρατικά δημιουργικής, διαλεκτικά αναστοχαστικής και ειλικρινώς ηρωικής στάσης έναντι της ζωής και του κόσμου μας.
Σημειωτέον ότι η παλαιότερη προβληματική, όσον αφορά στην ηθοπλαστική επίδραση, που θα μπορούσε να ασκήσει το αθηναϊκό δράμα στους θεατές, μετέβαλε ορθώς κατεύθυνση και αναπροσανατολίστηκε προς προσφορότερες ερμηνευτικές ατραπούς, που φαίνεται ότι οδηγούν σε γονιμότερα και ρεαλιστικότερα αποτελέσματα. Σύμφωνα με τη νέα οπτική, η οποιαδήποτε απόπειρα προσπέλασης στον ηθικό και παιδαγωγικό πυρήνα του αρχαίου ελληνικού δράματος οφείλει αφενός να διατηρεί ικανές αποστάσεις από κάθε είδους στείρο διδακτισμό και αφετέρου να εστιάζεται δημιουργικά στην έννοια της θεατρικής πράξης ως διδάχου και κατηχητή διά του παραδείγματος.
Αυτή η σύλληψη της σκηνικής απομίμησης και δραματοποιητικής απεικόνισης κυρίως μύθων και θρύλων αλλά και πρωτότυπων άλλων σεναρίων, όχι μόνον ως ευαίσθητου ‘σεισμογράφου’ ιστορικών και θεολογικών κραδασμών αλλά, έτι σημαντικότερον, ως γεραρού μεταλαμπαδευτή γνώσεων, παιδείας και προτύπων πολιτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, διαπλατύνει αναμφίβολα τους ερμηνευτικούς μας ορίζοντες. Διότι τώρα μπορούμε να υπερκεράσουμε τα αρτηριοσκληρωτικά προσκόμματα του παλαιότερου άγονου σχολαστικισμού και να εμβαθύνουμε στην εκπαιδευτική ουσία των θεατρικών διαγωνιστικών εκδηλώσεων, από τις οποίες οι αρχαίοι θεατές αντλούσαν πολύτιμα διδάγματα αφενός προπαρασκευαστικά για τον πολιτικό βίο τους και αφετέρου παραδειγματικά για την κοινωνική δράση τους.
Είναι ενδεικτικό ότι ο Αριστοφάνης, ένας πράγματι ανατόμος της αθηναϊκής κοινωνίας αλλά συνάμα και ευαίσθητος εκφραστής του καιρού του, πίστευε ακράδαντα ότι η τραγική ποίηση πρέπει ανελλιπώς να επιδιώκει τη φώτιση και την παίδευση των πολιτών· με άλλα λόγια, όπως επισημαίνεται στους Βατράχους του(στ. 1006-1012), ο τραγωδιογράφος, και γενικότερα ο ποιητής, έχει ύψιστο ηθικό χρέος να προσφέρει χρήσιμες και κυρίως συνετές συμβουλές στην πόλη του. Εξυπακούεται ότι στην περίπτωση της Αρχαίας Κωμωδίας η ηθοπλαστική στόχευση των έργων είναι παραπάνω από πρόδηλη, καθώς στη διάρκεια της απροσχημάτιστης παραβατικής αποστροφής των αποκεκαλυμμένων μελών του Χορού ο κωμωδιογράφος αποπειράται να στηλιτεύσει ευθέως τα κακώς κείμενα της αθηναϊκής πόλης και να συνετίσει τους συμπατριώτες του. Εν αντιθέσει προς το κωμικό δράμα, η τραγική ποίηση παραδίδει τερπνή διδαχή με τρόπο αριστοτεχνικά υπαινικτικό σε τέτοιο μάλιστα σημείο λεκτικής και μυθολογικής παρέμφασης, ώστε να έχουν κατά καιρούς αμφισβητηθεί εντόνως τόσο το πολιτικό και θρησκευτικό υπόβαθρο ακόμη και αυτών των αποκαλούμενων ‘αθηνοκεντρικών’ έργων όσο και η ευρύτερα διδακτική σκοποθεσία της ίδιας της αττικής τραγωδιογραφίας.
Επιβεβλημένο ωστόσο είναι να επιστρέψουμε στις προαναφερθείσες σκόπιμες αριστοφάνειες παροτρύνσεις, τις σχετικές με το υπέρτατο καθήκον του ποιητή να φροντίζει πάντοτε να παρέχει νουθεσίες και συμβουλές στους συμπολίτες του, και να εξετάσουμε αυτήν τη φορά τους ειδικούς τρόπους παραδειγματισμού που συστηματικά μετέρχονται οι τραγικοί ποιητές, προκειμένου να κληροδοτήσουν εν είδει πρότυπης διδαχής στο φιλοθέαμον κοινό υποθήκες. Σημαντικός, αν όχι ο σημαντικότερος, τέτοιος δραματουργικός τρόπος είναι η προβολή ηρωικών αρχετύπων αυτοθυσιαστικής ή και αλτρουιστικής συμπεριφοράς εν μέσω σοβαρών διλημμάτων. Η απροϋπόθετη επιτέλεση ιδίως του ηθικού χρέους, παρά τις συχνότατα ανυπέρβλητες αντιξοότητες των πραγμάτων, αλλά και εκείνων που δημιουργούν ενίοτε οι ανθρώπινοι χαρακτήρες, εξαιτίας του μνησίκακου πάθους και της υστερόβουλης δράσης τους, αποτελεί την πεμπτουσία αυτής της επίμοχθης πνευματικής άσκησης στην ορθόφρονη διαπαιδαγώγηση των πολιτών μέσα στο πλαίσιο της εκάστοτε θεατρικής πράξης.
Με άλλα λόγια, το αττικό δράμα, ως πολύτιμος θεσμός της δημοκρατίας και απαράμιλλος διδάσκαλος των πολιτών αποσκοπεί, inter aliis, αφενός να σφυρηλατήσει με υψηλόπνευστα ιδεώδη το φρόνημα του αθηναϊκού λαού και αναντιρρήτως κάθε λαού –μέσα από διαδοχικές κορυφώσεις σφοδρότατων αντιπαραθέσεων ανάμεσα στα dramatis personae του έργου– και αφετέρου να ωθήσει ελεύθερους και αυτεξούσιους ανθρώπους να στρέψουν την πορεία της ζωής και της δράσης τους προς την κατεύθυνση της πραγμάτωσης των ευγενέστερων ελπίδων και επιδιώξεών τους. Ο σκοπός αυτός μάλιστα υπηρετείται επιτυχώς διαμέσου θερμών επικλήσεων σε καθιερωμένα πρότυπα πολιτικής και κοινωνικής ηθικής, καθώς επίσης με τη βοήθεια έντονων αναδιατυπώσεων πατροπαράδοτων ιδεωδών και προγονικών αξιών σε προκλήσεις και κελεύσματα ενός ανεπίληπτου δημοκρατικού συνειδότος.
Στην περίπτωση της τραγικής ποίησης αξίζει να επισημανθεί ότι η περιφρούρηση του ηθικού νόμου και η διαφύλαξη της κοινωνικής ευρυθμίας με οποιοδήποτε τίμημα αποτελούν την πεμπτουσία όχι μόνο του αθηναϊκού δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά γενικότερα του ανθρώπινου πολιτισμού. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η έννοια του ηθικού χρέους στην αρχαία Ελλάδα ταυτίζεται με εσώτατα συναισθήματα εθελοθυσίας του ίδιου του ατόμου, αφού σε ένα βαθύτερο επίπεδο η επίτευξη και η διασφάλιση της προόδου προϋποθέτουν σύντονες ανιδιοτελείς προσπάθειες εκ μέρους όλων των θνητών, δεδομένων κυρίως των αντίξοων συνθηκών του φυσικού περιβάλλοντος και των πολυάριθμων μειονεκτημάτων του ανθρώπινου χαρακτήρα. Δεν είναι συνεπώς καθόλου συμπτωματικό το γεγονός ότι η αθηναϊκή δημοκρατική ιδεολογία, την οποία προβάλλει αδιαλείπτως και από την οποία αρύεται συνεχώς έμπνευση το αττικό δράμα, εδραιώνεται σε μια σειρά ιδρυτικών μυθολογικών αφηγήσεων, οι οποίες προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην αυταπάρνηση και τη φιλαλληλία ηρωικών μορφών αλλά και πόλεων, ενώ συνάμα καυτηριάζουν με τη μεγαλύτερη δριμύτητα κάθε υβριστική υπέρβαση του ανθρώπινου μέτρου.
Θα μπορούσαμε, χάριν δείγματος, να απαριθμήσουμε κάποια από τα προαναφερθέντα προγραμματικά επιτάγματα της δημοκρατικής πολιτείας, τα οποία κατά τρόπον αξιοθαύμαστο διαθέουν την πλειονότητα των δραματικών έργων της κλασικής εποχής· οι τραγωδίες ιδίως που διαδραματίζονται σε εμβληματικούς χώρους της Αττικής διαπνέονται στο σύνολό τους από τα ιδανικά και τις αξίες τού εν πολλοίς λαοκρατικού καθεστώτος της Αθήνας. Ειδικότερα, η αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση των πολιτών της να παρέχουν ανιδιοτελή αρωγή στους ανίσχυρους, αδικημένους και κατατρεγμένους όπου γης, η ιερή παρακαταθήκη για την ευλαβική τήρηση της θρησκευτικής εθιμοτυπίας, που ρυθμίζει την απονομή νενομισμένων επιτάφιων προσφορών και την προσήκουσα κηδεία των πεσόντων στο πεδίο της μάχης, και ιδίως η εδραία πίστη στην ευκλεή αποστολή της Αθήνας ως αμνησίκακης εγγυήτριας δύναμης για την προάσπιση ολόκληρου του ελλαδικού χώρου από κάθε ξένη ή ξενοκίνητη επιβουλή αποτελούν κατ’ ουσίαν τη ‘λυδία πέτρη’, επάνω στην οποία επικυρώνεται αδιάκοπα η ανυπόκριτη προσήλωση της αθηναϊκής πόλης-κράτους στη θρησκευτική επιταγή και στον ηθικό νόμο.
Σε αντίθεση με την πρυτανεύουσα τάση των περισσότερων ποιητών και συγγραφέων προς την αυστηρή ή ήπια καταδίκη κάθε είδους παρεκτροπής, ακόμη και εις βάρος της ανάγκης για ισοδύναμη επιδοκιμασία της ενάρετης συμπεριφοράς, το αρχαιοελληνικό δράμα χαρακτηρίζεται από την ιδιάζουσα τάση να αποδίδει εν ίσω μέτρω και τον εγκωμιασμό της ανεπίληπτης διαγωγής και τη στηλίτευση της ελαστικής συνείδησης. Πράγματι, η δραματογραφία της κλασικής εποχής βρίθει από πάμπολλα τέτοια άκρως αντιθετικά περιστατικά ηθικής αριστείας αλλά και επαίσχυντου ήθους. Ακόμη και σε αυτές τις ευάριθμες δηλωτικές περιπτώσεις μπορούμε ευχερώς να διαπιστώσουμε ότι οι υπαγορεύσεις της συνείδησης και οι κανόνες του πρέποντος αρχικώς περιπλέκονται επικίνδυνα και εν τέλει αποπλέκονται επεισοδιακά, εν μέσω όμως κάποτε αδιανόητων δεινών, αλλά και άλλοτε περιφανών θριάμβων για τους κάθε φορά εμπλεκόμενους θνητούς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι θεατές να εντυπώνονται βαθιά αφενός όλα αυτά τα πρότυπα αυτοθυσιαστικής ευψυχίας και αφετέρου να εγκύπτουν με τον ανάλογο προβληματισμό σε διλημματικές περιπτώσεις, που είναι έμφορτες ανθρώπινων παθών και βιαιότατων αισθημάτων. Από την αισχύλεια τριλογική Ορέστεια και τη σοφόκλεια άτυπη θηβαϊκή τριλογία Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ και Αντιγόνη στις ευριπίδειες τραγωδίες Ικέτιδες και Ηρακλείδες παρακολουθούμε συνεπαρμένοι ένα πανόραμα σφοδρότατων ηθικών συγκρούσεων άρρηκτα συνδεδεμένων με θεμελιώδεις πτυχές του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Εν κατακλείδι, πεποίθησή μας είναι ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές και ιδίως η κορωνίδα τους στον δυτικό κόσμο, τα κλασικά γράμματα, διαθέτουν ακόμη εκείνες τις δυναμικές για την ομαλή μετάβασή τους από την Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση της πληροφορικής στην Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό ευελπιστούμε ότι θα μπορούσε να αποτυπωθεί οσονούπω στην πράξη, εάν μάλιστα οι θεματοφύλακες των κλασικών ιδεωδών ανά την υφήλιο, αλλά και στην πατρίδα μας, θελήσουν να προτάξουν την πολύ σημαντική χρησιμότητα της ελληνορωμαϊκής παράδοσης στην επωφελή συμπλήρωση του τεχνοκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και την απροσμέτρητη αξία του απαράμιλλου ηθικού στοχασμού της αρχαιότητας. Αυτό θα συμβάλει καθοριστικά στην αποτροπή μιας προϊούσας πολιτιστικής παρακμής, που προέρχεται κυρίως από την αχαλίνωτη και αφιλάνθρωπη τεχνομανιακή πρόοδο της ρομποτικής, της ιατρικής και της βιολογίας. Σύμφωνα με τη λατινική γνωμική παρότρυνση που έχει τεθεί ως προμετωπίδα στην αρχή του παρόντος δοκιμίου, έχουμε χρέος προς τις νέες γενιές να ανακαλύψουμε τον προσφορότερο δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, ειδάλλως ύψιστο καθήκον μας είναι να τον δημιουργήσουμε το ταχύτερο δυνατόν!
⸙⸙⸙
[Ο Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος είναι Καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.]
