Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Βασίλης Τσιαμπούσης

BMW 3.000 cc

Ο θείος Πάνος ήταν ο μικρότερος αδελφός της μάνας μου. Μελαχρινός, με στητό κορμί, φαρδιές πλάτες και γκριζοπράσινα μάτια. Κρατούσε ένα μαγαζί με σιδηρικά και χρώματα, όμως η δουλειά του δεν πήγαινε καλά, γιατί πιο πολύ τον απασχολούσαν τα αλλότρια παρά οι επαγγελματικές του υποθέσεις.

Με τον πατέρα μου οι σχέσεις του δεν ήταν καλές. Αιτία ένα δάνειο, που κάποτε ο θείος ζήτησε και πήρε, αλλά δεν το ξεπλήρωσε ποτέ. Κατά καιρούς υποσχόταν πως, όταν θα πουλούσε ένα κομμάτι γης που είχε στη Νέα Αμισό, θα επέστρεφε τα οφειλόμενα. Κάποια στιγμή, όμως, «το σκότωσε» κι αγόρασε ένα μεταχειρισμένο BMW 3.000 κυβικών εκατοστών. Όσα λεφτά περίσσεψαν τα ξεκοκκάλισε σε γλέντια και σε χαρτοπαιξίες.

Τον θείο, κάποιες Κυριακές ή γιορτές, η μάνα τον καλούσε στο σπίτι μας για μεσημεριανό φαγητό. Κι ενώ γενικώς ήταν καλαμπουρτζής και αθυρόστομος, μπροστά στον πατέρα μου στεκόταν σιωπηλός και ζαρωμένος.

Μετά το τραπέζι τού στρώναμε σεντόνι και κουβέρτα στον καναπέ του καθιστικού μας κι εκείνος ξάπλωνε, πάνω κι απ’ τα δύο, με το σώβρακο και τη φανέλα. Μόλις τον έπιανε ο ύπνος, η μάνα πήγαινε και τον σκέπαζε. Θυμάμαι με πόση τρυφερότητα και πόσο προσεκτικά το έκανε, για να μην τον ξυπνήσει. Κάποιες φορές, αμέσως μετά, του έδινε κι ένα φιλί στα μαλλιά.

Ο Πάνος είχε ανεξήγητα χαρίσματα που αν εύρισκε τρόπο να τα εκμεταλλευτεί, ίσως να έπαιρνε άλλο δρόμο. Για παράδειγμα, όταν πήγαινε στο ψάρεμα, τα ψάρια ορμούσαν και τσιμπούσαν σαν τρελά το δικό του δόλωμα. Μπορεί να ήταν πέντε ψαράδες στη σειρά, στην ακτή ή πάνω σε βάρκες, οι τέσσερις να μην έβγαζαν λέπι κι εκείνος να γέμιζε κουβάδες. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν πήγαινε στο κυνήγι για πουλιά. Όλα έκαναν παρέλαση μπροστά του, σαν να ζητούσαν να πεθάνουν απ’ τα σκάγια του. Κι εκείνος, χωρίς να ξέρει καλό σημάδι, χωρίς καν να έχει σκυλί ή κάνα σπουδαίο όπλο, γέμιζε το τεράστιο σακίδιό του μέχρι επάνω.

Όσο για τις γυναίκες, τον ακολουθούσαν σαν μαγεμένες, αυτό όμως είχε λογική: Γιατί, εκτός από ομορφάντρας, ήταν και γλυκομίλητος και χουβαρντάς.

Πολλές φορές, μετά από κάποια καλά κυνήγια και ψαρέματα, πήγαινε σ’ ένα ταβερνάκι, στον «Ναυαγό», και προσκαλούσε την παρέα του για τσιμπούσι –όλα πληρωμένα απ’ τον ίδιο. Ποτά, τσιφτετέλια κι όμορφα κορίτσια, τα περισσότερα παλιές του φιλενάδες. «Με τέτοιες συμπεριφορές», έλεγε η μάνα μου, «ακόμα και να ήθελε ν’ αγιάσει», που δεν ήθελε, «δεν τον αφήνουν οι διαβόλοι».

Η πιο παράξενη, όμως, απ’ τις ικανότητές του, ήταν ότι ανά πάσα στιγμή γνώριζε την ώρα, χωρίς να συμβουλεύεται κανένα ρολόι. Εμείς, τ’ ανίψια του, –που μας αγαπούσε και μας κουβαλούσε δωράκια ανελλιπώς– τον τεστάραμε συνέχεια. Εκεί που μιλούσαν οι μεγάλοι, τον ρωτούσαμε ξαφνικά: «Θείε, τι ώρα είναι;». Εκείνος, χαμογελώντας, σούφρωνε τα χείλη και μισοέκλεινε τα μάτια του κρατώντας την αναπνοή του, σαν να έκανε περίπλοκους υπολογισμούς. Έπειτα απαντούσε κι εμείς ορμούσαμε, όπου υπήρχε ρολόι, να κάνουμε την επαλήθευση.

Γι’ αυτό το χάρισμά του, η μάνα μάς διηγούνταν απίθανες ιστορίες, που λόγω του ότι ήμασταν παιδιά τις καταπίναμε αμάσητες. Ότι κάποτε δούλεψε στο Τμήμα Ερευνών του Αμερικάνικου Στρατού, αλλά σε λίγο χρόνο τα παράτησε κι έφυγε, λόγω της νοσταλγίας που ένιωθε για την Ελλάδα.

Έπειτα οι Ρώσοι του πρότειναν να συμμετάσχει σε μια γιγαντιαία παραψυχολογική έρευνα, αλλά ο δικός μας έβαλε τόσες προϋποθέσεις, που ήταν αδύνατον να εκπληρωθούν.

Ο μπαμπάς μας, πάντως, τον κακολογούσε σε κάθε ευκαιρία: «Ο Θεός δίνει στους ανθρώπους διάφορες επιδεξιότητες κι απομένει στους ίδιους να τις εκμεταλλευτούν. Αλλά ο Πάνος έμοιασε τον δούλο του Ευαγγελίου, που έκρυψε το τάλαντο κάτω απ’ την πέτρα. Και για να χρηματοδοτεί τις ασωτίες του κατάντησε να ζητιανεύει δανεικά απ’ όποιον βρει».

Αυτό το τελευταίο ήταν εν πολλοίς αλήθεια, μάλιστα ο θείος έπαιρνε χρήματα κι απ’ τη μάνα μας και δεν τα επέστρεφε ποτέ. Κατέφτανε απογεύματα στο σπίτι μας, όταν έλειπε ο πατέρας, κι έπιναν οι δύο καφέ συζητώντας στο σαλόνι. Μόλις έφευγε, ανοίγαμε όλα τα παράθυρα για να φύγει η μυρουδιά απ’ την κολόνια του –πάντοτε Paco Rabanne– και η μάνα μάς παρακαλούσε να μη φανερώναμε σε κανέναν τίποτε.

Το 1998 ο θείος, επιτέλους, έκανε σοβαρό δεσμό με μια κυρία, που ήταν τμηματάρχης στον ΟΤΕ. Την έφερε και στο σπίτι μας –δεν ήταν όσο όμορφη θα του άξιζε, ούτε πιο νέα από εκείνον– και μας εκμυστηρεύτηκε ότι σκέφτονταν να παντρευτούν.

Έπειτα όμως από ένα διάστημα νερόβραστης συμβίωσης η Ελένη ζήτησε μετάθεση κι έφυγε στην Αθήνα, σημάδι πως ο δικός μας της έκανε κάποια χοντρή λαδιά. Κι όταν η μάνα, έξω φρενών, τον κατηγόρησε για την άσκημη κατάληξη, εκείνος της απάντησε: «Γλίτωσε η γυναίκα που δεν με παντρεύτηκε. Εξάλλου, για τα γούστα μου ήταν κάργα συντηρητική», δείχνοντας πως είχε αδυναμία στις αλανιάρες.

Στα επόμενα χρόνια η κατάσταση επιδεινώθηκε για όλους μας. Ο πατέρας πέθανε από ξαφνική ασθένεια. Η μάνα περιέπεσε σε κατάθλιψη και τα μαύρα δεν τα έβγαζε καθόλου. Η αδελφή μου παντρεύτηκε και χώρισε σε πέντε μήνες. Κι ο θείος Πάνος έφτασε στο χείλος του γκρεμού: απλήρωτες επιταγές, μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις τράπεζες, «καρφωμένες» πιστωτικές κάρτες, χρέος στη ΔΕΗ και στο νερό… Εντούτοις συνέχιζε να κυκλοφορεί με την μπεμβέ του, που έκαιγε ένα τάλιρο σε κάθε χιλιόμετρο. Και δεν την ξεφορτωνόταν, γιατί ήταν το τελευταίο λούστρο στην ξεφτισμένη του εικόνα.

Ένα απόγευμα ήρθε στο σπίτι μας και κάθισαν με τη μάνα στο καθιστικό. Ακούγοντας απ’ το διπλανό δωμάτιο τη συζήτησή τους, κατάλαβα ότι πάλι ζητούσε χρήματα. Η φωνή του ήταν βραχνή και παρακλητική, και της μάνας αυστηρά απελπισμένη. Στο τέλος του είπε με θυμό: «Δεν καταλαβαίνεις ότι με το ζόρι πληρώνω τους δικούς μας λογαριασμούς;».

Ακολούθησε βαριά σιωπή. Εμφανίστηκα μπροστά τους και, μη σταθμίζοντας, λόγω της ηλικίας μου, ότι η στιγμή ήταν ακατάλληλη, τον ρώτησα: «Τι γίνεται, θείε;».

«Καλά», μου απάντησε μαραμένος σαν απότιστο λουλούδι.

«Αλήθεια, τι ώρα είναι;», θέλησα να φαιδρύνω την κατάσταση.

Με κοίταξε άγρια πρώτη φορά: «Στο χέρι φοράς ρολόι και ρωτάς εμένα τι ώρα είναι; Παλικάρι μου, τώρα που μεγαλώσαμε κι εσείς κι εγώ, τέρμα τ’ αστεία»…

Το επόμενο διάστημα του έκαναν έξωση απ’ το σπίτι που νοίκιαζε και το μαγαζί του έκλεισε. Μερικοί απ’ τους φίλους του σταμάτησαν να του κάνουν παρέα –δεν είχε και τα όβολα να τους ακολουθεί. Εκείνο όμως που τον τραυμάτισε κατάκαρδα ήταν η κατάσχεση του αυτοκινήτου του. Κάποιος του είχε δώσει εμπόρευμα και, επειδή δεν το πληρώθηκε, του έβγαλε δικαστική απόφαση. Μετά από λίγα βράδια ο δικός μας πήγε, περιέλουσε με βενζίνη το παρκαρισμένο αυτοκίνητο και το έκαψε ολοσχερώς.

Τρόμαξε να ξεμπλέξει απ’ την αστυνομία –η μάνα προσέλαβε δικηγόρο, να του παρασταθεί. Εντέλει ορίστηκε δικάσιμος κι αφέθηκε ελεύθερος. Τότε του προτείναμε να εγκατασταθεί στο σπίτι μας, για να μειωθούν τα έξοδά του, αλλά ο θείος δεν το δέχτηκε. Είχε στο μαγαζί του ένα πατάρι, κουβάλησε εκεί τα άκρως απαραίτητα και το μετέτρεψε σε γκαρσονιέρα.

Η στενοχώρια μας για την κατάστασή του ήταν πια μεγάλη. Ειδικά εγώ τον σκεφτόμουν συνεχώς, γιατί ήταν ο ήρωάς μου, όσα κι αν οι άλλοι του καταλόγιζαν.

Μια μέρα μας μοίρασαν στο σχολείο διαφημιστικά φυλλάδια για την έλευση στην πόλη του τσίρκο Medrano. Το μεσημέρι πρότεινα στη μάνα μου να έκανε ο θείος αίτηση και ίσως τον προσλάμβαναν να παρουσιάζει ένα νούμερο με την εύρεση της ώρας.

Για λίγα δευτερόλεπτα εκείνη δεν απάντησε. Έπειτα είπε: «Ακόμα κι αν πραγματικά είχε τέτοιο χάρισμα, οι θεατές θα πίστευαν πως μέσα στο αυτί του κουβαλάει ένα τσιπάκι, που του τη μεταδίδει κάθε στιγμή».

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό κι εκείνη χαμογέλασε έτοιμη να κλάψει. «Όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα αστείο, που το κάναμε από παιδιά και δεν το αποκαλύψαμε ποτέ σε κανέναν. Τη στιγμή που όλοι κρεμόσασταν απ’ τα χείλη του, κι εκείνος έκανε πως σκεφτόταν, εγώ του έδινα σήμα με τα δάχτυλα των χεριών». Και μου έδειξε τον τρόπο.

«Και δεν το είχε καταλάβει ούτε ο μπαμπάς;», τη ρώτησα με μεγαλύτερη έκπληξη.

«Στεκόμουν πάντα πίσω από την πλάτη του. Γιατί, αν το αντιλαμβανόταν, λόγω της έχθρας που αισθανόταν για τον θείο, θα τον ξεμπρόστιαζε και θα χαλούσε το παιχνίδι σας».

Έβαλα τα κλάματα με λυγμούς: «Μ’ αυτά που είπες, μαμά,… τον αγαπώ και τον λυπάμαι ακόμα πιο πολύ».

Ένα βράδυ μας ειδοποίησαν απ’ το νοσοκομείο ότι έπαθε εγκεφαλικό. Έμεινε εκεί είκοσι μέρες –η μάνα πήγαινε κάθε απόγευμα και του κρατούσε συντροφιά. Έπειτα μπήκε σ’ ένα κέντρο αποκατάστασης, κάπου στον παλιό δρόμο Καβάλας-Θεσσαλονίκης, μπροστά στη θάλασσα. Απόρησα πώς πλήρωνε τα πολλά χρήματα που κόστιζε η θεραπεία του και υπέθεσα ότι τα έδινε η μάνα μου. «Τρελός είσαι;», μου είπε. «Κάποιος άλλος τα πληρώνει!», αλλά δεν ήξερε να πει ποιος.

Σ’ εκείνο το θεραπευτήριο, που είχε το όνομα «Αγία Ειρήνη», πήγαμε ένα απομεσήμερο Κυριακής να τον επισκεφτούμε. Τον πήραμε με το αναπηρικό καροτσάκι και καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι, στο κηπάκι μπροστά στη θάλασσα. Πιο πέρα κάποιοι ελάχιστοι κολυμπούσαν, ήταν αρχές Μαΐου κι ο καιρός ακόμα ψυχρός.

Η μάνα τού μιλούσε για διάφορα κι ο θείος σιωπούσε ή απαντούσε με δυσκολία, λέξεις μπουρδουκλωμένες και προτάσεις μισές. Κάποια στιγμή έβγαλε απ’ την τσάντα της μια Paco Rabanne και του άπλωσε κολόνια στο κεφάλι και στο στήθος. «Αχ, αδελφέ», του είπε, «είχες την ευκαιρία σου, αλλά δεν θέλησες να νοικοκυρευτείς».

Εκείνος έσκυψε το κεφάλι κι έβαλε τα κλάματα…

«Δεν ήθελα να σε πικράνω», του είπε η μάνα, κι άρχισε να κλαίει κι εκείνη.

«Η Ελένη…», ψέλλισε ο θείος με δυσκολία, «ήρθε… στο νοσοκομείο… Εκείνη… πληρώνει εδώ»…

Την ώρα που σηκωθήκαμε να φύγουμε, για να τον ενθαρρύνω του είπα: «Πάντως, σε σχέση με τις πρώτες μέρες, είσαι πολύ καλύτερα».

«Ο Θεός…», απάντησε.

«Σε λίγο καιρό οι ομορφότερες γυναίκες θα σου ζητούν να βγείτε ραντεβού».

Χαμογέλασε σαν να έλεγε: «Μερικά πράγματα δεν ξαναφτιάχνουν, όσο και να θέλουμε».

Γύρισα επίτηδες την πλάτη μου στη μάνα και τον πείραξα: «Θείε… Ξέρεις τι ώρα είναι;»

Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε άναυδος. Έπειτα, χαμογελώντας πονηρά έδειξε με τα δάχτυλά του «Τέσσερις». Και σήκωσε τον δείχτη του άλλου χεριού του σε σχεδόν οριζόντια θέση, σαν να έδειχνε κάτι ακόμα.

«Τέσσερις και δέκα;», τον ρώτησα, ενώ το ρολόι μου έδειχνε πέντε και είκοσι.

Έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Τέσσερις…», σήκωσε πάλι τον δείκτη του χεριού του, λυγισμένο και τρεμάμενο, και ξαναέδειξε σε απόσταση πενήντα μέτρων τέσσερις όμορφες κοπέλες, που έπαιζαν βόλεϊ στην αμμουδιά φορώντας μόνο τα μαγιό τους και διορθώνοντας, κάθε λίγο και λιγάκι, τα μικροσκοπικά σλιπάκια τους.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή