Μετάφραση: Βίκυ Κατσαρού
ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Σε κάθε στιγμή, στην αρχή και στο τέλος,
στο μέτρημα μιας ζωής, σκυθρωπής από το πλήρες πένθος,
απομένουμε δίχως αύριο ή αρχή,
ξεθωριασμένοι από την ηλικία και την απόσταση, λεηλατημένοι από ψεύδη,
ανίκανοι να μαζέψουμε οτιδήποτε άλλο παρά άμμο
σ’ έναν τόπο αναψυχής,
χαράζοντας γραμμές στη σκόνη που κουβαλά τη νόησή μας,
προσποιούμενοι πως υπάρχει κάποιο φυλαχτό
ενάντια στην αδύνατη επιστροφή.
Δεν υπάρχει ανακωχή· δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω,
κι άηχοι μετακινούμαστε εκεί,
όπου φωνάζουμε από μακριά
μέσα στον αραιωμένο αέρα, ανάμεσα στα κλαδιά,
στους πλάτανους του χτες,
μορφές συμπιεσμένες σε άμορφη λευκή λάσπη,
σε τόσες και τόσες παρομοιώσεις του θανάτου.
Νιώθοντας τη φθορά, αυτή την οικεία παρακμή του παντός,
γνωρίζοντας πλήρως την αβεβαιότητα
ως έκθετο σημάδι της μνήμης
που αποκαλύπτει κάθε ανάσα του χρόνου ως ίδιο τέχνασμά της
και μας αρνείται τον ελάχιστο αποχωρισμό απ’ την εγκατάλειψη,
αφού υπάρχουμε για το τίποτα·
μονάχα χαιρετούμε, και χαιρετούμε,
αν όχι παρά για να ομολογήσουμε
εκείνο που πιστεύουμε πως δεν συνέβη,
παρά μόνο για να κατανοήσουμε τη δίκαιη αποδοχή του βίου μας.
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ
Τίποτα δεν υπάρχει που να μην είχε αρχή.
Ακόμη και μακριά, μια φωτεινή κουκκίδα,
σε τόπους γυμνωμένους από κάθε όριο,
επάνω σε άμμους που κυλούν από άγνωστες θάλασσες,
συλλογιζόμαστε μονάχα την έκταση όσων αντιληφθήκαμε.
Αν τα λιβονικά χωράφια οδηγούν στα χωράφια της ματζουρίας,
αν τα πλακάκια λειαίνονται στα χλιαρά νερά των λουτρών,
κι ακόμη πιο πέρα, νεκροταφείο να ακολουθεί νεκροταφείο,
κι ανάμεσά τους, μέσα στην τραχύτητα της σιλεσίας,
στέκει το δάσος της σημύδας·
αν ο ήλιος είναι η φλόγα του λαδιού που τρίβει το ψωμί,
ή το ραγισμένο φως πάνω στους τοίχους του Χέλσινγκορ,
αν το οικόπεδο του θανάτου είναι παντού το ίδιο,
είτε στο τυφλό κρανίο του Λευκ είτε στη φυσαρμόνικα του Ταλίν,
στα ήπια κουκουνάρια, στους δρόμους που τελειώνουνε γυμνοί,
είναι γιατί σε ένα μέρος μετασχηματίζουμε
ό,τι έχει διαρρεύσει από ένα άλλο.
Ακόμη κι άθελά μας —ή ίσως είναι οι σκιές που μετακινούνται—
ακόμη και σ’ εκείνο που χωρίζει τα βήματά μας στα σιτοχώραφα,
σε μια άψυχη πόλη, στο κενό της διαγραφής,
υφαίνουμε μόνο τη γραμμή που ενώνει την καμπύλη
της λεπτής φυλλωσιάς που στο τέλος θάβεται κάτω απ’ τα πόδια μας.
Ακόμη κι αν με επίπονη σχολαστικότητα αποσπούμε τους τόπους,
λεπτομερίζοντας τις παρεκκλίσεις και τα άκρα τους,
την ομοιότητα ανάμεσα σ’ αυτό που είναι
κι εκείνο που νομίζαμε πως ήταν·
ακόμη και σε περιοχές που διασχίζουν μεγάλα τρένα,
όπου η νύχτα θα βαφτεί σε αποχρώσεις λεβάντας,
θα ακολουθούμε την ίδια ιστορία, το ίδιο σύρσιμο της γης,
την πλαγιά κάτω απ’ τον ίδιο άνεμο και το ίδιο διαδοχικό λυκόφως,
την ίδια σκοτεινή, βυθισμένη ζωή κάθε τόπου.
Σ’ εκείνο που ασταμάτητα μας ρουφάει μέσα του,
καθώς λαχταρούμε ό,τι πρόκειται να συμβεί στον επόμενο όρμο,
χαϊδεύοντας με τα χέρια τις βελανιδιές όπου χαράζουμε,
όπως κι οι προηγούμενοι, τα ελικοειδή μας ονόματα, τους έρωτές μας,
επιστρέφουμε διαρκώς στο σημείο όπου όλα επαναλαμβάνονται κι αρχίζουν,
εκεί όπου αγγίζουμε μονάχα ένα λεπτό — μια στιγμή,
την λεπίδα που μεσολαβεί ανάμεσα σ’ αυτό το έτος και στο επόμενο.
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ, ΑΟΡΑΤΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
Οι τόποι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν,
ούτε καν οι αρχαίοι.
Αυτό που υπάρχει είναι ό,τι βλέπουμε μέσα τους,
τα σκονισμένα χνάρια των τούβλων που τους κάνουν να σβήνουν.
Μόνο έτσι θα προσγειωθούμε. Απαλά, για την ανάμνηση μονάχα.
Όχι για να αγγίξουμε τις λιλά κολώνες
ή να περάσουμε απέναντι με το μανταρινί καραβάκι.
Μονάχα αμυδρά προχωρούμε. Δεν περπατούμε κάτω από τον ήλιο.
Τα πόδια των νομάδων δεν μαυρίζουν
από την άμμο και τη θάλασσα στους μικρούς λιμένες.
Οι φτελιές μας προστατεύουν, όχι οι ταράτσες.
Τα ίχνη της σκόνης μάς μελανιάζουν
με μια σταγόνα λεπτή,
που μπορούμε να τυλίξουμε ανάμεσα στα δάχτυλά μας
κι όμως δεν στερεοποιείται.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει απ’ τον πρώτο θρήνο·
τα μάτια που μας μεταφέρουν κατά μήκος του μεσογειακού ορίζοντα
είναι τα δικά μας,
κι οι ελιές το όριο της μέρας του.
ΠΕΡΑΣΜΑ
Αυτά τα χέρια θα χαϊδέψουν τις κοινές ώρες των ταξιδιών —
κολώνες και μωσαϊκά πύργων που αντανακλούν
τη λάμψη των άστρων, την αρχιτεκτονική των αμπελώνων,
και τις στάχτες, και θα περπατήσουν στη σιωπή.
Ύστερα, μήτε το τίποτα δεν θα μας φαίνεται σαν κέντρο,
κι ακόμη μια φορά θα βλέπουμε το λίκνισμα των κοιμισμένων ταξιδιωτών,
τη σκοτεινή, πένθιμη νύχτα έξω — έχει άραγε νόημα
να εξαφανιζόμαστε δίχως ίχνος; Να αφήνουμε πίσω
τη ζωή που υπήρξε, την ιστορία μας, κι αφού
ήταν εκείνη που μας δημιούργησε, που έπλασε τις μνήμες μας,
να σβήσει η σπίθα; — ακόμη κι αν η ανάσα
ανεβαίνει ώσπου να γίνει ανήσυχη;
Μπορούμε να δούμε
μόνο θραύσματα, αφού τίποτα δεν υπάρχει·
οι απέραντοι αμμόλοφοι ήταν εκεί,
γυμνοί σαν τον αυχένα που θα μπορούσε απαλά να πλαγιάσει πάνω τους·
κι έτσι ήταν και τα χωράφια με τα σκοτεινά τους περιγράμματα,
κι οι άνθρωποι που ζούσαν πάνω τους — μα καθώς τους βλέπαμε
εκεί, στο βάθος, ήταν σαν τα συμπεράσματα να έσβηναν τις βεβαιότητες.
Τίποτα δεν είναι βέβαιο, γιατί τίποτα δεν καθίσταται νοητό,
ώστε να συλλάβει τον κόσμο όπου, στην πραγματικότητα,
ο καθένας μας ακολουθεί ένα μονοπάτι
που ξαφνικά φτάνει στο τέλος του, χάνεται,
κι η ουσία του — δεν ξέρουμε αν ποτέ την αγγίξαμε.
Δεν ξέρουμε αν αυτό που είναι δικό μας
κι αυτό που θα αγγίξει άλλους,
κι αν θα αγγίξει με τα χέρια μας τους τόπους που διασχίζουμε,
αντιπροσωπεύει το κόψιμο του σπασμένου γυαλιού
μέσα απ’ το οποίο ο καθένας μας βλέπει τον αποχωρισμό,
σαν σύννεφα στον ορίζοντα, στιγμές που μας συνδέουν με τη ζωή·
ή αν κάθε σημείο είναι από μόνο του άπειρο, σκόνη
που κείτεται πλάι μας, το είδωλο του ίδιου του σχήματός της,
το αφηρημένο έδαφος όπου ουρανός, θάλασσα, άχρονη ύπαρξη
συνυπάρχουν — εκεί όπου στοχαζόμαστε
το υπόγειο τέλος της ύλης, που είναι το ίδιο το τέλος.
⸙⸙⸙
[Ο Rui Cóias (Λισαβόνα, 1966) είναι συγγραφέας, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και επιμελητής.]
