Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Τηλέμαχος Κώτσιας

Χαβιάρι

Πολύς λόγος έγινε τον τελευταίο καιρό για το χαβιάρι των πλουσίων μαζί με πλήθος από σκωπτικά σχόλια. Μου έρχεται στο νου μια μικρή και σχεδόν ασήμαντη ιστορία από εκείνα τα απίθανα χρόνια που η Αλβανία είχε φιλίες και γλύκες με τη Σοβιετική Ένωση. Μέσα στις περίπλοκες εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δυο χωρών εκείνου του καιρού, ο Θεός της γραφειοκρατίας, Κύριος Οίδε πώς, είχε στείλει από τη Σοβιετική Ένωση στην Αλβανία μια ποσότητα χαβιάρι, μαζί με άλλα είδη πρώτης ανάγκης και διατροφής, όπως αλεύρι, ζάχαρη και τέτοια. Ίσως να το είχαν στείλει με την ευκαιρία κάποιας επετείου. Στην Αλβανία το έβγαλαν προς πώληση στα κρατικά μαγαζιά τροφίμων αλλά δεν το αγόραζε κανείς, κι ας πεινούσε ο κόσμος κι ας έτρωγε μπομπότα. Όσο κι αν του είχαν βάλει μια πολύ χαμηλή τιμή, κανείς δεν το αγόραζε. Τότε οι αρχές του εμπορίου αποφάσισαν να το δίνουν υποχρεωτικά με το ψωμί, για να μη μείνει απούλητο. Ένα καρβέλι ψωμί κι ένα κουτάκι χαβιάρι. Το έτρωγαν συνήθως οι γάτες, όμως μερικοί θαρραλέοι, που πεινούσαν πολύ, τόλμησαν να το φάνε: το άλειφαν πάνω σε μια φέτα με ψωμί μπομπότα και το έτρωγαν. Μερικοί έβαζαν και ζάχαρη. Το σιχαίνονταν αλλά δεν είχαν και πολλές επιλογές στη διατροφή τους. Χαβιάρι με το ζόρι. Συνόδευε το σκληρό ψωμί για να μην το φάνε ξερό. Είχε μια περίεργη μυρουδιά και γεύση, την οποία προσπαθούσαν να συγκρίνουν με τι έμοιαζε. Μερικοί έτρωγαν και γελούσαν. Έλεγαν ότι έμοιαζε με εκείνη των ούρων και ακόμα χειρότερα: με γυναικείες εκκρίσεις. Τους έλεγαν διεστραμμένους και τους γιουχάιζαν.

Πολύ αργότερα, εδώ στην Ελλάδα που ήρθα, δοκίμασα κι εγώ χαβιάρι, μισό κουτάλι του γλυκού. Είχε όντως κάποια παράξενη μυρουδιά ψαριού, αλλά περιέργως μου άρεσε.

Την ιστορία αυτή μου την είχε διηγηθεί ο πατέρας μου, που έφαγε κι εκείνος χαβιάρι με το ζόρι, όπως ένας αριστοκράτης που έπασχε από ανορεξία. Αργότερα, στη φυλακή, θα το νοσταλγούσε και θα το αναζητούσε. «Φέρτε μας να φάμε, έστω και χαβιάρι!» ειρωνεύονταν οι φυλακισμένοι.

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή