Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου

Χρήστος Γιανναράς

Ο Χρήστος Γιανναράς μας άφησε στις 24 Αυγούστου του 2024, διανύοντας το 89ο έτος της ηλικίας του. Ο θάνατος τον βρήκε στα αγαπημένα του Κύθηρα, όπου περνούσε πάντα τα καλοκαίρια μαζί με φίλους. Ήλθε αιφνίδια και δεν τον ταλαιπώρησε πολύ, του έδωσε όμως τον χρόνο να το συνειδητοποιήσει και να ζητήσει από τον φίλο του γιατρό π. Πέτρο Μαριάτο, που του συμπαραστάθηκε στις τελευταίες του στιγμές, να ψάλει τα νεκρώσιμα. Το αναφέρω αυτό ως αφορμή για να τονίσω την βαθειά και ειλικρινή πίστη του Γιανναρά στον Θεό και σε αυτά που έγραφε και υποστήριζε, τόσο στον θεολογικό-φιλοσοφικό, όσο και στον πολιτικό τομέα.

Τον Γιανναρά τον γνώρισα όταν ήμουν ακόμα πρωτοετής φοιτητής και εκείνος ένας νεαρός συγγραφέας που είχε ήδη ταράξει τα νερά στον χώρο της λογοτεχνίας και της θεολογίας και υποσχόταν πολλά. Η Σκαπάνη, ένα πρωτοποριακό νεανικό περιοδικό, που εξέδιδε με τη συνεργασία της Καίτης Χιωτέλλη, του Αναστάσιου Γιαννουλάτου, της Θεοδώρας Τζόλα και άλλων, καθώς και το βιβλίο του Πείνα και Δίψα ήταν οι πρώτες μου επαφές με την σκέψη του. Η Σκαπάνη με την πρωτότυπη εμφάνιση και το περιεχόμενό της έφερε πλούσια δροσιά στην ξηρασία του περιοδικού τύπου της εποχής. Στην Πείνα και Δίψα, η εντύπωση ήταν καταλυτική. Σκέψεις και φράσεις που ήταν αδιαμόρφωτες μέσα μου, τις είδα διατυπωμένες με τον πιο άρτιο και ζωντανό τρόπο. Βρήκα στο βιβλίο αυτό πράγματα που θα ήθελα να είχα εγώ σκεφθεί και που αχόρταγα τα αφομοίωσα. Σύντομα γνωριστήκαμε και προσωπικά. Ήταν ένας γοητευτικός άνθρωπος, τελείως διαφορετικός από τον συνήθη τύπο του καθηγητή ή του τότε θεολόγου, που η απλότητα και η θέρμη της συμπεριφοράς του εντυπωσίαζε. Συνδεθήκαμε με φιλία, παρόλο που η σχέση ήταν βασικά δασκάλου- μαθητή. Οι χώροι σπουδών και δουλειάς μας ήταν τελείως διαφορετικοί, αλλά αργότερα, οι περιπέτειες υγείας της Τατιάνας στον Ευαγγελισμό και τα τελευταία χρόνια οι περιπέτειες της δικής του υγείας, στις οποίες είχα την τιμή να του παρασταθώ, μας συνέδεσαν ακόμα πιο πολύ.

Ο Χρήστος ακολούθησε μια θυελλώδη πορεία στη ζωή του, δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς με έναν άνθρωπο με τον δικό του επαναστατικό χαρακτήρα, τα δικά του σωματικά και πνευματικά χαρίσματα, την ειλικρίνεια και τον αυθορμητισμό του, που έφτανε καμιά φορά στα όρια της πρόκλησης. Ήλθε σε σύγκρουση και πολεμήθηκε λυσσαλέα από τα κατεστημένα, από το Ακαδημαϊκό κατεστημένο που τον απέκλεισε από τη Θεολογική Σχολή γιατί δεν δεχόταν τον προοδευτισμό του, το Εκκλησιαστικό κατεστημένο που τον κατηγόρησε ως αιρετικό, το ευσεβιστικό και ηθικιστικό κατεστημένο των τότε παρεκκλησιαστικών οργανώσεων που τον απέρριψε ως ερωτομανή, αλλά και το «προοδευτικό» αριστερό κατεστημένο των ʼ80, που τον κατηγόρησε ως σκοταδιστή και πολέμησε την θέση του ως καθηγητή στο Πάντειο.

Ο Χρήστος έδωσε έναν φρέσκο και ζωντανό θεολογικό και φιλοσοφικό λόγο με μια απαράμιλλη χρήση της γλώσσας, χρησιμοποιώντας μια ζωντανή και πλούσια δημοτική, διανθισμένη με δικούς του καλαίσθητους και κατανοητούς νεολογισμούς. Ο προφορικός του λόγος ήταν εξίσου συναρπαστικός με την εκφραστική και ζεστή φωνή του. Απενοχοποίησε στον χριστιανισμό τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα. Χάρη σε αυτόν, η θεολογία και η χριστιανική ζωή βγήκαν από την ανυποληψία και την κοινωνική απομόνωση της εποχής των ʼ60. Η επίδρασή του στην Ελληνική κοινωνία, τόσο με τα βιβλία του όσο και με τις διαλέξεις του και τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση ήταν μακράν εντονότερη και δραστικότερη από κάθε άλλο διανοούμενο της εποχής του. Το συγγραφικό του έργο υπήρξε πολύ πλούσιο, με πάνω από 80 βιβλία, μεγάλο μέρος των οποίων έχει μεταφρασθεί σε 11 γλώσσες. Δεν θα αναφερθώ σε αυτό γιατί το έχουν αναλύσει λεπτομερώς άλλοι, πολύ αρμοδιότεροι από εμένα.

Θα προσπαθήσω όμως να δώσω μια ανθρώπινη εικόνα του Χρήστου, όπως τον γνώρισα και τον έζησα ως φίλο και ως ασθενή. Ο Χρήστος ήταν ένας πρόσχαρος, θερμός και ευγενικός άνθρωπος, που χαιρόσουν να βρίσκεσαι και να συζητάς μαζί του. Είχε μια παιδικότητα και έναν ενθουσιασμό για κάθε τι που ανακάλυπτε, που πίστευε, που υποστήριζε. Θύμιζε κάπως τον Ζορμπά του Καζαντζάκη, που ενθουσιαζόταν όταν έβλεπε ένα άλογο ή μια όμορφη πράσινη πέτρα. Αυτό τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος της ζωής του, ήταν όντως «αεί παίς». Ενθουσιαζόταν με ένα καινούργιο βιβλίο που διάβαζε, με μια νέα σκέψη, με ένα τοπίο, με μια ανάμνηση. Τον ενθουσιασμό του τον εξέφραζε αυθόρμητα, ελεύθερα, χωρίς να κρατάει επιφυλάξεις, παρόλο που πολλές φορές αποδεικνυόταν υπερβολικός. Δεν «κρατούσε πισινή» για ασφάλεια. Ήταν απόλυτα ειλικρινής και δεν φοβόταν. Αυτός ο αυθορμητισμός τον οδήγησε στα χρόνια της επιφυλλιδογραφίας του στην Καθημερινή να επιτίθεται πολλές φορές με σφοδρότητα κατά παντός είδους κατεστημένου, ακαδημαϊκού, πολιτικού, θρησκευτικού, πράγμα που προκάλεσε την οργή ή τη δυσαρέσκεια πολλών και του στοίχισε πολλά, μαζί και την απόρριψή του από την Ακαδημία Αθηνών, μια θέση που καταφανώς την άξιζε. Ήταν όμως ειλικρινής και ανυστερόβουλος στις θέσεις του και φυσικά υπέστη τις συνέπειες.

Παρά την αυστηρότητα της επιφυλλιδογραφίας του, στην προσωπική του επικοινωνία ήταν ευγενέστατος και ανεκτικός. Ήταν εξαιρετικός συζητητής, άκουγε με σεβασμό τον συνομιλητή του και υποστήριζε τις θέσεις του χωρίς να ενοχλείται από τις τυχόν αντιρρήσεις ή διαφωνίες. Είχαμε την ευκαιρία να έχουμε πολλές συναντήσεις με σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων και αυτό το διαπίστωσα επανειλημμένα. Μάλιστα σε συναντήσεις με τον Ιωάννη Ζηζιούλα, σε σημεία που διαφωνούσαν έδειχνε στωική ανοχή στις κάποτε έντονα απορριπτικές κριτικές του σπουδαίου συνομιλητή του και δεν έδειχνε την ενόχλησή του.

Ο Γιανναράς ήταν ένας αισθητής. Είχε έντονο το καλαισθητικό στοιχείο στη σκέψη του, στις επιλογές του, στις σχέσεις του. Ήταν έντονα κοινωνικός, του άρεσε η αναγνώριση και η επιβράβευση, όπως σε όλους μας, και τον πονούσε η απόρριψη ή η έλλειψη κατανόησης. Είχε πολλούς φίλους, αφοσιωμένους, που έδειξαν το ενδιαφέρον τους στις περιπέτειες της υγείας του και βέβαια πάρα πολλούς που τον δέχονταν, τον θαύμαζαν και ενδιαφέρονταν για αυτόν. Στην θεολογική του σκέψη ετόνιζε τη σχέση ως απαραίτητο στοιχείο για την ολοκλήρωση του ανθρώπου ως προσώπου, χωρίς την οποία είναι άτομο ή βιολογική μονάδα. Αυτό το εβίωνε και στην καθημερινή του ζωή. Και το χάρηκε νομίζω με τους πολλούς και καλούς του φίλους και γνωστούς. Η σχέση του με την Τατιάνα, μια δυναμική προσωπικότητα με έντονη καλλιτεχνική δράση, ήταν ουσιαστική και επιδραστική. Όταν αυτή χάθηκε πρόωρα, παρακολούθησα την έντονη οδύνη του Χρήστου, που τον επηρέασε πάρα πολύ. Τα δυο τους παιδιά, ο Σπύρος και ο Τάσος λάτρευαν τη μητέρα τους, αλλά και τον εμβληματικό πατέρα τους και το έδειξαν με τον συγκινητικό τρόπο που του παραστάθηκαν ο καθένας με τον χαρακτήρα του, στις δυσκολίες που του προκάλεσαν η ηλικία και οι αρρώστιες τα τελευταία χρόνια.

Θέλω να τονίσω ότι ο Χρήστος ήταν ένας ειλικρινής άνθρωπος που πίστευε βαθιά στον Θεό. Η φιλοσοφία του και η θεολογία του ήσαν βιωματικές και όχι διανοητικά κατασκευάσματα. Τα ζούσε αυτά που έλεγε και τα τιμούσε με τη συνέπειά του, χωρίς υστεροβουλίες ή συμβιβασμούς. Τα τελευταία του χρόνια τον είχαν πικράνει πολλά πράγματα, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, μόνωση και αποκλεισμός από θέσεις και αξιώματα, δεν καταδέχτηκε όμως να συμβιβασθεί.

Τέλος, θέλω να αναφέρω την στάση του απέναντι στην αρρώστια, τη φθορά και τον θάνατο, που είχε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ο Χρήστος υπέφερε από πολλές ασθένειες, όχι κακοήθεις, αλλά που του έκαναν δύσκολη την καθημερινότητα και επανειλημμένως νοσηλεύθηκε στον Ευαγγελισμό. Τη σωματική του καταβολή, την εξάρτηση από τους άλλους για την καθημερινή ζωή του, καθώς και τον κίνδυνο του αιφνιδίου θανάτου, τα αντιμετώπιζε με κουράγιο, αξιοπρέπεια και χωρίς παράπονα. Άκουγε και ακολουθούσε τις συμβουλές των γιατρών, παρόλο που ήθελε να ξέρει λεπτομερώς κάθε φάρμακο και τις παρενέργειές του. Έδειχνε θάρρος και εμπιστοσύνη και ήταν ευγνώμων προς αυτούς που τον βοηθούσαν. Μετά ένα διάλειμμα κάποιων μηνών διαταραχής της μνήμης του λόγω κάποιας εγκεφαλικής ισχαιμίας, ανέκτησε πλήρως την πνευματική του διαύγεια μέχρι τέλους, μάλιστα έγραψε κάποιες επιφυλλίδες που η Καθημερινή ευχαρίστως δημοσίευσε. Τα καλοκαίρια δεν στερήθηκε τα αγαπημένα του Κύθηρα, όπου πάντα πήγαινε, αφού εξασφάλιζε βέβαια κάποια συντροφιά για συμπαράσταση. Εκεί τον βρήκε και το τέλος, ίσως στον τόπο και τον χρόνο που ήταν ο πιο κατάλληλος.

Εμείς οι φίλοι του θα τον θυμόμαστε πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνη για όσα μας πρόσφερε το λαμπρό του πνεύμα και η σπουδαία προσωπικότητά του.

  6.11.2024

Κύλιση στην κορυφή