«Η σύγχυση της εποχής, η δυσκολοδιάβαστη
ροή του χρόνου, η συνεχώς λανθάνουσα,
η πραγματοποιημένη απειλή των πνευματικών
κεραυνών, των υλικών καταστροφών,
παρακινούσαν ίσως ορισμένους ανθρώπους, σαν
τον Φαμπρίσιους να ζωγραφίζουν μια φευγαλέα
και κοινότοπη ομορφιά σαν ετούτου του πουλιού.»
(Χόρχε Σεμπρούν, Ο Δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ)
Με τη φευγαλέα και κοινότοπη, την απαράμιλλη ομορφιά των απλών πραγμάτων, των «στοιχειωδών», αντιπαλεύει ο ζωγράφος του καιρού μας. Ανακαλύπτει όσα ενέπνευσαν τη μεγάλη ζωγραφική άλλων εποχών στα μικρά και τα ασήμαντα, στα απομεινάρια της φθοράς του χρόνου, στην «προφάνεια του αφανούς», επιχειρώντας να απεικονίσει το απόλυτο μέσα από αρχετυπικά σύμβολα. Στην προσπάθειά του αυτή επικαλείται ως σηματωρό και κήρυκα τον χρόνο και τη μνήμη.
Κατά τον T.S. Eliot (Τέσσερα Κουαρτέτα): «If all time is eternally present/ All time is unredeemable./ What might have been is an abstraction/ Remaining a perpetual possibility/ Only in a word of speculation.» Aν λοιπόν ζούσαμε σε ένα διαρκές, αγκυλωμένο στο τώρα παρόν, ο χρόνος θα ήταν παγιδευμένος σε μια αιώνια ακινησία (όπως πριν από την κοσμογονία) και τα πάντα θα τελούσαν σε μια αφηρημένη κατάσταση: θα βρισκόμασταν σε έναν κόσμο εικασιών. Επειδή, όμως, ο χρόνος νοείται μέσα από την αέναη μεταβολή, την ηρακλείτεια ροή, αυτό που τον νοηματοδοτεί είναι η μνήμη. Aυτή τον υποστασιοποιεί και τον αξιολογεί, του προσδίδει μορφή και διάρκεια. Και επειδή κάθε ιστορικό ον έχει μέσα του ένα μεγάλο μέρος από το ανθρώπινο στοιχείο πριν από την Ιστορία, είναι η μνήμη που αταβιστικά το επανασυνδέει με τον απώτερο αυτόν εσωτερικό και προσωπικό του χρόνο. Η μνήμη εξαργυρώνει και γεφυρώνει τον χρόνο. «Έτσι συνεχίζει ο κόσμος: επαναλαμβάνοντας κάτι. Θέτοντας εκ νέου το ερώτημα», λέει ο Μποκόρος. «Η θέση του ερωτήματος και η επανάληψη είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή μας, η ανάσα μας». Η εικαστική του πορεία είναι η επανασύνδεση και η συνέχιση με ό,τι διακόπηκε μέσα στον χρόνο. Το ομολογεί και ο ίδιος: «η μνήμη είναι το μόνο μας εφόδιο στη ζωή».
Από τους εμβληματικότερους εκπροσώπους της γενιάς του, ο Χρήστος Μποκόρος (Αγρίνιο, 1956) είναι ένας ζωγράφος συμβόλων. Χρησιμοποιεί τα σύμβολα, με την πρωταρχική έννοια της λέξης: ως την εκ νέου επανασύνθεση ενός αντικειμένου που έχει κοπεί στα δύο, που είχε διαρραγεί και έχει χάσει τη συνοχή και τη συνέχειά τουˑ ως αναγνώριση της επανασύνδεσής του με κάτι που προϋπήρξε και ως απόδειξη της επανάκτησης της υλικής και χρονικής ενότητας με εκείνο. Κάνει χρήση των συμβόλων με μια έντονα μεταφυσική, αρχετυπική, σχεδόν θεολογική έννοια. Τα εκλαμβάνει ως τον καταλύτη που γεφυρώνει τον χρόνο.
Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι γεμάτος από λησμονημένους μύθους, περιφρονημένες ιεροφάνειες, απογυμνωμένα σύμβολα. Κι αν η αδιάκοπη αποστέρηση της ιερότητάς του αλλοίωσε το περιεχόμενο της πνευματικής του ζωής, δεν συνέτριψε εντούτοις τη μήτρα της φαντασίας του. Έτσι, ένα ολόκληρο μυθολογικό ίζημα επιβιώνει σε εσώτερες ζώνες ανεξέλεγκτες, όπως αναφέρει ο Mircea Eliade. Η μνήμη δίνει την έμπνευση και εκλύει το συναίσθημα, αλλά αποτελεί και άλλοθι, αφού γίνεται νοσταλγία, μνημειοποιεί τον χρόνο, αποτελεί μνημόσυνο των απολωλότων.
Τα κεντρικά στοιχεία της θεματολογίας του Μποκόρου (η ελιά, το αυγό, η σημαία, το κερί, οι φλόγες, τα πρόσφορα) αναπαράγουν τις «προφανείς» έννοιες της γέννησης, της συλλογικότητας, του επέκεινα, της ανάμνησης. Παρά την κοινοτοπία τους, τα θέματα αυτά επανανοηματοδοτούνται μέσω του τρόπου μιας σκηνογραφημένης παρουσίασης. Αυτός ο «τρόπος» είναι το εικαστικό του εύρημα. Έτσι τα στοιχεία αυτά δεν παραμένουν απλώς νεκρές φύσεις, αλλά μετουσιώνονται σε κάτι περαιτέρω, ίσως και σε κάτι διαφορετικό. Γίνονται σύμβολα που επιχειρούν να καλύψουν το χάσμα του χρόνου, να ανακαλέσουν στη μνήμη παιδικές ή ιστορικές αναμνήσεις και τραύματα. Η ανάκληση του χρόνου γίνεται μέσω μιας πραγματικής ή εικαζόμενης φθοράς των αντικειμένων, από κακοπαθημένα ή παλαιωμένα ξύλα, από τάβλες διαλυμένων ορεινών γεφυρών, από σκουριασμένες μεταλλικές επιφάνειες. Υλικά που έχουν εμφανή τα ίχνη της ανθρώπινης διαμεσολάβησης, τα αποτυπώματα προηγούμενων χρήσεων, τη φόρτιση των ιστορικών αναπνοών τους. Ενώ οι εικόνες του διαθέτουν ένταση αχειροποίητης επιδεξιότητας, η υλική τους βάση αναδύει μνήμες σαν ουλές από παλιές πληγές.
Ο Μποκόρος προκειμένου να πετύχει την «ανατροπή του ρεαλισμού του προφανούς» (Αθηνά Σχινά), επανανοηματοδοτεί ακόμη και τα ίδια τα σύμβολα. Η φωτιά, το «πυρ αείζωον» του σκοτεινού Εφέσιου, ως βασικό του σύμβολο (ως κεριά, φλόγες, αναμμένα καντήλια, κυπαρίσσια που περιέχουν την φλόγα του μνημόσυνου), δεν έχει υπόσταση υλική, αλλά «λειτουργεί ως σύμβολο του Λόγου, είναι κάτι που το γνωρίζουμε ενορατικά χωρίς να το βλέπουμε» (Gaston Bachelard). Τα αυγά, ως το κέλυφος που περικλείει τη ζωή και της δίνει πνοή, είναι συγχρόνως και υπαινιγμός για την αρχή του τέλους. Τα κυπαρίσσια, σύμβολα καταληκτικά της ζωής και των χθόνιων θεοτήτων, γίνονται αφετηρία αθανασίας και ιερότητας στον σινοϊαπωνικό πολιτισμό, όπου η αφή του τελετουργικού φωτός γίνεται με την τριβή δύο κυπαρισσόξυλων. Τα πρόσφορα, τροφή νεκρών και ζώντων, συμβολίζουν συγχρόνως τη γέννηση, καθώς στην εβραϊκή παράδοση «Βηθλεέμ» σημαίνει «τον οίκο του άρτου». Η πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη χρήση των συμβόλων κάνει τον ζωγράφο να ακροβατεί σε χώρους μεταφυσικούς, επέκεινα της ζωγραφικής, αλλά πάντα με αδιαπραγμάτευτη εικαστική ποιότητα. Τα σύμβολα, όμως, είναι συσσώρευση μιας συναισθηματικής φόρτισης, ατομικής και συλλογικής μνήμης. Η ζωγραφική εικόνα γίνεται σκηνογραφία ή τουλάχιστον έχει ανάγκη τη σκηνοθετημένη ατμόσφαιρα για να εκλύσει τα μυστικά υποστρώματα της ψυχής και του νου και να λειτουργήσει αισθητικά. Αναρωτιέμαι μήπως η συγκίνηση που εκλύουν τα σύμβολα και οι ιδεολογικές αναφορές που αυτά συνεπάγονται, επιβάλλονται αισθητικά και δεσπόζουν εννοιολογικά. Μήπως η ακροβασία των ιλιγγιωδών αλμάτων των ψευδαισθήσεων και η εικονοποιία μέσω συμβολισμών θέτει σε διακινδύνευση τη ζωγραφική ειλικρίνεια και πειθώ.

Ομολογημένος πρωταρχικός σηματωρός για τη διαμόρφωση του εικαστικού του οράματος υπήρξε, εκτός άλλων, ο Antonio López García. Στον επαναστατικό ρεαλισμό του Ισπανού ο Μποκόρος βρήκε το εικαστικό αλφάβητο που του ταίριαζε και την αιτιολογική υποστήριξη μιας γλώσσας απόλυτα ρεαλιστικής που γίνεται έντονα υπερρεαλιστική και συμβολιστική, καθώς και σωρεία στοιχείων του λεξιλογίου του. Ο εικαστικός κόσμος του Ισπανού είναι περίπλοκος, στηριζόμενος στη λειτουργία του οπτικού νεύρου. Οι πρώτες ιδέες που στη συνέχεια αποτέλεσαν το corpus του εικαστικού του λεξιλογίου (φλόγες και κεριά), φαίνεται ότι ανάγονται στη θητεία του σε εκείνον (π.χ. «La Mardrugadora», 1958, «Mari en Embajadores», 1962).
Η σχεδιαστική δεινότητα είναι μεγάλο εφόδιο, αλλά συγχρόνως και ύπουλη παγίδα. Η άψογη εκτέλεση μάς κρατά σε απόσταση, μας βγάζει έξω από τον κόσμο. Μας εκπλήσσει, μας γοητεύει, μας συναρπάζει. Συγχρόνως, όμως, μη επιτρέποντας να φανεί κανένα χάσμα, μας αποστερεί από τη δυνατότητα να παρεισφρήσουμε στο έργο και μας αποξενώνει. Μας αφαιρεί την αίσθηση της επαφής, την αντίληψη της σχετικότητας και της φθαρτότητας των γήινων, του εφήμερου του κόσμου. Στη δύναμη αυτή ελλοχεύει, νομίζω, ο κίνδυνος της αυτοϋπονόμευσης. Η δύναμη στηρίζεται κυρίως σε ό,τι υπονοείται, σε ό,τι αφήνεται να αιωρείται, στις αποσιωπήσεις. Το μέγα ζήτημα που απασχολεί τον Μποκόρο είναι η «κυριαρχία του αενάως εφήμερου». Όμως, το εφήμερο νοηματοδοτεί τη ζωή και την Τέχνη, αποτελεί την πρώτη ύλη της αιωνιότητας. «Το μοντέρνο είναι το εφήμερο, το φευγαλέο, το τυχαίο», έγραφε ο Beaudelaire. Ως κάτι το ζωντανό η Τέχνη βρίσκεται μέσα στον χρόνο αλλά και πέρα από αυτόν: μετέρχεται αξίες παροντικές και διαχρονικές. Χρησιμοποιεί με σεβασμό το παρελθόν ως πρώτη ύλη και ατενίζει υψηλόφρονα το μέλλον.
H εικαστική του αφήγηση μηχανεύεται πάντα μια νέα αρχή. Η ευρηματικότητά του είναι αστείρευτη, αέναα αναγεννώμενη: το φως, με τη μεταφυσική του διάσταση, παρουσιάζεται ως στοιχείο επιβαρυντικό και ενοχοποιητικό (φλόγες πάνω στη σημαία), ελαφρυντικό και αθωωτικό (κεριά αναμμένα ή σβησμένα), τραυματικό και θεραπευτικό (σώματα ακρωτηριασμένα και παμφόεντα). Διερωτάται και ο ίδιος: «Ποιος φθάνει στο τέλος να μας πει; Υπάρχει τέλος; Και αν φθάσεις στην Ιθάκη σου εκεί θα μείνεις; Πόσον καιρό;» Νομίζω ότι η πραγματική ή σκηνοθετημένη φθορά του υλικού, πάνω στο οποίο ευρηματικά ιστορεί τον κόσμο του ο Μποκόρος, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος δεν είναι το σύνολο πραγμάτων, αλλά ο τρόπος που τα πράγματα υπάρχουν και τα βλέπουμε.
Το έργο του είναι η διαλεκτική αποτύπωση της σχέσης κλασικού και μοντέρνου. Κατανοεί ότι: «Δεν είναι στιγμιότυπο της ζωής η ζωγραφισμένη επιφάνεια, όσο ακριβής και να δείχνει. Θέλει να κάνει τα πράγματα ορατά με άλλον τρόπο. Τα παριστά εν ετέρα μορφή. Είναι εικόνα του σύμπαντος χρόνου, προσβλέπει στην αιωνιότητα». Ο Μποκόρος μας προειδοποιεί για τη φενάκη της εμμονής στα επιφαινόμενα, της γοητείας από την τελειότητα της εκτέλεσης, καθώς ο ζωγράφος κάτι άλλο υπονοεί, σε κάτι άλλο αποβλέπει. Η Τέχνη, το γνωρίζουμε, είναι ερμητική, πολυσήμαντη, υποκειμενική. Χρειαζόμαστε την τέχνη του εικάζειν, της (ανα)σύνθεσης της σημασίας. Η διπλή σημασία της μεταφορικής γλώσσας απαιτεί την τέχνη της αποκρυπτογράφησης προκειμένου να επισημανθούν τα επάλληλα ερμηνευτικά στρώματα (Paul Ricoeur).
Το ζήτημα, τελικά, είναι ο τρόπος που ορθώνει ο θεατής το μικρό του δέμας και επιστρατεύει την πνευματική του σκευή και την ιδιοσυγκρασία του για να υποδεχθεί και να ερμηνεύσει τα έργα Τέχνης. Ήταν τυχερός ο μικρόσωμος Ζαχαρίας των Γραφών που αδυνατώντας να αντικρύσει με άλλο τρόπο τον Ιησού ανέβηκε στη συκομουριά. Αλλιώς θα έμενε με το παράπονο του Εugenio Montale «Ahimè (…) stando in punta di piedi non l’ ho mai visto».



