Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Γιώργος Γρηγορίου

«De ira beata». Elie Wiesel: Μια ιώβεια οργή

Όταν ο Ευάγριος o Ποντικός μέσα στα θανάσιμα αμαρτήματα (λογισμούς)[1] κατέτασσε και την οργή (θυμόν),ασφαλώς δεν είχε συμβεί η Shoah. Ούτε τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου είχαν υπάρξει ούτε και τα κρεματόρια, που έστειλαν στον θάνατο και τον αφανισμό τον λαό του Θεού. Όταν κατήρτιζε τη λίστα με τους θανἀσιμους λογισμούς, ο Ευάγριος, οπωσδήποτε δεν είχε διαβάσει τη Νύχτα του Elie Wisel ούτε είχε φτάσει στ’ αυτιά του η οργίλη κραυγή του θεοσεβούμενου αυτού μελετητή της Τορά και τέκνου του Ισραήλ κατά του Θεού του περιούσιου λαού. Όμως, αναμφίβολα, ο ασκητής αυτός από τον Πόντο θα είχε έλθει σε επαφή ή τουλάχιστον θα είχε ακούσει για τα άδικα και ανείπωτα δεινά που συχνά μέσα στην ιστορία πλήττουν αθώα θύματα και λαούς. Σε κάθε περίπτωση, όταν καταχωρούσε την οργή στη «δαιμονική» λίστα , δεν μπορεί να μην είχε διαβάσει ένα από τα πιο εντυπωσιακά και θαρραλέα βιβλία της εβραϊκής παράδοσης. Δεν μπορεί να μην είχε μελετήσει τον Ιώβ και δεν μπορεί, όταν ήρθε σε επαφή με το κείμενο αυτό, να μην είχε σταματήσει μπροστά στην οργισμένη εξέγερση του κεντρικού προσώπου αυτού του βιβλίου απέναντι στον Θεό και Θεό του. Δεν μπορεί να μην είχε σταθεί μπροστά στη «βλασφημία» του, όταν, σε παραφορά απελπισίας και αγανάκτησης, αυτός ο δίκαιος, ο άμεμπτος και θεοσεβής[2] καταριόταν τη μέρα που γεννήθηκε.

Όμως, ερχόμενοι αντιμέτωποι με την ταξινομημένη οργή ως θανάσιμου λογισμού από τον Ευάγριο και, αργότερα, της ira, ως θανάσιμου αμαρτήματος από τον πάπα Γρηγόριο τον Α’, τον Μέγα, ο οποίος μάλιστα όχι μόνο είχε διαβάσει τον Ιώβ, αλλά και τον είχε σχολιάσει[3], αποκομίζουμε την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μάλλον μπροστά στους πνευματικούς κληρονόμους του Σενέκα, οι οποίοι μεγάλωσαν με το De ira, το De tranquillitate animi και το De vita beata του Ρωμαίου στωϊκού φιλοσόφου[4], παρά με κάποια συγκλονιστικά κείμενα της Βίβλου. Άλλες φορές πάλι, μπροστά στην ένταξη της οργής στην απαγορευμένη λίστα, ο νους μας τρέχει στην αταραξία του Σωκράτη όταν παίρνει στα χέρια του το κύπελλο με το κώνειο∙ ενός Σωκράτη ο οποίος, με τη χειρονομία του αυτή, ενσαρκώνει το ιδανικό της πνευματικής ελευθερίας μπροστά στους διώκτες του και μπροστά στην απειλή του θανάτου. Μή θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρες Αθηναῖοι ακούμε από το στόμα του στην πλατωνική Απολογία.

Σε ένα κείμενό του[5] που άφησε εποχή, σχολιάζοντας τη στάση του καταδικασμένου σε θάνατο Αθηναίου φιλοσόφου, ο Sergei Averintsev θα σημειώσει ότι η χειρονομία αυτή του Σωκράτη, μία χειρονομία αδιαμφισβήτητα απέραντης πνευματικής ελευθερίας, εξασφαλιζόταν από τις κοινωνικές εγγυήσεις που παρείχε στον πολίτη με τα πλήρη πολιτικά του δικαιώματα η ελεύθερη δημοκρατική πολιτεία. Τονίζει στο σημείο αυτό χαρακτηριστικά ο Averintsev: «Το να κρατά κανείς την ψυχραιμία του, να μετρά και να καθοδηγεί τη φωνή του, και με αυτό να δείχνει τις διακυμάνσεις της ψυχής του, είναι κάτι που μπορεί να κατορθώσει κανείς μπροστά στον θάνατο, όχι όμως και κάτω από σωματικές δοκιμασίες».[6]

Σε αντίθεση με τις εξασφαλίσεις αυτές των Αθηναίων πολιτών, συνεχίζει ο Averintsev, στις κοινωνικές συνθήκες των δεσποτειών της εγγύς Ανατολής η αρχαία κλασική εικόνα για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετατρέπεται σε κενό λόγο. Οι Ιουδαίοι σταυρώνονταν κατά μάζες από τους στρατιώτες του Βεσπασιανού, ο ανατολίτης γραμματικός, ο σοφός ή ο προφήτης, ο ανατολίτης άρχοντας, ακόμη και ο ανατολίτης βασιλιάς, γνώριζαν καλά ότι τα σώματά τους δεν ήσαν ασφαλή από κάθε είδους βιαιοπραγία, οι οικείοι του Πέρση βασιλιά ήξεραν καλά ότι και αυτοί ακόμη, σε περίπτωση δυσμένειας, θα μπορούσαν να ανασκολοπιστούν. Όλα αυτά δεν άφηναν καμία θέση για τη σωκρατική ηρεμία. Στην Ανατολή η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ήταν γράμμα κενό. Αν προστρέξουμε στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης δεν θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε ηρωϊκές χειρονομίες σαν κι αυτή του Σωκράτη. Στα κείμενά της, απέναντι στην αξιοπρέπεια αντιτάσσεται η αγιότητα. Στους Ιουδαίους η εικόνα του «Δούλου του Γιαχβέ» περιγράφεται με συγκλονιστικό τρόπο από τον Ησαΐα. Είναι η μορφή εκείνη του ανθρώπου που «οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδέ κάλλος»[7]. Η Παλαιά Διαθήκη, γράφει ο Averintsev, είναι ένα βιβλίο όπου κανένας δεν ντρέπεται να υποφέρει και να φωνάξει τον πόνο του. Κανένας θρήνος στην ελληνική τραγωδία δεν γνωρίζει τέτοιες σωματικές, τέτοιες «κοιλιακές» εικόνες και μεταφορές για τα βάσανα. Μέσα στο στήθος η καρδιά λιώνει και χύνεται στα σπλάχνα, τα κόκκαλα τσακίζονται και οι σάρκες κολλούν επάνω τους. Η σωματικότητα του πόνου και του θανάτου, που μυρίζει αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, είναι η σωματική προσβολή της ταπεινωμένης σάρκας. Γενικά, σημειώνει ο Averintsev, η αντίληψη που υπάρχει στη Βίβλο για τον άνθρωπο δεν είναι λιγότερο σωματική απ’ ό,τι στην ελληνική κλασική αρχαιότητα, μόνο που εδώ το σώμα δεν είναι ομορφιά, μα πόνος, ούτε είναι κίνηση, μα σπαραγμός. Δεν είναι η ογκηρή πλαστική των μυώνων, μα τα πληγιασμένα απόκρυφα σπλάχνα (ταμιεῖα κοιλίας).[8]

Το κείμενο εκείνο, το οποίο αναπαριστά με έντονη ενάργεια τη βιβλική εικόνα του υποβαλλόμενου στο μαρτύριο ανθρώπου, είναι το βιβλίο του Ιώβ. Πώς να μη στρέψουμε την προσοχή μας στον βιβλικό αυτόν χαρακτήρα, ο οποίος, μπροστά στο ανείπωτο, ασύλληπτο και άδικο κακό, αφού αρχικά μπήκε στον πειρασμό, ψάχνοντας για τη δική του θεοδικία, να αναζητήσει νομιμοποιητικό λόγο των βασάνων του, στο τέλος βγάζει μια κραυγή, απευθύνεται οργίλος κατά του Θεού και καταριέται τη μέρα που γεννήθηκε; Σ’ αυτόν που ξεστομίζει «ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἐν ἧ ἐγεννήθην;»[9] και σ’ αυτόν που φωνάζει γιατί με έβγαλες από την κοιλιά της μάνας μου και δεν μ’ άφησες να πεθάνω αμέσως; («ἵνα τί οὖν ἐκ κοιλίας μέ ἐξήγαγες καί οὐκ ἀπέθανον;»)[10].

Ο Ιώβ θα ελκύσει την προσοχή μας και με τη συνέχεια του κειμένου του βιβλίου. Θα τον δούμε να γενικεύει την κραυγή του παραπόνου και να κάνει ένα ακόμη βήμα στην οργίλη ανταρσία του κατά του Θεού. Γιατί να ζει ο άνθρωπος, θα πει, που στα τυφλά βαδίζει, που σ’ αδιέξοδο τον έχει φέρει ο Θεός[11]; Για να καταλήξει στον μονόλογό του αυτόν: Δεν έχω ειρήνη, ούτε ησυχία, ούτε ανάπαυση∙ μονάχα οργή (ἦλθε δέ μοι ὀργή)[12]. Αυτή η κραυγή του Ιώβ είναι μία κραυγή της ψυχής, αλλά και του σώματος. Όμως, και οι δύο αυτές είναι ένα και το αυτό. Οι φίλοι του προσπαθούν να τον κάνουν να σωπάσει και επιδεικνύουν μία εντυπωσιακή ευρηματικότητα στις διάφορες αποχρώσεις της θεοδικίας. Αλλά ο Ιώβ δεν πτοείται και τους αντιμάχεται. Συνεχίζει να κραυγάζει αμετάπτωτα οργίλος. Αυτοί επιμένουν και επιχειρούν να τον λογοκρίνουν αντιτάσσοντάς του τετριμμένες ψευδονομιμοποιήσεις του πόνου και των βασάνων. Εν τούτοις το βιβλικό κείμενο δεν τους ακολουθεί. Αρνείται να τον λογοκρίνει. Ακόμη περισσότερο, η ένταξη του βιβλίου στον Κανόνα αφήνει τη φωνή του Ιώβ να αντιλαλεί έως σήμερα μέχρις εμάς και να μας επιτρέπει να νιώθουμε ότι θα μπορούσε να είναι και δική μας φωνή.

Ο Ιώβ κραυγάζει οργισμένος. Μέμφεται και κατηγορεί τον Θεό. Όμως, η κραυγή του αυτή δεν είναι μία κραυγή άναρθρη και εσωστρεφής. Είναι μία κραυγή που ξεφεύγει από την αυτοαναφορικότητα, μία κραυγή έλλογη που διαμορφώνει αιτιάσεις και αποζητά εξηγήσεις. Θέτει ένα γιατί, αναζητεί ένα νόημα. Γιατί τα πράγματα να είναι έτσι και όχι αλλιώς; Γιατί δεν υπάρχει αυτό το αλλιώς που θα έκανε τα πράγματα ωραιότερα; Ο Ιώβ κατηγορεί τον ίδιο τον Θεό. Δεν ασχολείται με απρόσωπες και αφηρημένες έννοιες και κατηγορίες (τη ζωή, την τυχαιότητα, τη μοίρα). Περιφρονεί αυτές τις δευτερευούσης φύσεως ερμηνείες. Δεν τα βάζει ούτε καν με τον διάβολο και την ανάμιξή του στο δράμα του, όπως αυτή περιγράφεται στον πρόλογο του βιβλίου[13]. Η οργή του στρέφεται κατά του ίδιου του Θεού. Αυτόν μέμφεται. Για τον Ιώβ αυτός είναι ο απώτατος υπεύθυνος. Εάν δεν κινούνται όλα αυτά από τον Θεό, τότε από ποιον προέρχονται; («εἰ δέ μή αὐτὀς ἔστι, τότε τις ἐστίν;»)[14]

Ο Ιώβ είναι οργισμένος κατά του Θεού όχι μόνο γι’ αυτά που συμβαίνουν. Είναι οργισμένος και τον κατηγορεί διότι επιπλέον σιωπά. Τον εγκαλεί για το ότι δεν επεμβαίνει. Θα μπορούσε να μιλήσει, όπως του το ζητάει ο βασανιζόμενος δίκαιος. Αλλά παραπονείται και για κάτι ακόμη χειρότερο. Του προσάπτει ότι τον καταδιώκει. Μακράν από του να αποτελεί τον στόχο ενός τυφλού πεπρωμένου, βλέπει τον εαυτό του σαν τη λεία του Θεού. Ο Θεός τον κυνηγάει, θέλει να τον σκοτώσει. Τον σημαδεύει[15].

Αυτά προσάπτει ο Ιώβ στον Θεό. Όμως, ο αντι-θεϊσμός του δεν είναι ένας θεωρητικός αθεϊσμός. Δεν είναι ένας αθεϊσμός της πεποίθησης. Ο Ιώβ παραπονείται, οργίζεται και κατηγορεί τον Θεό, αλλά το παράπονό του αυτό, η οργή του, η μομφή του κατ’ αυτού, έχουν αποδέκτη αυτόν ακριβώς κατά του οποίου στρέφονται. Οργίζεται κατά του Θεού, εμμένοντας σταθερά στο να απευθύνει την οργή του σ’ αυτόν κατά πρόσωπον. Μιλάει μ’ αυτόν που κατηγορεί. Παραπονείται για τον Θεό στον Θεό. Εάν ο Ιώβ είναι μεγάλος, αυτό συμβαίνει διότι τολμά να παραπονεθεί και να οργιστεί κατά εκείνου που θεωρεί αντίπαλό του και επιπλέον να του απευθύνει την οργή του. Δανειζόμενοι εδώ την λεβινασιανή διάκριση ανάμεσα στο «λεχθέν» και το «λέγειν» (Le dit et le dire)[16], θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι έννοιες των λέξεων της κατηγορίας (των λεχθέντων) μπορεί να είναι οι ίδιες, τόσο όταν αυτή διατυπώνεται πίσω από την πλάτη του αντιπάλου, όσο και όταν του την απευθύνεις κατά πρόσωπον. Όμως, το λέγειν, το να απευθύνεις δηλαδή την κατηγορία σου σε εκείνον που θεωρείς υπεύθυνο των δεινών σου, το να παραπονιέσαι γι’ αυτόν σ’ αυτόν, το να του δείχνεις την οργή σου, δείχνει ότι ο πόνος και το βάσανό σου είναι πράγματα σχεσιακά, είναι πόνος όχι μόνο σωματικός, αλλά και αγάπης. Δεν εκφράζεις μια διάθεση ρήξης, αλλά εμμένεις στη σχέση. Δεν εκστομίζεις μια απλή κραυγή, έστω και αρθρωμένη, αλλά μία κραυγή απευθυντέα.

Και όμως! Μέσα στη δυτική χριστιανική παράδοση και στην εκκλησιαστική γραμματεία, η οργή και το παράπονο υπήρξαν, αλλά και εξακολουθούν να είναι, αμετακίνητα ταμπού. Λες και ο Ιώβ, οι Ψαλμοί ή οι θρήνοι του Ιερεμία πέρασαν απαρατήρητοι ή ξεβόλευαν αυτούς που τα διάβαζαν. Στ’ αλήθεια πού, στα βιβλία αυτά, βλέπουμε να λογοκρίνεται η οργή και το παράπονο; Οι οδηγίες συμπεριφοράς από τη χριστιανική γραμματεία και την εκκλησιαστική ποιμαντική παραπέμπουν περισσότερο στη στωϊκή αταραξία και στον δυϊσμό του Πλάτωνα, παρά στις βιβλικές εξιστορήσεις. Σ’ αυτό το πνεύμα, βεβαίως, θα κατατάσσαμε και την αρχική στάση του Ιώβ, όταν μπροστά στα δεινά της απώλειας των δικών του και της περιουσίας του στέκεται περίπου σαν στωϊκός φιλόσοφος και προσκυνώντας τον Θεό λέει: «Γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μάνας μου και γυμνός επιστρέφω πίσω. Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε»[17]. Όμως, η στάση αυτή, όπως είδαμε και πιο πάνω, δεν επρόκειτο να κρατήσει. Όπως σημειώνει η Ελβετίδα φιλόσοφος και θεολόγος Lytta Basset[18], είναι δυνατόν να συναινέσει αζημίως κανείς τόσο γρήγορα στα δεινά που τον πλακώνουν; Μία τέτοια στάση, όσο πνευματικά αξιοθαύμαστη κι αν φαίνεται, δεν μας εμβάλλει άραγε στην υποψία ότι ο δοκιμαζόμενος επιδιώκει να αρέσει; Και η Ελβετίδα συγγραφέας αποτολμά μία ψυχαναλυτική ερμηνεία: είναι άραγε τυχαίο ότι μετά την εσωτερική αυτή απώθηση του παραπόνου και της οργής ο Ιώβ αρρωσταίνει; Προσβάλλεται από μία φλεγμονή ἀπό ποδῶν μέχρι κεφαλῆς;[19] Σαν να έπεσε επάνω του μια κατάρα για την απώθηση και τη λογοκρισία που επέβαλε στην οργή του; Έμεινε επτά μέρες και επτά νύχτες σε απόλυτη σιωπή, περίπου σε κατάθλιψη, πριν αρχίσει να κραυγάζει το παράπονό του.

Σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου της[20], η Lytta Basset θα μας πει ότι, ακούγοντας την ιστορία του Ιώβ, καθώς και άλλες βιβλικές ιστορήσεις, βλέπουμε ότι αργά ή γρήγορα η ώρα της οργής έρχεται. Αλλ’ αυτή η βιβλικής κοπής οργή, όπως είπαμε, είναι οργή σχεσιακή, εντάσσεται μέσα στη σχέση προς το Άλλο. Αυτό το Άλλο, η συγγραφέας το ορίζει ως κάθε τι που μας συμβαίνει, που συμβαίνει σε μας, ασκώντας βία επάνω μας χωρίς να μας ζητήσει την άδεια και χωρίς εμείς να δώσουμε τη συγκατάθεσή μας. Αυτό το Άλλο μπορεί να προέλθει από τους άλλους ανθρώπους, από τον Θεό ή από τις περιστάσεις της ζωής. Απ’ όπου όμως και αν προέρχεται προκαλεί και δημιουργεί μέσα μας τη δυνατότητα να πάρουμε μια θέση για εμάς τους ίδιους, να πάρουμε το μέρος του εαυτού μας, να αντιτάξουμε τη δική μας άμυνα, ακόμη και εάν, για να το επιτύχουμε, θα πρέπει να το κατηγορήσουμε και να στραφούμε εναντίον του. H μάχη στην οποία εμπλεκόμαστε μαζί του είναι ίσως η θεμελιώδης πρόκληση κάθε ανθρώπινης ύπαρξης[21]. Θα λέγαμε ότι η μάχη αυτή, το παράπονο αυτό, η κραυγή και η οργή που απευθύνομε σε αυτό το Άλλο, είναι η συγκροτητική πράξη του εαυτού μας και η συνιστώσα της ελευθερίας μας.

Το ότι η σχεσιακή οργή είναι λυτρωτική, καθώς και το ότι η λογοκρισία της δεν είναι μόνο νοσηρή για τον άνθρωπο, αλλά οδηγούσε πάντοτε στη βία και την κατασκευή των αποδιοπομπαίων τράγων στις ανθρώπινες κοινότητες, μας το έχει δείξει πολύ ωραία στα έργα του ο René Girard. Ας δούμε ένα σχετικό απόσπασμα. Διαβάζουμε από το Εκείνος δι’ ου το σκάνδαλον έρχεται:

Πίσω από τους ιεροτελεστικούς αποδιοπομπαίους τράγους δεν κρύβονται μόνο οι δεισιδαιμονίες. Πίσω από την κατασκευή τους βρίσκεται αυτή η καθολική τάση στους ανθρώπους να ξεφορτώνουν τη συσσωρευμένη βία τους επάνω σε ένα υποκατάστατο, σε ένα ανταλλάξιμο θύμα […] Υπό μορφή πιο ήπια και μετριασμένη αλλά πάντοτε ταυτόσημη με εκείνες των αρχαϊκών θρησκειών, οι αποδιοπομπαίοι τράγοι εξακολουθούν να υπάρχουν. Παντού και πάντοτε, όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν ή δεν τολμούν να τα βάλουν με το αντικείμενο που δικαιολογεί την οργή τους, αναζητούν ασυνειδήτως υποκατάστατα, και τις περισσότερες φορές τα βρίσκουν[22].

Για την Lytta Basset, ο πρώτος αποδιοπομπαίος τράγος στη –βιβλική τουλάχιστον– ιστορία της ανθρωπότητας, υπήρξε ο Άβελ. Μας θυμίζει την ιστόρηση του περιστατικού της αδελφοκτονίας από τον Κάιν[23]. Ο Κάιν οργίζεται για την αδικαιολόγητη, όπως φαίνεται, μη αποδοχή της προσφοράς της θυσίας του, αλλά δεν εκφράζει την οργή του αυτή κατά του υπαίτιου της μη αποδοχής. Ο υπαίτιος, ο Θεός, τον προκαλεί να οργιστεί κατ’ αυτού. Γιατί οργίστηκες και σκυθρώπιασες, τον ρωτάει. Εάν πράξεις αυτό που πρέπει, θα ησυχάσεις. Του ζητάει με άλλα λόγια να ονομάσει την οργή του, να του μιλήσει γι’ αυτήν. Δεν του ζητάει σε καμία περίπτωση να την εξαλείψει. Όμως ο Κάιν προτιμά να λογοκρίνει την οργή του κατά του Κυρίου και η λογοκριμένη του αυτή οργή στρέφεται τότε κατά του αδελφού του, του Άβελ˙ του εξιλαστηρίου θύματος της λογοκριμένης οργής. Και τον σκοτώνει.[24]

Σε μια διάλεξη που δίνει στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου της Λωζάνης με θέμα το Κακό, ο Paul Ricœur, αφού διεξέλθει τις ανά την ιστορία της σκέψης προσπάθειες ερμηνείας του, και έχοντας τονίσει ότι το πρόβλημα του κακού δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα διασκεπτικού στοχασμού, μας ζητεί να επιχειρήσουμε απέναντί του μία σύγκλιση της σκέψης και της πράξης, καθώς και να προχωρήσουμε σε έναν πνευματικό μετασχηματισμό των συναισθημάτων. Σε μία παράγραφο του βιβλίου στο οποίο δημοσιεύτηκε η διάλεξή αυτή[25], υπό τον τίτλο «Να συναισθανθούμε», ο P.Ricœur προτείνει να προβούμε σε μία ποιοτική μεταβολή της θρηνωδίας μπροστά στο κακό που ενσκήπτει. Το να πούμε, σημειώνει, «δεν ξέρω γιατί», «έτσι έρχονται τα πράγματα», «υπάρχει το τυχαίο στον κόσμο», αυτό είναι μία μηδενική βάση της πνευματοποίησης του παραπόνου, το οποίο πολύ απλά επιστρέφει στον εαυτό του. Πρέπει, λέει ο Γάλλος φιλόσοφος, να περάσουμε στο δεύτερο στάδιο της πνευματικοποίησης του θρήνου, το οποίο συνίσταται στο να τον αφήσουμε να τραπεί σε παράπονο κατά του Θεού. Αυτή είναι η σχέση που συνάγεται από τα κείμενα της Διαθήκης. Σχέση μιας αμοιβαίας δίκης, στην οποία Θεός και άνθρωπος αλληλοκατηγορούνται. Πρέπει να στρατευθούμε σε μία «θεολογία της διαμαρτυρίας». Η κατηγορία κατά του Θεού συνιστά εδώ την ανυπομονησία της ελπίδας. Κατάγεται από την κραυγή του ψαλμωδού Έως πότε Κύριε. Πρόκειται, λέει ο Ricœur, για την οδό πάνω στην οποία βασίζεται όλο το έργο του Elie Wiesel[26].

Όταν, μετά από την παρότρυνση του François Mauriac, o Elie Wiesel, προκειμένου να εκδοθεί, αποφασίζει να αποδώσει το πρώτο του σχεδίασμα της Νύχτας[27] στα γαλλικά, δεν μεταφράζει απλώς το αρχικό κείμενο, αλλά κατά κάποιον τρόπο, όπως είπε αργότερα, το ξαναγράφει. Σκύβοντας επάνω στο πρώτο του σχεδίασμα, γραμμένο στα yidish, με τίτλο Un di Velt hot geshvign (Και ο κόσμος σιωπούσε), κρατάει βεβαίως πάντοτε στο κείμενό του το αποτύπωμα της οργής του, αλλά, τη φορά αυτή, υποκαθιστά τον αποδέκτη της. Δεν προέχει πλέον η οργή κατά των ναζί γι’ αυτά που έκαναν στους Εβραίους, αλλά μία άλλη οργή που τον στοίχειωνε από καιρό. Η οργή του κατά του Θεού. Αυτή είναι εκείνη που γίνεται η κύρια οργή του και η οργισμένη του αυτή ανταρσία είναι εκείνη που αποτυπώνεται στο βιβλίο του. Μιλώντας για τον εαυτό του μέσω του προσώπου του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου, του Eliezer, αυτός, ο μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον άκρως θρησκευτικό, ο μελετητής της Τορά, του Ταλμούδ και της Καμπάλα, συγκλονίζεται από τη φρικτή εμπειρία του στρατοπέδου. Κονιορτοποιημένος στην κυριολεξία μπροστά στους μηχανισμούς του θανάτου που είχαν στηθεί εκεί και στοιχειωμένος από τις πολλαπλές φανερώσεις του κακού που έπλητταν αθώες υπάρξεις, δεν εύρισκε πλέον απάντηση στο ερώτημα του για το πού ήταν ο Θεός και διαπίστωνε την κατάρρευση της πίστης του. Τα ερωτήματά του αυτά ήταν εκείνα που τον έκαναν να κατευθύνει το βασικό παράπονό του κατά του Θεού. Μέχρι τώρα βάζει τον ήρωα του βιβλίου να λέει: προσκυνούσα τον Κύριο, τον λάτρευα, τον αγαπούσα. Σήμερα όμως, ο ευσεβής αυτός μελετητής του Νόμου εξεγείρεται, αντιτάσσεται. Όταν, κάποια στιγμή κάποιος μέσα στο στρατόπεδο απαγγέλλει το Kaddish, στο οποίο καλούμαστε να μεγαλύνουμε τον Κύριο και να αγιάσουμε το όνομά του, τότε, για πρώτη φορά, γράφει, νιώθω να εξεγείρομαι μέσα μου. Ο Κύριος του σύμπαντος, ο Αιώνιος, ο Παντοδύναμος σιωπούσε. Για ποιο πράγμα θα έπρεπε να τον ευχαριστήσω;[28] Σε ένα άλλο σημείο, και στο ίδιο πνεύμα, ο συγγραφέας θα αφήσει ανεξέλεγκτη την οργή του να τον πλημμυρίσει. Γράφει:

Ευλογημένο το όνομα του Αιωνίου; Γιατί, μα γιατί να τον ευλογήσω; Όλο το μέσα μου ξεσηκώνεται. Γιατί; Διότι έκαψε τόσες χιλιάδες παιδιά μέσα στους λάκκους; Διότι άφηνε να λειτουργούν έξι κρεματόρια μέρα και νύχτα, ακόμη και το Σάββατο και τις γιορτές; Διότι, εν τη παντοδυναμία του, δημιούργησε το Auschwitz, το Birkenau το Buna και τόσα άλλα εργοστάσια θανάτου; Πώς θα του το πω δηλαδή; Θα του πω ας είσαι ευλογημένος Αιώνιε, Κύριε του Σύμπαντος, εσύ που μας επέλεξες ανάμεσα στους λαούς για να βασανιζόμαστε μέρα και νύχτα, για να βλέπουμε τους πατέρες και τις μητέρες μας να τελειώνουν στο κρεματόριο; Να εξυμνήσω το όνομά Σου, Εσένα που μας επέλεξες για να σφαγιαστούμε επάνω στο θυσιαστήριό Σου; […] Άλλες φορές, η ημέρα του Νέου Έτους δέσποζε επάνω μου. Ήξερα ότι τα αμαρτήματά μου έθλιβαν τον Αιώνιο, τον ικέτευα για συγχώρηση. […] Τώρα είχα πάψει πια να ικετεύω. Δεν ήμουν ικανός να αναστενάξω. Αντιθέτως, αισθανόμουνα πολύ δυνατός. Ήμουν τώρα εγώ ο κατήγορος. Και κατηγορούμενος ήταν ο Θεός.[29]

«Αισθανόμουνα πολύ δυνατός». Όπως και ο Ιώβ, εξεγειρόμενος κατά του Θεού, θεραπεύεται από την φλεγμονή που τον είχε προσβάλει όταν λογόκρινε την οργή του εναντίον του, και τον είχε κρατήσει σιωπηλό επτά ημέρες και επτά νύχτες[30], έτσι και εδώ, βλέπουμε τον Elie Wiesel να κυριαρχείται από αυτό το αίσθημα υγείας και σθένους αμέσως μετά την εξέγερσή του κατά του Αιωνίου. Η οργή κατά του Θεού, η οργή κατά του Άλλου είναι σωτήρια για τον συγγραφέα της Νύχτας. To δείχνει και σε κείμενα άλλων έργων του. Αναφερόμενος στην κατεξοχήν βιβλική περίπτωση λογοκριμένης οργής, στην οργή του Κάιν, στην οποία αναφερθήκαμε, ο Elie Wiesel γράφει:

Θα μου άρεσε να σκέπτομαι ότι με τον Κάιν τα πράγματα είχαν συμβεί διαφορετικά. Ότι δεν είχε στραφεί κατά του αδελφού του αλλά κατά του θεού, του οποίου αι οδοί θα του είχαν φανεί ακατάληπτες και ανυπόφορες. [….] Ο θεός είχε δειχτεί άδικος απέναντί του; Δεν είχε παρά να του το πει. Παρά ταύτα, προτίμησε να σιωπήσει, να δηλητηριάσει την οργή του, να τη μετατρέψει σε μίσος.[31]

Η οργή του Elie Wiesel, όπως και εκείνη του Ιώβ, είναι μία οργή που, μαζί με την Lytta Basset, θα την χαρακτηρίζαμε όχι μόνο υγιή αλλά και αγία. Μία οργή που αποστασιοποιείται από την παραδοσιακή και ανθρωπομορφική αντίληψη ενός προνοιακού Θεού, και η οποία ξαναβρίσκεται αλληλέγγυα με το κοινό των θνητών, παραδομένων ως λεία στην αδικία και τη θεία κωφότητα. Για την Lytta Basset, το κεφάλαιο 24 του βιβλίου του Ιώβ, εκεί που ο τραγικός ήρωας του έργου οδύρεται για τις αδικίες κατά των φτωχών, της χήρας και του ορφανού και εγκαλεί τον Θεό για την αδιαφορία του[32], είναι ένα χαρακτηριστικό είδος μιας εκπληκτικής νεωτερικότητας. Είναι αγία, γράφει η L. Basset, η οργή εκείνη η οποία έρχεται σε ρήξη με κάθε φιλοσοφικό ή θρησκευτικό σύστημα που θα ήθελε να παραγνωρίσει την ανθρώπινη εμπειρία, ακόμη και την εμπειρία ενός και μόνο ανθρωπίνου όντος. Εάν εμπιστευτούμε το βιβλίο του Ιώβ, η αγία οργή ενός και μόνο ατόμου είναι ικανή να αφοπλίσει ολόκληρη θρησκευτική και κοινωνικοπολιτική ιδεολογία και τις συμπεριφορές φανατικού ζηλωτισμού που απορρέουν απ’ αυτές[33].

Σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο Elie Wiesel δηλώνει ότι εξεγέρθηκε κατά της δικαιοσύνης του Θεού και ότι δεν έπαψε ποτέ να αναζητεί τους λόγους της σιωπής του. Ήταν μια εξέγερση κατά του Θεού, αλλ’ όμως όχι μια απάρνησή του. Απευθυνόμουν πάντοτε σ’ αυτόν όχι μόνο με αγανάκτηση αλλά και με λύπη και συμπόνια. Όλες οι ερωτήσεις για τη δικαιοσύνη του μένουν ανοιχτές. Εάν υπάρχει μια απάντηση δεν την γνωρίζω. Ακόμη περισσότερο, αρνούμαι να τη γνωρίσω. Έξι εκατομμύρια άνθρωποι νεκροί μέσα στα στρατόπεδα είναι κάτι που πρέπει να παραμένει για πάντα ένα ερώτημα[34].

Tα βιβλία του Elie Wiesel είναι η επαναφορά των ανθρωπίνων δραμάτων που συναντούμε στις ιστορήσεις της Παλαιάς Διαθήκης, εκεί όπου κανείς δεν ντρέπεται να υποφέρει και να φωνάξει τον πόνο του. Η Νύχτα είναι η επαναφορά του βιβλίου του Ιώβ στην πραγματικότητα της τραγωδίας της Shoah. Εάν το βιβλικό αυτό κείμενο κατέχει τη θέση που κατέχει στην παγκόσμια γραμματεία, είναι γιατί δεν μένει μόνο στον θρήνο, αλλά τον κάνει παράπονο και εν τέλει αμφισβήτηση, και στρέφει και τα δύο κατά εκείνου που θεωρεί ότι είναι ο κύριος υπαίτιος των δεινών του, κατά του Άλλου, του κυρίου του καλού και του κακού[35].

Ανάμεσα στον Σενέκα και τον Ιώβ ο ELie Wiesel δεν μπαίνει σε δίλημμα. Διαλέγει τον Ιώβ. Ή μάλλον δεν χρειάζεται καν να τον διαλέξει. Ακολουθεί την εσωτερικευμένη πνευματική του παράδοση. Μία παράδοση διαποτισμένη από κείμενα σαν και αυτό του βιβλίου της σοφιολογικής γραμματείας της Βίβλου. Τον Elie Wiesel δεν τον συγκινεί το De tranquillitatae animi ούτε τείνει ευήκοον ους στις παραινέσεις που περιέχονται στο De ira προς «οικοδομήν» του εαυτού του.Η ψυχή δεν μπορεί να μείνει σε αταραξία μπροστά στο ασύλληπτο κακό. Η οργή δραπετεύειαπό τα index του Ευάγριου και του πάπα Γρηγορίου του Α΄ και τρέχει να συναντήσει τα παράπονα των βιβλικών μορφών και τις εξεγέρσεις τους κατά του Αιωνίου. Αλογόκριτη πλέον η οργή κατά του όντως Άλλου διασώζει τον άνθρωπο και τον αποκαθιστά στην ακεραιότητά του. Όταν ο Σενέκας γράφει το De vita beata με αποδέκτη τον αδελφό του Γαλλίωνα, δίνοντάς του συμβουλές και παραινέσεις για την επίτευξη της μακαρίας ζωής, ασφαλώς, έχει εξ ορισμού εξοβελίσει την ira. Όμως, ο Elie Wiesel έρχεται να μας πει άλλη μια φορά ότι η tranquillitas animi μπροστά στο ασύλληπτο, άδικο και ανεξήγητο κακό είναι ένα γράμμα κενό και ότι, αντιθέτως, η οργή μπορεί να είναι αγία. Να είναι μία «ira beata».


[1] Ευαγρίου μοναχοῦ, Κεφάλαια περί διακρίσεως παθῶν καί λογισμῶν, Φιλοκαλία των Ἱερῶν Νηπτικῶν, Τόμος Α΄

[2] Ιώβ, 1,1.

[3] Gregoire le Grand, Morales sur Job, Sources Chrétiennes, Παρίσι 2010.

[4] Sénèques, Dialogues, Belles Lettres, Παρίσι 1971.

[5] Σεργκέι Αβέριντσεφ, «Ταπείνωση και αξιοπρέπεια του ανθρώπου», Εκηβόλος, τεύχη 16-17, Αθήνα, 1987, σελ.1571-1604, ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Ποιητική της πρώιμης βυζαντινής λογοτεχνίας, Μόσχα 1977.

[6]Στο ίδιο, σελ. 1578.

[7] Ησαΐας, 53,2.

[8] Σ. Αβέριντσεφ, ό.π. σελ. 1579-1580.

[9] Ιώβ, 3’,3.

[10] Ιώβ, 10,18.

[11] Ιώβ, 3’, 23.

[12] Ιώβ, 3’, 26.

[13] Ιώβ, 1 και 2.

[14] Ιώβ, 9,24

[15] Ιώβ, 16,12-14 και 30, 18-23.

[16] E. Lévinas, Autrement quêtre ou au delà de lessence, biblio essais, Παρίσι 1990, σελ.16 κ.επ.

[17] Ιώβ, 1,21

[18] Lytta Basset. La sainte colère, Labor et Fides, Γενεύη 2002, σελ.24-25

[19] Ιώβ, 2,7

[20] Lytta Basset, ο.π. σελ. 10-11.

[21] Στο ίδιο, σελ. 11

[22] René Girard, Celui par qui le scandale arrive, εκδ. Desclée de Brouwer, Παρίσι 2001, σελ. 59.

[23] Γεν. 4,3-8.

[24] Lyta Basset, La sainte colère, ό.π. σελ. 27 και 260.

[25] Paul Ricœur, Le Mal, Labor et Fides, Γενεύη, 2004 και σε ελληνική έκδοση Το Κακό, μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2005.

[26] Στο ίδιο, σελ. 67-68.

[27] Elie Wiesel, La Nuit, Editions de Minuit, Παρίσι 1995 (ελλ. έκδοση, Η Νύχτα, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2016).

[28] Στο ίδιο, σελ. 59.

[29] Στο ίδιο, σελ.108-110.

[30] Ιώβ, 2,13.

[31] Elie Wiesel, Célebrations, Portraits et legendεs, Seuil, Παρίσι 1994, σελ. 55.

[32] Ιώβ, 24.13

[33] Lytta Βasset, ό.π, σελ. 248.

[34] Elie Wiesel, Επιθεώρηση La Vie, 25.1.2012.

[35] Ησαΐας, 45,7 «ἐγώ ὁ ποιῶν εἰρήνην καί κτίζων κακά».

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή