Οκτώβριο του 1959, ο Αναγνωστάκης γράφει στον Τάκη Σινόπουλο: «Πρέπει να βρούμε άρθρο για την οργισμένη γενιά και σύντομα. Θα μας σώσει από το πρόβλημα της ύλης του 6ου τεύχους που πρέπει να βγη ώς τα Χριστούγεννα οπωσδήποτε. Πιάσε όλα τα καθάρματα και μη, και πες τους να ψάξουν».[1] Πρόκειται φυσικά για το 6ο τεύχος της Κριτικής. Ο όρος «οργισμένη γενιά» έχει ήδη καθιερωθεί για να περιγράψει Αμερικανούς και Ευρωπαίους, κυρίως Άγγλους, που συνδέθηκαν με το περίφημο κίνημα της αμφισβήτησης, το οποίο γνώρισε σημαντική κορύφωση στην Ευρώπη, δέκα περίπου χρόνια μετά, την ώρα του γαλλικού Μάη. Δεν μου είναι σαφές πώς προκύπτει ένα τόσο πρώιμο και επείγον ενδιαφέρον από την πλευρά του Αναγνωστάκη για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ωστόσο, ο τόνος του υποδηλώνει πως θεωρούσε το θέμα επαρκώς δημοφιλές, ώστε να προσδοκά ότι θα εντοπίσει –έστω και την τελευταία στιγμή– ένα ποιοτικό και εκτενές κείμενο για το κύριο άρθρο. Το περιοδικό, που κλείνει τον πρώτο χρόνο του, έχει ήδη ξεχωρίσει για τον τρόπο που θεματοποιεί ζητήματα διαγενεακών πολιτισμικών σχέσεων. Κι ενώ είναι βέβαια χαρακτηριστικός ο αντιδογματικά αριστερός χαρακτήρας του, η σταθερή συνεργασία με τον Σινόπουλο είναι μόνο ένα στοιχείο από όσα μαρτυρούν ένα διαρκές ενδιαφέρον για εκείνη την ποίηση που συνομιλεί ακόμη και μεταπολεμικά με τον υπερρεαλισμό και την πορεία της πρωτοποριακής λογοτεχνίας.
Πίσω στον Οκτώβριο του 1959: Περίπου δυο βδομάδες μετά την επιστολή του Αναγνωστάκη, ο Σινόπουλος του απαντά: «Θα βρω θυμωμένα Νιάτα».[2] Θα πρέπει να εννοεί το θεατρικό έργο Οργισμένα νιάτα (Look Back in Anger) του John Osborne (1929-1994), το οποίο από το πρώτο του ανέβασμα στο Λονδίνο, το 1956, είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία, και αποτελούσε ήδη τομή για την ευρωπαϊκή νεανική αμφισβήτηση, καθώς έθετε στο επίκεντρο τα προβλήματα της νέας γενιάς στη μεταπολεμική αγγλική κοινωνία, με έμφαση στις σκληρές κοινωνικές αντιθέσεις και την απογοήτευση των κατώτερων τάξεων. Είναι εξαιτίας της τεράστιας απήχησης αυτού του έργου που θεμελιώνεται ο όρος «Οργισμένοι Νέοι» (Angry Young Men), ο οποίος περιέγραφε όχι μόνο τον Osborne αλλά και άλλους συγγραφείς της ίδιας γενιάς, που στα έργα τους εξέφραζαν την πικρία τους για το κυρίαρχο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, την έλλειψη ελπίδας για καλύτερη προοπτική και την έντονη κριτική τους στη μετριότητα και την υποκρισία των μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Έχοντας τέτοια χαρακτηριστικά, αποτελούσαν το ευρωπαϊκό αντίστοιχο των Αμερικανών Μπητ και γίνονταν οι ίδιοι το όχημα της ευρωπαϊκής ανταπόκρισης σε αυτό το ιδιαίτερο κομμάτι της αμερικανικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας που προωθούσε, όχι μόνο την κοινωνική κριτική, αλλά και έναν, τουλάχιστον προκλητικό, τρόπο ζωής. Πιθανότατα, Σινόπουλος και Αναγνωστάκης δεν συζητούσαν πρώτη φορά για το έργο που ακριβώς εκείνη τη χρονιά γινόταν εκ νέου θέμα συζήτησης εξαιτίας της προβολής της κινηματογραφικής μεταφοράς του: βρετανική ταινία, γυρισμένη από τον Tony Richardson, με τους Richard Burton και Claire Bloom.
Πέντε μέρες μετά, ο Σινόπουλος επανέρχεται με νέα επιστολή ο επείγων χαρακτήρας της οποίας διαφαίνεται και στη διευκρινιστική σημείωση δίπλα στην ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, πρωί. Ο Σινόπουλος γράφει εκεί:
Ταχυδρομικώς σου αποστέλλω το βιβλίο Declaration, αγγλικό. Είναι άρθρα και δοκίμια συγκεντρωμένα, όλων των αντιπροσώπων της οργισμένης γενεάς και είναι τυχερό που το είχε ο Σαββίδης. [Συνεχίζω στο παράθεμα:] Το βιβλίο είναι εξόχως κατατοπιστικό επί της κινήσεως. Κατά την γνώμην του Σαββίδη και εμού τα κάτωθι: α) τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα είναι του ίδιου του OSBORNE που είναι και το σπουδαιότερο κεφάλι της κινήσεως αυτής και του Lindsay ANDERSON που είναι ο μαρξιστής της κινήσεως και κάνει επίκριση στις θέσεις του Osborne. Αυτομάτως έχεις δύο διαφορετικές θέσεις επί του ίδιου θέματος, β) Κατόπιν τούτου δεν χρειάζεται το άρθρο του Ρώσου που μου έγραψες ότι έχεις, αφού όσα και να ξέρει είναι έξω από το εγγλέζικο κλίμα. Είναι απείρως προτιμότερος ο Anderson που είναι και Εγγλέζος. Λοιπόν Anderson και Osborne μονάχα. Δώστα να τα μεταφράσουν και παράκλησις να μην στραπατσαριστεί το βιβλίο του Σαββίδη.[3]
Ο τριαντάχρονος Σαββίδης όχι μόνο δεν έχει καθιερωθεί ακόμη ως ο εμβληματικός Γ. Π., αλλά δεν έχει καν εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή που θα τον φέρει, το 1966, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εντούτοις, ο μετέπειτα καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας μετρά ήδη χρόνια συνεργασίας με τα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (εφ. Το Βήμα, εφ. Τα Νέα, περ. Ταχυδρόμος, κ.ά.). Στην αφήγηση του Σινόπουλου αναγνωρίζεται ο οξυδερκής παρατηρητής Σαββίδης, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος που εντόπισε και σχολίασε –από τις στήλες του Βήματος το 1973– τον ισχυρό δεσμό της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου με εκείνη του πρωτεργάτη της γενιάς Μπητ, Allen Ginsberg.[4] Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή του Πούλιου, την οποία, σε μια χαρακτηριστική σύγκλιση προσώπων, προλογίζει θερμά ο ίδιος ο Σινόπουλος. Ενώ το 1973 η υποστήριξή τους προς τον νεαρό ποιητή θεωρήθηκε από ορισμένους βιαστική ή πρόωρη, η εξέταση των δεδομένων με αφετηρία το 1959 οδηγεί σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα: ο Πούλιος δεν ήταν παρά η αιφνίδια αφορμή, καθώς Σαββίδης και Σινόπουλος εμφανίζονται από καιρό προετοιμασμένοι να αναγνωρίσουν και να προβάλουν την ελληνική εκδοχή του Ginsberg.
Ο τόμος Declaration, στον οποίο αναφέρεται ο Σινόπουλος, εκδόθηκε το 1957 και αποτελεί πράγματι ένα από τα σημαντικότερα έργα της αγγλόφωνης βιβλιογραφίας γύρω από το ζήτημα της «νεανικής οργής». Το γεγονός ότι ο Σαββίδης τον έχει ήδη στην κατοχή του υπογραμμίζει πως, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, η ευρεία διακίνηση της πληροφορίας επιβάλλει μια συνεχή επανεκτίμηση των δεδομένων, καθώς οι μηχανισμοί πρόσληψης έχουν ήδη αρχίσει να ακολουθούν διαδρομές ανεξάρτητες από την παραδοσιακή οδό της μετάφρασης.
Οι οδηγίες του Σινόπουλου προς τον Αναγνωστάκη είναι αποκαλυπτικές για τη διαχείριση της «νεανικής οργής» από το περιοδικό. Η προσέγγιση του κινήματος φαίνεται πως απαιτούσε τη σύζευξη δύο κατευθύνσεων: αφενός την αυτοπαρουσίαση των εκπροσώπων του, αφετέρου την κριτική αποτίμησή της μέσω της μαρξιστικής οπτικής. Ασφαλώς, η πραγματικότητα του 1959 υπαγόρευε τις δικές της προτεραιότητες: καθώς τα κοινωνικά αδιέξοδα δεν αποτελούσαν κάποια πρόσφατη ανακάλυψη, η αγγλική εκδοχή της αμερικανοκεντρικής αμφισβήτησης αντιμετωπιζόταν με επιφύλαξη (για πολλούς λόγους). Παρά τις παροτρύνσεις του Σινόπουλου για τη δημοσίευση των Osborne και Anderson, ο Αναγνωστάκης επιλέγει τελικά να παρακούσει τον συνομιλητή του, προκρίνοντας τη σοβιετική οπτική˙ απόφαση που μπορεί να ερμηνευθεί ιδεολογικά: όσο «ευρωπαϊκή» και αν εμφανιζόταν η αγγλική κίνηση, οι ενδιάθετες αμερικανικές καταβολές της προφανώς κρίθηκε ότι μπορούσαν να περιγραφούν αποτελεσματικότερα από τη ρωσική γραφίδα. Άλλωστε, ο Αναγνωστάκης –παρά τον αντιδογματισμό και τη συμπεριληπτική (με σημερινούς όρους) διάθεσή του– ήταν δύσκολο να προσπεράσει μια πηγή όπως η σοβιετική επιθεώρηση Oeuvres et opinions, η οποία διένυε τότε τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της. Έτσι, στο 6ο τεύχος της Κριτικής, η ύλη τελικά καλύπτεται από το εκτενές άρθρο των Raissa Orlova και Lev Kopelev, «Η χαμένη γενιά του ψυχρού πολέμου», σε μετάφραση της Νόρας Αναγνωστάκη. Μια επιλογή που επιβεβαιώνει ότι, παρά την ενημέρωση για τις δυτικές τάσεις, το περιοδικό διατηρούσε σταθερά την ιδεολογική του πυξίδα στραμμένη προς τον μαρξιστικό θεωρητικό στοχασμό.
Οι Ρώσοι μελετητές πληροφορούν το κοινό της Κριτικής, ότι, αναφερόμενοι στην «οργισμένη γενιά», «μιλούμε για τα βιβλία όπου εκδηλώνονται οι αντιλήψεις κι ο τρόπος ζωής αυτών που εκπροσωπούν την “Beat generation” (χτυπημένη γενιά) στις Ηνωμένες Πολιτείες: Για το On the road (Στο δρόμο) και τους Subterraneans (Οι άνθρωποι του υπεδάφους) του Jack Κerouac, για το Go! (Πήγαινε!) του John Clellon Holmes, για τα ποιήματα του Allen Ginsberg».[5]
Ομολογώ ότι παρότι το θέμα είναι στα βασικά μου ενδιαφέροντα, ο τρόπος με τον οποίο ο τίτλος του άρθρου δίνει έμφαση στο στίγμα της ψυχροπολεμικής εποχής, με είχε εμποδίσει να ανακαλύψω ότι πρόκειται για την πρώτη τόσο εκτενή παρουσίαση στα ελληνικά του έργου των Αμερικανών Μπητ, όχι του στυλ που έχει καλλιεργηθεί ως μπητ τρόπος ζωής, αλλά των έργων. Η μελέτη αναλύει επίσης τη θέση ότι «Η επιδημία της φιλολογικής “οργής” εξαπλώνεται με την ταχύτητα της επιδημικής γρίπης»[6] παρουσιάζοντας τους Ευρωπαίους ακολούθους των Μπητ, και πάλι στη λογική των έργων πρωτίστως: τους Άγγλους, αλλά και Γάλλους, Γερμανούς, Ισπανούς, Νορβηγούς, Σουηδούς, Ισλανδούς και Δανούς. Συζητάει τα ζητήματα στην προοπτική της ιστορικής πρωτοπορίας, ανατρέχοντας σε αναγνωρισμένους ιστορικούς της όπως ο Μωρίς Ναντώ. Μελετώντας συγκριτικά τις ποικίλες εκφάνσεις της αμφισβητησιακής γραφής, εντοπίζει διαφορές και υπογραμμίζει το κοινό στοιχείο ότι ως αρνητές του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής που συνοψίζεται στο «αμερικανικό όνειρο», οι συγγραφείς για τους οποίους γίνεται λόγος είναι εξίσου ενταγμένοι στο πολιτισμικό σύστημα που ελέγχεται από την καπιταλιστική κυριαρχία. Από τη μεριά της σύνταξης της Κριτικής, ο Αναγνωστάκης προφανώς, υπόσχεται στο σημείωμα που καταληκτικά συνοδεύει το δοκίμιο, μια μελλοντική επιστροφή στο θέμα με «απολογητικά κυρίως κείμενα των κυριότερων εκπροσώπων της νεότατης αυτής φιλολογικής γενιάς»,[7] καλλιεργώντας έτσι μια προοπτική διαλογική.
Πάντως, πέρα από όποιες ιδεολογικές σκοπιμότητες, το άρθρο των Orlova και Kopelev αποδεικνύεται στην πράξη επαρκέστερο και σαφώς πολυφωνικότερο σε σχέση με τις προτάσεις του Σινόπουλου. Στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας του 1959, όπου η γνώση για τα σύγχρονα δυτικά ρεύματα παρέμενε ελλιπής, η συγκεκριμένη ρωσική θεώρηση πρόσφερε μια πιο σφαιρική και κατατοπιστική εισαγωγή στο φαινόμενο της αμφισβήτησης.
Ήδη από το 1956, ο Αναγνωστάκης διαφοροποιείται αισθητά ως προς τον βαθμό ωριμότητας από τον «νέο ποιητή» εκείνον που εκπροσωπεί την αναδυόμενη γενιά αριστερών δημιουργών. Αυτή η νέα γενιά, εγκλωβισμένη συχνά σε μια αντι-διανοουμενιστική ρητορική, διατείνεται ότι «ο κριτικός δεν έχει ανάγκη ούτε από πολλά διαβάσματα ούτε από πολλή καλλιέργεια»,[8] ταυτίζοντας την πνευματική συγκρότηση με τα περιττά εφόδια των αστών διανοουμένων. Στον αντίποδα αυτής της ισοπεδωτικής αντίληψης, ο Αναγνωστάκης προκρίνει τη συστηματική μελέτη ως αξία αδιαπραγμάτευτη για την αριστερή συνείδηση. Παράλληλα, βέβαια, σπεύδει να υπογραμμίσει –ενδεχομένως με μια δόση στρατηγικής μετριοπάθειας– ότι οι δικές του παρεμβάσεις συνιστούν περισσότερο μια σειρά «κριτικών σημειώσεων» παρά στιβαρές θεωρητικές τοποθετήσεις[9] (δεν έχει άδικο στην τελευταία παραδοχή).
Το μοντέλο του διανοούμενου-ποιητή που υπηρετεί ο Αναγνωστάκης διαμορφώνεται μεταπολεμικά, σε μια εποχή όπου η ανάγκη για κριτικό αναστοχασμό είναι επιτακτική. Αν και συχνά υποστηρίζεται ότι η στροφή αυτή προέκυψε για να καλύψει τα κενά της επίσημης λογοτεχνικής κριτικής, η πραγματικότητα φαίνεται να είναι περισσότερο σύνθετη και πολυεπίπεδη. Αυτή η διπλή ιδιότητα, του ποιητή και ταυτόχρονα διανοούμενου, δεν αποτελεί απλώς μια λειτουργική αναπλήρωση, αλλά συνιστά πρωτίστως μια de facto αμφισβήτηση της κοινωνικής αξίας και της χρησιμότητας της τέχνης· παραδοχή που περιορίζει την ποίηση στο πεδίο μιας έμμεσης, δευτερεύουσας πνευματικής παρέμβασης. Η ποίηση που αυτοπροσδιορίζεται ή ετεροπροσδιορίζεται ως πολιτική, παραμένει περισσότερο εκτεθειμένη στον κίνδυνο μιας ενδεχόμενης ανεπάρκειας, δεδομένου ότι το ποιητικό γεγονός κρίνεται συχνά ως λιγότερο δραστικό ή αποτελεσματικό σε σύγκριση με την άμεση και χειροπιαστή κοινωνική δράση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή της σιωπής από ορισμένους μεταπολεμικούς ποιητές –είτε ως απόλυτη αποχή είτε ως συνειδητή ολιγογραφία– χρειάζεται να ερμηνευθεί όχι ως αδράνεια, αλλά ως μια έσχατη πράξη συνεπούς κριτικής στάσης.
«Η ποίηση λιγοστεύει»,[10] όπως έχει αποφανθεί ο Β. Λεοντάρης, ο οποίος υπήρξε, μαζί με τον Αναγνωστάκη, από εκείνους που ανταποκρίθηκαν στο μοντέλο ενός τέτοιου διπλού ρόλου: ποιητή και διανοούμενου. Η πορεία του Αναγνωστάκη προς την ποιητική σιωπή πρέπει να ιδωθεί έτσι ως πορεία εξελικτική και αποκαλυπτική της πεποίθησής του ότι ποιητικά «είπε» όσα είχε να πει, «μίλησε» με αυτόν τον τρόπο (και τα δύο ρήματα εμπίπτουν, όχι τυχαία, στην ποιητική ορολογία του Αναγνωστάκη) και πλέον επιχειρεί να ενορχηστρώσει την παρέμβασή του διαφορετικά, χωρίς επ’ ουδενί να εγκαταλείπει την αξίωση της δημόσιας παρουσίας. Υπηρετώντας μια τέτοια διπλότητα, ο Αναγνωστάκης, ήδη ποιητής και υπό διαμόρφωση διανοούμενος, μεταβαίνει προς το περιοδικό Κριτική, ώριμος αρκετά ώστε η συμβολή του εκεί να γίνει η πιο σημαντική, κατά τη γνώμη μου, κατάθεσή του στη δημόσια σφαίρα. Όχι μόνο για ό,τι υπέγραψε ο ίδιος, αλλά για τον τρόπο που οραματίστηκε και διηύθυνε αυτό το έντυπο, ώστε να αποτελεί πράγματι «έκδοση μελέτης, ελέγχου και κριτικής».[11]
Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του 6ου τεύχους της Κριτικής, Ιανουάριο του 1960, τα Οργισμένα νειάτα του Osborne ανεβαίνουν στη σκηνή του Βασιλικού θεάτρου. Μπορεί και να μοιάζει τώρα περισσότερο αιτιολογημένη η βιασύνη του Αναγνωστάκη. Τα 17 δημοσιεύματα που σχολιάζουν την παράσταση στον Τύπο,[12] είναι κυρίως επικριτικά αφενός για την «ηθική κρίση που περνά σήμερα η νεολαία όλου του κόσμου»,[13] αφετέρου για την επιλογή του Βασιλικού θεάτρου να ανεβάσει ένα τόσο σύγχρονο έργο που δεν έχει δοκιμαστεί ακόμη στον χρόνο.
Από την πλευρά της αριστερής κριτικής δεν διαφαίνεται ούτε κάποια σοβαρή ανησυχία, αλλά ούτε και σοβαρή τοποθέτηση. Οι δύο σχετικές τοποθετήσεις, του Κουκούλα και του Βαρίκα, γίνονται περισσότερο από επαγγελματικό καθήκον και δεν εμφανίζουν τον ζήλο με τον οποίο ο Αναγνωστάκης έψαξε να βρει την πιο εμπεριστατωμένη θεωρητική πλαισίωση για τη δεξίωση της νεανικής οργής. Η επίκριση και των δύο φέρει τα διακριτικά γνωρίσματα της αριστερόστροφης επιχειρηματολογίας: ο Κουκούλας, σε τόνο κάπως πατρικό, εντοπίζει την απουσία αγωνιστικής διάθεσης.[14] Πιο οξύς ο Βαρίκας, απορεί για την επιλογή του έργου, εφόσον, όπως το θέτει ο ίδιος η πρωτοπορία ανήκει στον Κουν και όχι σε μια κρατική σκηνή. Άλλωστε, δεν βλέπει αναλογία στα κοινωνικά φαινόμενα που παρουσιάζονται στο έργο με την ελληνική πραγματικότητα, την θεωρεί «Υγιέστερη».[15]
Το αληθινό πρόβλημα εντοπίζεται και από τον Βαρίκα στον πήχη της αγωνιστικότητας: «Οι νέοι αυτοί δεν Επαναστατούν, θυμώνουν. Ή ακόμη ακριβέστερα, απλώς “πικάρονται”. […] Τους Εξοργίζει ο μακάριος αστός, αλλά και ο πεινασμένος άνεργος. Ο μικροαστός, που δε γνώρισε άλλο Ιδεώδες από το μπεζαχτά του όσο και ο Επαναστάτης, που είναι έτοιμος να θυσιασθή για την Ιδεολογία του. […] δεν κάνουν κανένα διαχωρισμό».[16]
Ό,τι γνώση αποκομίζει πάντως ο Βαρίκας για τη νεανική οργή, θα την αξιοποιήσει μελλοντικά, σε συμφραζόμενα νεοελληνικής ποίησης. Έως το τέλος της δεκαετίας, αρχές της επόμενης, αποδεικνύεται αρκετά ενθουσιώδης στην υποδοχή των ποιητών της περίφημης γενιάς του ’70, σχολιάζοντας σε τρεις επιφυλλίδες δημοσιευμένες στο Βήμα την ορμητική τους εμφάνιση.[17] Είναι μάλιστα πρώτος αυτός που εξασφαλίζει στην ποίησή τους τη σύνδεση με την «ποίηση της αμφισβήτησης» διαβλέποντας τώρα αναλογίες με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή και την αμερικανική. Να είναι η πραγματικότητα της δικτατορίας που τον κάνει τόσο θετικά διακείμενο; Ή να έχει κλονιστεί ακόμη περισσότερο η «παλιά ακαμψία που διέκρινε τις προηγούμενες μαρξιστικές του αναγνώσεις»;[18]
Μια συγκροτημένη τοποθέτηση επί του θέματος εντός του πλαισίου της αριστερής κριτικής δεν καταγράφεται παρά μόλις το 1964. Μάλιστα, η αφορμή μας δείχνει, κατά κάποιον τρόπο, προς το περιβάλλον του Αναγνωστάκη. Στο τεύχος 9 του περιοδικού Μαρτυρίες (Μάιος 1964), δημοσιεύεται, σε μετάφραση του Κλείτου Κύρου (στενού φίλου του Αναγνωστάκη), το εμβληματικό ποίημα «Αμερική», του Ginsberg.
Με τρόπο εσωτερικά διαλογικό, όπως τον καλλιεργεί η συντακτική ομάδα του περιοδικού και αργότερα, στο περιοδικό Σημειώσεις που εκδίδουν οι ίδιοι, το ποίημα του Ginsberg συνοδεύεται από το ευθέως αντιρρητικό, εκτενές δοκίμιο του Μανόλη Λαμπρίδη, με τον τίτλο «Οργισμένα νιάτα», στο οποίο ο κριτικός, ενώ ανατέμνει την αναδυόμενη αμφισβήτηση της δεκαετίας του ʼ60 και αποδίδει με γνώση το ποίημα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, συγχρόνως αμφισβητεί ριζικά τον «επαναστατικό» της χαρακτήρα και προδιαγράφει τα όριά της. Ο Λαμπρίδης αποφαίνεται για το ποίημα του Ginsberg ότι: «είναι αντιπροσωπευτικό του συναισθηματικού, ιδεολογικού και ηθικού κόσμου μιας εκλεκτής μερίδας της αμερικανικής νεολαίας, και των αντιδράσεών της έναντι του κόσμου της βιομηχανικής κοινωνίας της “ευημερίας”».[19] Εκτός από την ιστορική τοποθέτηση του ποιήματος, ο Λαμπρίδης προχωρά, επίσης εύστοχα, στην αξιολόγησή του υποστηρίζοντας ότι: «ενώ ως ψυχολογικό και κοινωνιολογικό ντοκουμέντο αποτελεί αυθεντική μαρτυρία, ως ποίημα, ως πραγμάτωση αισθητής αξίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα».
Δεν είναι μόνο ο Κλείτος Κύρου που με κάνει να σκέφτομαι συνθήκες συγγένειας με τον Αναγνωστάκη. Ο Λαμπρίδης ήταν, από την εποχή της κοινής τους εμφάνισης στην Επιθεώρηση Τέχνης ένας κριτικός τον οποίο ο Αναγνωστάκης είχε στηρίξει στην αντιδογματική και ριζοσπαστική του επανατοποθέτηση (του Λαμπρίδη) υπέρ της ποίησης που η αριστερή κριτική απέρριπτε ως παρακμιακή. Βέβαια, το 1964 φαίνεται να τους χωρίζουν περισσότερα από όσα τους ενώνουν, γιατί είναι αυτή η χρονιά που ο Λεοντάρης θα συμπεριλάβει και τον Αναγνωστάκη στην «ποίηση της ήττας»,[20] προκαλώντας την ακούραστη διαμαρτυρία του τελευταίου, που δεν σταμάτησε να επιμένει: «Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα».[21]
Στο σημείο αυτό, ωστόσο, διακρίνεται μια σαφής αναλογία αλλά και μια κλιμάκωση της στάσης των Μαρτυριών σε σχέση με εκείνη του περιοδικού Κριτική. Το ζήτημα θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: η ποίηση οφείλει να τίθεται σε κυκλοφορία προκειμένου να λειτουργήσει και να αξιολογηθεί, ιδιαίτερα όταν επιτυγχάνει ευρεία απήχηση. Η κριτική, από την άλλη, δεν επιτρέπεται ούτε να σιωπά ούτε να εφησυχάζει· οφείλει να παρεμβαίνει με θεωρητική συγκρότηση και γνώση, αναλαμβάνοντας πλήρως τις ευθύνες και τα συνεπαγόμενα ρίσκα των αποτιμήσεών της. Με τη σημερινή απόσταση, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ότι η ποιητική σύνθεση του Ginsberg στερείται πράγματι ιδιαίτερων αξιώσεων, όπως ορθά είχε επισημάνει ο Λαμπρίδης. Άλλωστε, όπως συμβαίνει συνολικά με τη λογοτεχνία της γενιάς των Μπητ, όταν αυτή κατορθώνει να διανοίξει νέους δρόμους στην τέχνη, δεν το επιτυγχάνει στα σημεία εκείνα όπου υποδύεται μια καταλυτική, ολική ρήξη με το σύστημα. Με όρους πνευματικής εντιμότητας, η στάση των Μαρτυριών υπερβαίνει την απλή παράθεση απόψεων, συγκροτώντας ένα συνεπές διαλεκτικό σχήμα θέσης και αντίθεσης, όπου η κριτική οφείλει να αναμετρηθεί με το (δημοφιλές) έργο χωρίς προκαταλήψεις.
Παρότι ο ίδιος ο Λαμπρίδης δεν επανέρχεται στο ζήτημα, μεταγενέστερες αρνητικές αναφορές των υπολοίπων της ομάδας από τον κύκλο του περιοδικού Σημειώσεις στην τέχνη της «αμφισβήτησης» –του Βύρωνα Λεοντάρη και του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου κυρίως–, σημαίνουν πιθανόν μια πιο συντονισμένη και ευρεία άρνηση της σχετικής τέχνης.[22] Η υποψία μου ενισχύεται, καθώς η αρνητική αποτίμηση για τη λογοτεχνία των Μπητ αποτελεί πάγια θέση και της κριτικής θεωρίας με την οποία θεωρώ ότι συνδέεται ο κύκλος του περιοδικού Σημειώσεις (κυρίως του Μαρκούζε και του Αντόρνο)[23]. Σίγουρα χωρίς τις ίδιες θεωρητικές προσλαμβάνουσες, αλλά με ενάργεια, ο Αναγνωστάκης ολοκληρώνει τις αναφορές του σε τέτοια ζητήματα με ένα ακόμη πιο ανεπαίσθητο κλείσιμο του ματιού, όταν έρχεται η ώρα των αποτιμήσεων για την τρίχρονη παρουσία της Κριτικής, τέλος του 1961. Διαφοροποιεί τότε τη γενιά του από «νεότερους φωνασκούς, που “επαναστατούν”, “οργίζονται” και κραυγάζουν χωρίς να υποπτεύονται το μοναδικό νόημα κάθε επανάστασης», παίρνει αποστάσεις από την «αποχαύνωση των πολύχρωμων εντύπων», δηλώνει «ενάντια στον σκοταδισμό και στην αμερικανοποίηση των πάντων».[24]
Σε ό,τι αφορά την κουλτούρα της «αμφισβήτησης», κριτικοί όπως ο Αναγνωστάκης και ο κύκλος των Μαρτυριών (και των Σημειώσεων), χωρίς να αμελούν την αξία της εμπεριστατωμένης παρουσίασης και τοποθέτησης, δεν ξοδεύουν περισσότερη αγωνιστικότητα από την απαιτούμενη. Όχι απλώς επειδή, προφανώς, δεν νιώθουν πλέον «οργισμένα νιάτα», αλλά επειδή έχουν ήδη προκρίνει την οδό των ουσιαστικών και περισσότερο προσωπικών θεωρητικών και αισθητικών αναζητήσεων. Πρόκειται για μια περισσότερο αυτόνομη πορεία στο ποιητικό και κριτικό πεδίο, η οποία συγκροτεί μια διακριτή και πολυσήμαντη στάση απέναντι στην τέχνη του λόγου, δίνοντας έμφαση στους κοινωνικούς όρους που διέπουν την ύπαρξή της.
[1] Δημήτρης Κόκορης (εισαγωγή-επιμ.-σχόλια), «Από την αλληλογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη – Τάκη Σινόπουλου: 1958-1961», Μικροφιλολογικά, 21 (Λευκωσία 2016) 26.
[2] Ό.π., 29.
[3] Ό.π., 30.
[4] Γ.Π. Σαββίδης, «Η ποίηση σαν κώδικας ζωής», εφ. Το Βήμα, 13.5.1973.
[5] Raissa Orlova – Lev Kopelev, «Η χαμένη γενιά του ψυχρού πολέμου» (μτφρ. Νόρα Αναγνωστάκη), Κριτική, 6 (Νοέμ.-Δεκ. 1959) 214.
[6] Ό.π., 215.
[7] [Σημείωμα], Κριτική, 6 (Νοέμ.-Δεκ. 1959) 230.
[8] Μ. Αναγνωστάκης, «Συζητήσεις, Η αντικειμενικότητα του έργου Τέχνης», Επιθεώρηση Τέχνης, 23-24 (Νοέμβρ.-Δεκ. 1956) 455.
[9] Μ. Αναγνωστάκης, [εισαγωγικό σημείωμα], στο Υπέρ και Κατά. Σημειώσεις Κριτικής, Θεσσαλονίκη 1965, 7.
[10] Β. Λεοντάρης, «Το θεώρημα και το ολοκαύτωμα» [1971], Κείμενα για την ποίηση, Αθήνα 2001, 10.
[11] «Θέματα», Κριτική, 1 (1959) 35.
[12] Τα δημοσιεύματα βρίσκονται αναρτημένα στο ψηφιακό αρχείο του Εθνικού Θεάτρου: https://www.nt-archive.gr/play/403
[13] Μ. Καραγάτσης, «Τα “Οργισμένα Νειάτα” του Όσμπορν στο Εθνικό Θέατρο», εφ. Η Βραδυνή, 3.2.1960.
[14] «Γιατί ούτε ο σαρκασμός, ούτε ή πικρία, ούτε η ηδονή τής αυτοτιμωρίας, ούτε το ανεπίγνωστό μίσος, ούτε η ηθική αδράνεια, ούτε οι υστερικοί παροξυσμοί συντελούν στην Αλλαγή τού παρόντος όταν δε συνοδεύονται από αγωνιστική διάθεση. Το κάτω κάτω για το “κατάντημα” δεν ευθύνονται μονάχα οι παλιοί που “εξαντλήσανε τα ιδανικά πριν ωριμάσουν οι σημερινοί νέοι”. Ευθύνονται και οι ίδιοι οι νέοι που αντί να φτιάξουν νέα ιδανικά, αντί να παλέψουν, προτίμησαν το ρόλο του παθητικού τιμητή και αρκέσθηκαν στην ικανοποίηση της επιγνώσεως των αίτιων της δυστυχίας τους και του ευτελισμού των ηθικών αξιών.». Λέων Κουκούλας, «”Οργισμένα νειάτα”. Εθνικό Θέατρο», εφ. Αθηναϊκή, 22.1.1960.
[15] Βάσος Βαρίκας, «“Οργισμένα νειάτα” στο Εθνικό Θέατρο», εφ. Τα Νέα, 26.1.1960.
[16] Ό.π.
[17] «Η άρνηση του κατεστημένου» (1969), «Η νέα γενιά μπροστά στο σήμερα» (29.11.1970) και «Ποιητικός αντικομφορμισμός» (16.5.1971). Το πρώτο και το τρίτο από αυτά τα κείμενα αναδημοσιεύονται στο περιοδικό Χρονικό (1971), 66-70. Πρόκειται για κείμενα αρκετά γνωστά που έχουν επανειλημμένα σχολιαστεί από μελετητές της γενιάς: Δ. Ν. Μαρωνίτης, «Ποιητική γενιά του ’70», Μέτρια και μικρά, Αθήνα 1987, 230-246. Α. Ζήρας, «Προσεγγίσεις στη νεότερη ποίηση 1965-1980. Γενικές διαπιστώσεις–τάσεις–διαφοροποιήσεις», Νεότερη ελληνική ποίηση 1965-1980, Αθήνα 1979, 11-38.
[18] Αλέξης Ζήρας, «Βάσος Βαρίκας, ένας εμβληματικός κριτικός», εισαγωγή στο: Βάσος Βαρίκας. Συγγραφείς και κείμενα 1955-1959, Αθήνα 2003, 15.
[19] Μ. Λαμπρίδης, «Οργισμένα νιάτα», Μαρτυρίες, 9 (Μάιος 1964) 14-20.
[20] Β. Λεοντάρης, «Η ποίηση της ήττας», Επιθεώρηση Τέχνης, 106-107 (1963) 520-524.
[21] Στίχοι από το ποίημα «Κι ήθελε ακόμη…» της συλλογής Η Συνέχεια.
[22] Β. Λεοντάρης, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη» [1973], Κείμενα για την ποίηση, Νεφέλη, 2001, 24. Γ. Λυκιαρδόπουλος, «Η έσχατη στράτευση» [1975], Η έσχατη στράτευση, Ύψιλον, 1985, 83.
[23] Βλ. ενδεικτικά, Χ. Μαρκούζε, Λόγος και επανάσταση, μτφρ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, Ύψιλον, 1999, 14. Υποψιάζομαι μάλιστα, ότι η ευαισθησία που δείχνουν ο Λαμπρίδης και η συγκεκριμένη ομάδα διανοουμένων ως προς την τόσο έγκαιρη τοποθέτηση απέναντι στους Μπητ θα πρέπει γενικά να έχει τις καταβολές της στις σχετικές τοποθετήσεις του Μαρκούζε.
[24] «Θέματα», Κριτική, 17-18 (1961) 196-197.

