Δώδεκα νέες ποιητικές φωνές

Δώδεκα νέες ποιητικές φωνές

Ιωάννα Γκαρόση
ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

Κάθε βράδυ, μόλις σβήσουν τα φώτα
και η σιωπή θάψει τις τελευταίες σκιές,
στο υπνοδωμάτιο
με αγκαλιάζει ένας σκαντζόχοιρος.
Με αγαπά μ’ έναν τρόπο
που κρυώνει το δέρμα μου.
Μου αφήνει στα χέρια φτερά.
Στην κοιλιά μου φτύνει μούρα.
Ανάμεσα στα πόδια μου
φυτεύει αυγά μικρών πουλιών.
Έρχεται πάντα πεινασμένος.
Στεγνώνει τις μικρές κηλίδες ιδρώτα
με ψίθυρους
και πίνει το γάλα από το στήθος μου.
Ανοίγει μικρές τρύπες στο δέρμα μου,
ίσα για να χωρέσουν τα χάδια του.
Λέει πως δεν είναι θυμωμένος.
Ανάμεσα στα πόδια μου
κυλούν κόκκινα τριαντάφυλλα.
Το άρωμα των εραστών δεν το γνωρίζω,
κι ας λέει πως με λατρεύει.
Το πρωί
μοιάζω με άσπρη πασχαλίτσα.
Ξεπλένω το κορμί μου.
Οι τρύπες μικρές.
Δεν φαίνονται.
Ο σκαντζόχοιρος ξεκουράζεται χορτάτος.
Το βλέμμα μου θαμμένο στη σιωπή.
Η ημέρα θα ξεκινήσει ήρεμα, σκέφτομαι,
και ανάβω τον φούρνο
για να ψήσω ό,τι έμεινε
από το χθεσινό βράδυ.



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

Ο χειμώνας είχε καθίσει
σαν λεχώνα,
περιμένοντας την άνοιξη.
Οι άγγελοι, όταν γεννήθηκα,
δεν είχαν φτερά.
Η μάνα —
ένας πελαργός χωρίς στήθος.
Σπίτι, γεμάτο τρύπες.
Έπαιζα με δύο περιστέρια.
Τα φτερά τους μικρά —
δεν με σκέπαζαν.
Δεν με έμαθαν να πετώ.
Τα χνούδια μου καίγονταν
μέσα στην απουσία.
Έβαζα επάνω μου, κρυφά,
δέρματα
για ν’ αντέχω τα καψίματα.
Ώσπου έγινα παχιά.
Δεν χωρούσα πουθενά.
Καλλιέργησα όμως
ένα χωράφι φτερά.
Τα έκοβα,
τα έραβα,
τα χρωμάτιζα
ανάλογα την ανάγκη.
Τα κόκκινα δεν τα φόρεσα ποτέ —
μου θύμιζαν τον λύκο.
Τα άσπρα τα άφηνα τυλιγμένα,
να τα φορέσουν τα παιδιά μου.
Το πράσινο
μου πήγαινε.
Έγινα δέντρο.





Μαρία Γκερτσάκη
ΑΠΑΝΤΗΣΗ (στο «Είμαι κάθετη» της Σύλβια Πλαθ)

Τώρα
που μέσα από τη στάχτη
αναγεννιέσαι
τα πορφυρά μαλλιά σου ανεμίζοντας
στην άγρια παράσταση
χλευασμού και τρόμου
καταγράφω σκοτάδια
μυρίζω φλόγες
άπιαστη εξιλέωση
ψάχνει διέξοδο
αποτυπώνοντας το άφατο
δάκρυα
σε σχήμα
ουρανού και γης
αναγεννούν τη φύση
η αιωνιότητα δεν χάθηκε για μένα.


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δεσπόζουσα φωνή αποκαλύπτεται
μέσα μου
Άγια η ασθένεια της συνείδησης
δυστυχής
μετέωρη στον παρόντα χρόνο
ανάβει κερί στον βωμό μου
κρατώντας βακτηρία
ανασηκώνομαι από τα μνήματα
πανταχού παρών ο Παρατηρητής
ψηλαφεί τις τρύπες της ψυχής
μακρύς ο δρόμος της Ανάστασης
Φως που γνωρίζεις τ’ όνομά μου
προσφέρω θρήνο
προσφέρω αυτό το τίποτα
που κατοικεί μέσα μου
επιθυμώντας εκ νέου την ένωση
μαζί σου
ικετεύοντας να αγαπήσω

την εντός μου Ζωή.




Άντα Καφάτου
ΧΘΟΝΙΟΝ ΑΓΓΙΓΜΑ

Η αρπαγή

Αγρίμι λαβωμένο είμαι, που απαρνιέται τις νύχτες την κρυψώνα του
Με πένθιμα κουρέλια, με πόδια γυμνά οργώνω τα βουνά
Ρωτάω τον άνεμο, τις πέτρες, πού είναι το παιδί μου
Ουρλιάζω στους θεούς, που αποστρέφουν το βλέμμα τους
Κανένας δεν τολμάει μια μάνα να περιφρονεί
Έντρομη η φύση κρατάει την ανάσα της
Η θάλασσα πνίγεται στους λυγμούς
Το χώμα παγώνει κάτω από τα πόδια μου
Τα στάχυα ξεψυχούν, τα δέντρα στοιχειώνουν το σκοτάδι
Η γη, μήτρα που θρυμματίζεται
Αιώνιοι θα είναι οι χειμώνες
Μέχρι να επιστρέψει η κόρη μου στα χέρια που τη νανούρισαν

Η κάθοδος

Εκείνος είδε το ρήγμα της ψυχής της
Τον ζοφερό της έρωτα
Απαίτησε να τον ακολουθήσει, να θανατώσει την κόρη μέσα της
Βαριεστημένη από τις νουθεσίες, από τις διδαχές, απ’ τα ιδεώδη της μητέρας της, συναίνεσε — σχεδόν με ανακούφιση
Αφελής μέσα στην απειρία της, δεν αφουγκράστηκε τον κίνδυνο, τον βίαιο ξεριζωμό, την παντοτινή μεταβολή του κόσμου της
Ένα ροζ λαστιχάκι έμεινε πίσω να την θυμίζει …


ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Σε ένα συρτάρι κλείδωσα τ’ όνομα σου
Ένα ροζ λαστιχάκι
Αντίγραφα μιας αλλοτινής ευτυχίας τυπωμένα σε στιλπνό χαρτί
Στην ουτοπία ξόδεψα χρόνια, μέρες, στιγμές που δεν βιώθηκαν
Στη λήθη εξοστράκισα τους τρόπους που αφέθηκα να με σκοτώσεις
Μόνο πως συγκλονίστηκες θυμάμαι — όταν είδες το αίμα σου να αναβλύζει από τις τρύπες που άνοιξες στο σώμα μου· τη σάρκα σου να σκίζεται από τα διαμελισμένα μου κόκαλα
Φώναξα για σένα, φώναξα μήπως συντρίψω τα σκοτάδια σου
Δέσμιες παραμείναμε ενός ομφάλιου λώρου που (δεν) νεκρώθηκε





Μαρία Μουτζουρίδου
ΑΤΙΤΛΟ Ι

Σφιχτές οι αγκαλιές σου,
αετέ μου
Τόσο, που γλυκά τραυμάτισαν τα φτερά μου
Το πετάρισμά σου στο άπειρο σημάδι άφησε
Δυο αγριολούλουδα άνθισαν στον κόρφο μου
γίνανε χαρίσματα
Η κόρη έγινε γυναίκα
η κλεψύδρα κυλά
Σαν από λήθαργο πετάχτηκαν μπρος μου
Τα αγαπώ μου και τα θέλω
Μάσκες αλλάζουν πρόσωπα, κοστούμια πλάθουν χαρακτήρες
Με το μαζί ψάχνω να βρω κι άλλους δρόμους ν’ ακολουθήσω
Κι οι ξεχασμένες πια φτερούγες μεταμορφώνονται


ΑΤΙΤΛΟ ΙΙ

Φόβο η μορφή μου αναβλύζει
γοργόνα θεσπέσια εκείνη
αλλοτινή Μέδουσα εγώ
Μύρισαν εκδίκηση τα μαλλιά
καθώς τα φίδια ασφυκτικά
αγκαλιάζουν τις ενοχές
Ζεστό κορμί λαξεύει άγαλμα
Μη μου στερείς το οξυγόνο
Η τρίαινα μπήγεται μέσα μου
τραντάζομαι στον ρυθμό
ενός οργισμένου ονείρου
Ανείπωτα λόγια φράζουν
στο στόμα
λέξεις δεν γίνονται σκέψεις
άτακτα οι αναπνοές τριγυρίζουν
Κλείσε τα μάτια για λίγο
να δω αγέρες τον Ποσειδώνα
μακριά μου να συνθλίβουν
το είναι μου ν’ αφήσει ανέγγιχτο
κι η θεά μένος να μη μου δείξει στέλνοντας τον τιμωρό Περσέα της
Ανυπάκουη η Θέμιδα
μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια
τιμωρεί κάλλος και φύση
κι η ανδρική ρώμη
χορεύει θριάμβους





Δήμητρα Μπιτχαβά
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει...
Ναι,
δεν γεννιόμαστε ποιητές.
Με κλάμα βγαίνουμε στο φως,
σπρωγμένοι απ’ το προπατορικό αμάρτημα.
Όμως, γινόμαστε.
Ζούμε σε δρόμους από λέξεις σμιλεμένες με έρωτα.
Στήνουμε πόλεμο με κολασμένα φιλιά σε αλλότρια σώματα.
Ρίχνουμε την ψυχή μας,
βορά,
στα μάτια ανίδεων θεατών.
Ρουφάμε τη σκόνη του καιρού,
φτύνουμε ήλιους και θάλασσες.
Μεθάμε,
στο όπιο της νύχτας,
με ένα χαρτί κι ένα μολύβι.
Κάθε μας κόμμα,
μυστικές χοές.
Κι η κάθε τελεία δεν είναι οριστική,
γιατί οι ποιητές στοιχειώνουνε τον θάνατο.


ΜΕΔΟΥΣΑ

Πλεξούδες κυματίζουν στο άγγιγμα του ανέμου
γλυκοχαϊδεύει ο ήλιος άσπρα χαμόγελα
απλώνεται η καρδιά στη μάνταλα του κόσμου.
Αρχή.
Παραμύθια νανούριζε η γιαγιά
εφιάλτες έταζε η κόρη
ματιά τη ματιά,
λέξη τη λέξη,
χάδι τραχύ
μπόλιαζε στερνιασμένο δηλητήριο.
Καρτέρι στις ακρογιαλιές,
πάνω στο βύθισμα του ύπνου,
έκοβε τούφες από αλμυρά μαλλιά
κι έσπερνε φίδια.
Πέτρωσε η χαρά,
σμιλεύτηκε η λύπη.
Ντροπή.
Η ασπίδα που απόμεινε να με κοιτάζει σκούριασε κι αυτή.
Έγινε μνημείο το μίασμα να το θυμούνται όλοι.





Μιράντα Παπαδοπούλου
ΖΩΗ

Προσφυγική ρίζα με έκανε ατρόμητη
Όλη η γη στα πόδια σου
Φύγε, πέτα, ζήσε
Πότε άρχισα να μαζεύω, να εγκλωβίζομαι σε μια καθημερινότητα που με διάλεγε, που αποφάσιζε;
Κι έπειτα με άρπαξες απ’ τα μαλλιά, με πέταξες σαν πατσαβούρα στον τοίχο, με έβαλες στη σωστή σειρά: δεύτερη όχι πια πρώτη.
Σαν πολύ δεν καβάλησες τ’ άλογο; Τώρα να σε δω. Επί του πρακτέου…
Έκλαψα. Πόνεσα. Καταδύθηκα στα έγκατα του μυαλού και της καρδιάς μου. Aναδύθηκα σιγά σιγά ντροπιασμένος γυμνοσάλιαγκας.
Δάκρυα, αίμα, μύξα.
Άντεξα. Aντέχω με γρατζουνιές και ευγνωμοσύνη.
Κι όταν θα έρθουν τα επόμενα —φοβάμαι λίγο— θα σκύψω το κεφάλι και θα αρχίσω, για άλλη μία φορά, να σκάβω το λαγούμι προς το φως.


ΟΝΕΙΡΟ

Βγαίνω απ’ το κουκούλι
πύρινα φίδια
ρουφούν λαίμαργα τον αέρα
ζητούν υποταγή
Λάβα κοχλάζει κάτω από τα πόδια μου
ξερνώντας μίσος
φτερά στα πόδια μου
να σώσω — τι ;





Βιολέτα Πατινιώτη
ΑΝΤΙΔΙΑΜΕΤΡΙΚΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΩΝΑ

Υπάρχει ζωή μετά από εσένα άραγε;
Βυθίστηκα στον καναπέ για να μη βυθιστώ στη σκέψη μου.

Πού είναι όλα εκείνα που σου υποσχέθηκα;
Τι σκοτεινιά, θεέ μου, και αργεί να ξημερώσει.

Χρειάζομαι έναν καφέ
κανείς δεν σε σκέφτεται
κανείς δεν σε θυμάται
πουθενά δεν ανήκεις

Βάρος ασήκωτο η μοναξιά σαν μάρμαρο αξώτικο

Περνά το φεγγάρι και δυναμώνουν οι σκιές.
Περνά και ο καιρός και δυναμώνει… τί;

Βάζω στα μάτια μου μολύβι και το βλέμμα μου πέφτει στη γωνία του καθρέφτη που κρεμασμένη μου χαμόγελα μια νεαρή μορφή μου.
Αυτή τη φορά τραβάω και μια γραμμή στο κάτω βλέφαρο.
Αφού στο σκοτάδι μου έλαχε να ζω, οψιδιανός θα γίνω.

Κρατώ στα χέρια μου κραγιόν,
του κόσμου όλα τα ρόδια στα χείλη μου θα κρέμονται από απόψε.


ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

Δεν είμαι ήρωας να διχαστώ ανάμεσα στην αρετή και την κακία.
Είμαι θνητός και αισθάνομαι τις πίκρες, τις χαρές και το τίμημα των επιλογών μου.

Κοινός παράγοντας σε ό,τι ζω ο άνθρωπος και κάλεσμά μου να προσφέρω χαμόγελα και αισιοδοξία.
Έμαθα να περπατώ σε αστικά κέντρα και να τραγουδώ για κάθε τι που βιώνω.
Ερωτεύομαι πόλεις και όχι ανθρώπους, πολιτισμούς και όχι κορμιά.

Μιούζικαλ είναι η ζωή μου και εγώ κονφερασιέ με λαμπερό κουστούμι και καπέλο
να αγωνιώ για το χαμόγελό σας
κάθαρση και ευδαιμονία στο τέλος κάθε πράξης.




Ευστρατία Πατλαμαζόγλου
ΣΙΣΥΦΟΣ

Κάθε βράδυ ετοιμάζω τον βράχο μου
Τον στολίζω με πολύχρωμες εικόνες
Σμιλεύω το σχήμα, τον κανακεύω
Δεν ζωγραφίζω τ’ άσχημα, αχρείαστο το βάρος τους

Ξεκινάω αξημέρωτα
Φορτίο στην πλάτη, μετράω τα βήματα
Δισταγμός η τραχιά ανάβαση
Πανοπλία κουράγιου δίνει το πείσμα
Η ψυχή, πουλί που κελαηδάει:
«Μάταιος δεν είναι ο στόχος ούτε παράλογη η προσπάθεια»

Τι κι αν ξανακυλήσει ο βράχος την κορυφή σαν πλησιάζω
Θα ’ναι πως κάτι ξέχασα και πάει να το συναντήσει
Με καρτεράει στους πρόποδες το καινούργιο ξεκίνημα


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗ

Κακοφορμίζει η ψυχή το δίκαιο σαν ψάχνω
Πλανεύτρες υποσχέσεις μασάς, σκοτεινή στα μάτια η αλήθεια
Τα χρόνια μοναξιάς σοφία μου χάρισαν
Καθυστερημένη δυσπιστία
Σύντροφοι επιβίωσης στην εγκατάλειψη, τα βέλη
Το τόξο, δεκανίκι στο αβέβαιο βάδισμα
Αν σου τα δώσω άδεια η φαρέτρα θα με χλευάζει
Νοιάξιμο που άργησε πανουργία καλύπτει




Σπύρος Πολιτόπουλος
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μεγάλωσα ανάμεσα σε λέξεις και αυλές, σε μια χώρα που μου έμαθε να ριζώνω
Έπειτα ταξίδεψα αλλού, όπου τα βιβλία έγιναν γέφυρες και οι ιδέες πατρίδα
Σε μια τρίτη γη, έμαθα να χτίζω καθημερινότητες
Κάθε αρχή και ένα μικρό άλμα πίστης
Κουβαλώ μέσα μου χάρτες αόρατους
Οι επανεκκινήσεις μου δεν είναι ρήξεις, αλλά υπενθυμίσεις πως μπορώ να ξαναγίνω
Κάθε τέλος ένας ψίθυρος για κάτι νέο που περιμένει να ανακαλυφθεί
Κι εγώ, συνεχίζω να εξερευνώ
Σπίτι μου είναι το ταξίδι και προορισμός μου η επόμενη αρχή


ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ

Σ’ ακούω, Θοδωρή, να περπατάς ακόμη με τα φαγωμένα παπούτσια σου,
κι αναρωτιέμαι αν τελικά οι δρόμοι μάς διαλέγουν πριν τους διαλέξουμε εμείς.

Μου μιλάς για το παλιό μακρυμούρικο λεωφορείο με το σκουριασμένο του τιμόνι, κι όμως πάντα βρίσκω ένα Airbus να μου ανοίγει τους μεγάλους δρόμους.
Σου δείχνω τις δικές μου αποσκευές, λίγες λέξεις, μια χούφτα νίκες, κάποιες ήττες και κάμποσες επιστροφές.

Και γελάς ήσυχα, σαν να ξέρεις ότι οι άνθρωποι ξαναρχίζουν μόνο όταν κουραστούν να φοβούνται.
«Να μη λυπάσαι τα παλιά παπούτσια», μου λες, «αυτά θυμούνται τον δρόμο».

Τότε κοιτάζω μπροστά: νέες πόλεις, νέα παράθυρα, άλλοι ουρανοί, όμως ίδιες καρδιές.
Ίσως η ζωή να είναι αυτό ακριβώς: μια διαρκής αναχώρηση χωρίς βεβαιότητες.
Να χάνεσαι λίγο, για να μπορέσεις να συναντήσεις ξανά τον εαυτό σου.

Κι όταν σε αποχαιρετώ, μένει στο χώμα ο ήχος από τα βήματά σου, σαν υπόσχεση πως κάθε ταξίδι αξίζει, ακόμη κι όταν φθείρει τα παπούτσια της ψυχής.





Δομηνίκη Μαρκησία Ρουγγέρη
ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ

Αιμορραγώ
Κόβουν ένα, φυτρώνω δύο
Η μήτρα μου αθάνατη

Έναν Ηρακλή ψάχνουν διακαώς,
να σωθούν από την ανάσα μου,
που μυρίζει θάνατο

Με βάφτισαν τέρας
που σέρνεται στα έλη, στη λάσπη και το χώμα,
δίχως να υπολογίζουν πως έτσι είμαι εγώ
Εκεί ανήκω

Κι όταν εκείνος ήρθε
Βγήκα από τη σκοτεινή φωλιά μου
και γράπωσα τα πόδια του
σίγουρη πως θα τον νικούσα
Δεν φαντάστηκα τους δαυλούς του Ιόλαου

Τη φωτιά που σφύριζε μέσα στον αέρα
Τη μυρωδιά της καμένης σάρκας μου
να πνίγει το έλος
Άκουσα τα κεφάλια μου να ουρλιάζουν
καθώς έκλειναν οι πληγές με πυρωμένο σίδερο
κι ο καπνός ανέβαινε μαύρος
σαν κατάρα προς τον ουρανό,
ενώ το έλος έβραζε γύρω
γεμάτο από τη στάχτη μου


ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Έσκαβα κι έσκαβα
στο κοιμητήριο της λησμονιάς,
δύο μέτρα γης, ένα μέτρο σιωπής

Ύστερα κοίταξα κατάματα τον λάκκο,
ισοζύγιο μαύρο
Έπιασα το σάβανο, το ξετύλιξα,
κεφάλαιο λευκό
και την έθαψα καταγής

Εκλήθη ένας σύμβουλος,
αμόλυντος απ’ το χώμα

Η αγάπη, μου είπε, η καλύτερη επένδυση
Σίγουρο αμοιβαίο, εγγυημένο από στοργή και νοιάξιμο
Μου άνοιξε το χαρτοφυλάκιο,
σελίδες χωρίς λάσπη
Του ’ριξα μια ματιά
Δεν ηχείς,
ούτε σαν κέρδος, ούτε σαν απώλεια

Κοιτάξτε το πάλι, μου είπε, σίγουρο κέρδος
Ρίσκο;
Κυμαινόμενο∙ σαν ανάσα που κόπηκε
Κόστος;
Πέραν του κεφαλαίου; Μηδαμινό∙ λίγη φθορά καρδιάς
Όφελος;
Μετοχές μία προς μία, σύνθετος τόκος ευτυχίας
Μέσα, εκείνη ακίνητη
Έξω, οι λέξεις του κινούνταν

Δεκτόν, του είπα
Στην εποχή μας
ό,τι δεν θάβεται
κοστολογείται χρυσό





Πανδώρα Τριανταφυλλοπούλου
ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ

Λείπεις και σήμερα από τους κήπους κι όλο μιλάς σιωπές που ξεκουράζουν τα ειπωμένα που μου χρωστάς, ν’ ανθίσω ύπαρξη που αντέχω κι όχι τη μια κουκίδα ανάμεσα σε τόσα αστέρια που μου όρισες ζωή, λες και δεν είναι χρέος να μου μάθεις πώς να συμπεριφέρομαι σε ανάγκες που ξεράθηκαν σε άκαρπο χωράφι τριανταφυλλιές ασώματες ό,τι απέμεινε, λίπασμα και νεράκι δίψασα να γεννηθώ ένα σου χάδι, γλυκό φιλί που χάιδεψε, σάρκα από τη σάρκα σου.


ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

«Οι άνθρωποι πεθαίνουν πριν πεθάνουν» λες —
Μαζεύουν για χρόνια σιωπές, ασάλευτες αναπνοές
Στρώνουν τραπέζια και γευματίζουν
Κάποιες φορές, βγάζουν τα σώματά τους βόλτα, όμορφα κυπαρίσσια που φυλλορροούν σε κατακαλόκαιρο
Σε άλλων τα όνειρα κοιμίζουν τα δικά τους
Τους είδα να σωπαίνουν και να λείπουν
Τους είδα κι εγώ, χωρίς να το ξέρουν πως λείπουν
Οι δροσιές τους έρχονται από μακριά και πάλι χάνονται σε μάτια τρεχούμενα ρυάκια
Τα χέρια τους απεκδύονται ζωή που δεν χάιδεψαν, κρυμμένα σε καλοφοδραρισμένες τσέπες,
την ώρα που τόσες ρίμες ταξιδεύουν στους αιθέρες να γίνουν ένα ποίημα





Ελένη Φωκιανού
ΚΡΟΝΟΣ

Και κάπως έτσι το όμικρον αναδιπλώνεται και μοιάζει με 8.
Και το 8 ξαπλώνει ανάσκελα,
και λιάζεται, κι εμείς τραμπαλιζόμαστε, τσουλάμε, ανεβαίνουμε, ματώνουμε, ξεφωνίζουμε.

Τα μαλλιά ανεμίζουν, τα πόδια τινάζονται.

Άλλοτε το τρένο της μεγάλης φυγής.
Κάποτε τρενάκι του τρόμου.

Μια πάνω μια κάτω,
και από τις τρύπιες μας τσέπες δραπετεύει ο χρυσός που τόσο νοιαστήκαμε.

«Στη νιοστή θα σ’ αγαπώ» μου φώναξες σ’ ένα γύρισμα του δρόμου.
Κι εγώ, «πιο πολύ» σου είπα, κι ύστερα χαθήκαμε.

Το όμικρον ξανάγινε 8.

Τώρα έμεινε έτσι όρθιο να μας κοιτάζει κατάματα.

Αυτό το S, το τελικό, θα ’ναι η μεγάλη μας ανάβαση.
Η μεγάλη μας στιγμή.


Ι (γιώτα)

Τώρα που η γη ξεράθηκε,
ποτάμια με αλμυρό νερό πλημμύρισαν τις λίμνες
που εσύ μου έφτιαξες τις όχθες.
Τον άσπρο μου λαιμό δεν σ’ τον χαρίζω.
Κι αν έρθουν μαζί σου τελικά,
τα παλικάρια τα όμορφα,
με φράουλα το αίμα
να ταΐσουν τ’ ανοιχτό του χρόνου στόμα,
εγώ, τον λευκό λαιμό μου, θυσία δεν σ’ τον δίνω.
Κι ας μη μου γελάσεις πια με το ακριβό σου γέλιο·
θα ζήσω αυτόν τον καημό.
Και μια φωτογραφία σου παλιά,
σταλιά,
δικό σου γλυκό νερό
στη ρυτίδα της χαράς μου.

⸙⸙⸙

[Οι ποιήτριες και ο ποιητής είναι σπουδαστές στο Εργαστήρι Ποίησης που συντονίζει ο Γιάννης Ευθυμιάδης.]

Κύλιση στην κορυφή