Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Μιχάλης Μακρόπουλος

Δύο ξένοι

Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο. Έκανα μερικά βήματα προς την πηγή. Ο Άραβας δε σάλεψε. […] Τότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν. Η θάλασσα ξέρασε μια πνοή βαριά και διάπυρη. Μου φάνηκε πως ο ουρανός άνοιγε διάπλατα για να ρίξει πύρινη βροχή. Ολόκληρο το είναι μου τεντώθηκε και το χέρι μου έσφιξε σπασμωδικά το περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάννης, κι εκεί, μέσα στον απότομο και συνάμα εκκωφαντικό κρότο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω μου τον ιδρώτα και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την εξαιρετική σιωπή μιας ακρογιαλιάς όπου είχα περάσει ευτυχισμένες στιγμές. Τότε, πυροβόλησα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα ακίνητο κορμί όπου οι σφαίρες βυθίζονταν χωρίς καμιά αντίδραση. Και ήταν σαν να ʼδινα τέσσερα κοφτά χτυπήματα πάνω στην πόρτα της δυστυχίας.

Αυτή είναι η σκηνή της δολοφονίας του Άραβα στον Ξένο του Καμύ, σαν να τη διαπράττει ο Μερσώ ερήμην του, ενόσω ο ίδιος είναι απλός παρατηρητής του εαυτού του και «κάτι» κινεί το δάχτυλό του στη σκανδάλη.

Στο δάχτυλο του Μερσώ επικάθεται βαρύ το κενό της ύπαρξης, όπως επικάθεται αβάσταχτο το άλγος της στα δάχτυλα της Φραγκογιαννούς όταν διαπράττει την πρώτη της βρεφοκτονία:

[…] άρχισε πράγματι να «ψηλώνει ο νους της». Είχε «παραλογίσει» επί τέλους. Επόμενον ήτο, διότι είχε εξαρθεί εις ανώτερα ζητήματα. Έκλινεν επί του λίκνου. Έχωσε τους δύο μακρούς, σκληρούς δακτύλους μέσα εις το στόμα του μικρού, διά να «το σκάση».

Ήξευρεν ότι δεν ήτο τόσον συνήθεια «να σκάζουν» τα πολύ μικρά παιδία. Αλλ’ είχε «παραλογίσει» πλέον. Δεν ενόει καλά τι έκαμνε, και δεν ωμολόγει εις εαυτήν τι ήθελε να κάμη.

Και παρέτεινε το σκάσιμον επί μακρόν· είτα εξάγουσα τους δακτύλους της από το μικρόν στόμα του οποίου είχε κοπή η αναπνοή, έδραξεν έξωθεν τον λαιμόν του βρέφους, και τον έσφιγξεν επ’ ολίγα δευτερόλεπτα.

Αυτό ήτο όλον.

Και των δυονών τα δάχτυλα είναι σαν μαριονέτες που νήματα τις κινούν. Είναι θαρρείς και κατά τη διάπραξη του φόνου αποσπάται ο εαυτός τους από το εγώ τους. Υπάρχει μια αποστασιοποίηση αυτού που πράττει από την πράξη του, που μοιάζει ως και ακατανόητη. Ανοίγεται ένα βάραθρο, όπου μέσα δεν έχει καμία θέση η βούληση, και θεατές του εαυτού τους, τον παρατηρούν να διαπράττει ό,τι οι ίδιοι ίσως ουδέποτε συνειδητά θα διέπρατταν: την έσχατη ύβρη, που είναι η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής. Οι υπόλοιποι φόνοι της γριάς είναι απλώς ο πρώτος ξανά και ξανά. Ο Μερσώ, η Φραγκογιαννού, είναι όσο βαθύτερα ξένοι μπορεί κάποιος να είναι.

Γι’ αυτούς, ξένος στ’ απορημένα τους μάτια είναι ο εαυτός τους ο ίδιος.

«Για να συντελεστούν όλα», λέει στο τέλος ο Μερσώ μες στο κελί του, «για να νιώσω λιγότερο μόνος, ένα μου μένει να ευχηθώ, να ’ρθουν πολλοί θεατές τη μέρα της εκτέλεσής μου και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους».

Και η «γραία Χαδούλα» στη Φόνισσα:

εύρε τον θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου, με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

Παραδομένος ο Μερσώ στα στερνά στο μίσος των ανθρώπων, μετέωρη η Χαδούλα, πεθαίνοντας, ανάμεσα στη θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη, λες και μεταρσιώνονται.

Είναι παράδοξοι, όπως αρμόζει σ’ έναν απόλυτα ξένο να είναι. Σώζονται διά της καταδίκης.

⸙⸙⸙

[Τα αποσπάσματα από τον Ξένο είναι από τη μετάφραση των Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν.]  

Κύλιση στην κορυφή