Ας γράψουμε πως δεν χάθηκες
Έκλαψα ορμητικά
νομίζω αντάξια
του βασιλιά Δαβίδ
κι από κοπάδια ξέρω
τι είναι να χάνεις τον αμνό
Αλλά να μη σε σκοτίζω μ’ αυτά
θα ’χεις ακούσει παρόμοια
❧
Στο Ταγκανρόγκ
Τώρα που η σκόνη γίνεται λάσπη
καλά που υπάρχει η θάλασσα
Στο ψάρεμα ξεχνάς
τα ουκ ολίγα βάσανα
– τώρα τα λένε τραύματα
κι αργότερα
που ανθίζουν οι ακακίες
ένας από μας θα πει
πώς άρπαξε ο χειμώνας τη στέγη
Κι αυτός ο ένας
τον καθένα νιώθει
❧
Εδώ που ζούμε
Σήμερα που μάζεψα το χαλί
τρεις φορές το τύλιξα
και το ξετύλιξα
Δεν λέγεται τι τράβηξα
γονατιστή
Και δεν είχα το άλογό μου
να κλάψω στο λαιμό του
από πολύ βαθιά
για πολύ μακριά
❧
Το hereafter
Από τη Βενετία ξεκίνησαν
οι εξοχικές κατοικίες
έγιναν μόδα
και επεκτάθηκαν
προς τα πάνω
και προς τα κάτω
Καταξοδεύτηκαν οι άνθρωποι
ανοίγοντας παράθυρα
αμέτρητα στα τοπία
– όπου επίσης νυχτώνει
❧
Η προβολή μου
Τον μισό μανδύα του χαρίζει
ο άγιος Μαρτίνος στον φτωχό
ενώ η Αικατερίνη της Σιένας
δίνει ό,τι βρει μπροστά της
Θέλω κι εγώ να χαρίσω κάτι
Διαλέγω με τις ώρες
και δεν το αποφασίζω
Λέω να τα κρατήσω
Ακόμα με χρειάζονται
❧
Θα ’ρθει και η σειρά σου
Τη νύχτα τα φώτα κρατάνε
αυτά τα πουλιά άυπνα
Χωρίς τη θέλησή τους
το κελάηδημα παρατείνεται
ώσπου απ’ τη νύστα φαλτσάρουν
γιατί η φωνή τους θέλει τη νύχτα
κι ανοίγουν το στόμα να μπει η νύχτα
πράγμα αδύνατο με τόσα φώτα
Και μένουν άϋπνα τα πουλιά
και φαλτσάρουν
– Καλά να πάθουν τέτοια πουλιά
τεμπέλικα αδιάφορα αγνώμονα
στην τιτάνια προσπάθεια
να γίνει η νύχτα μέρα

