Νικόλας Κουτσοδόντης

Είναι η κουήρ ποίηση μια πολιτική ποίηση;

Επιτρέψτε μου να αρχίσω με μια ιστορία. Σκέφτομαι ένα περιστατικό gay bashing που συνέβη τον Ιούλιο του 2025 στην Ανθούπολη[1]. Το ακολούθησε, μετά από καιρό, μια ανοιχτή συνέλευση γειτονιάς με κουήρ άτομα στο Περιστέρι, που έθεταν το ζήτημα του καθημερινού κινδύνου της σωματικής τους ακεραιότητας, ιδίως σε λαϊκές γειτονιές όπως αυτή, όπου κυριαρχεί μια macho κουλτούρα. Οι φωνές των περισσότερων νεαρών παιδιών στη συνέλευση, ιδίως των θηλυκοτήτων, σχεδόν δεν έβγαιναν, με εξαίρεση ένα αγόρι που μιλούσε δυνατότερα για την απουσία της αστυνομίας και του κράτους όταν κινδυνεύει. Ένα αγόρι οργισμένο.

Σκέφτομαι, λοιπόν, πόσο συνυφασμένη με το κουήρ είναι η οργή. Σύμφωνα με τη Βρετανίδα θεωρητικό Mary McIntosh «Το κουήρ συνιστά μια πρακτική αντίστασης, μια άρνηση των κατηγοριοποιήσεων, των παθολογικοποιήσεων και των ηθικών κανονισμών. Προσδιορίζεται λιγότερο από το τι υποστηρίζει και περισσότερο από το τι απορρίπτει. Το σύνθημά του δεν είναι “χάσου από μπροστά μου” (πόσο μάλλον “το να είσαι γκέι είναι καλό”), αλλά αντίθετα “στα μούτρα σου”»[2] .

Ένα οργισμένο «στα μούτρα σου», κι ένας ορισμός από τα χρόνια που θέριζε το AIDS, τις δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα δηλαδή, μια οργή που στρεφόταν ενάντια στο αστικό κράτος, τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις εκκλησίες, που αδιαφορούσαν για την εκατόμβη νεκρών ή επίχαιραν για τον μαζικό θάνατο όλων αυτών των «παρά φύσιν» ατόμων. Μια οργή στην τελική ίδιον της Θατσερικής εποχής.

Στη σύγχρονη Ελληνική κουήρ ποίηση πάλι, η οργισμένη και επιθετική της στάση είμαι της άποψης πως στρέφεται κυρίως ενάντια στους παραδοσιακούς ιδεολογικούς πυλώνες του συστήματος, την ηγεμονική κουλτούρα, δηλαδή το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια, προτείνοντας τις δικές της εναλλακτικές κουλτούρες και αφηγήματα.

Ας εξετάσουμε μερικές κουήρ εναντιώσεις:

1)  Θρησκεία

Από τις πιο χαρακτηριστικές εναντιώσεις της κουήρ ποίησης αφορά την θρησκεία, χωρίς να λείπει όμως και μια πιο σύγχρονη τάση επιστροφής στο ένθεο ή εκφάνσεις θρησκευτικότητας ανάμεσα στους κουήρ ποιητές.

Ο Αρτέμης Μαυρομμάτης, στη συγκεντρωτική του έκδοση Σόλve: Αποδόμηση (Ενύπνιο, 2023), χρησιμοποιεί ένα γνωστό κουήρ σύνθημα, του πολιτικού χώρου της αυτονομίας, ώστε να συμπληρώσει ιδεολογικά τους τίτλους κάθε μιας από τις τρεις επιμέρους συλλογές που είχε βγάλει από τις Εκδόσεις Θράκα (2016-2019) κι έτσι γίνεται:

– Χασέπ (Στο Διάολο η Θρησκεία)

– Η δολοφονία του Μαλτέζου και μια τίγρη (Στο Διάολο η Πατρίς)

– Εν πλω (Στο Διάολο η Οικογένεια, να ζήσουμε εμείς)

Είναι χαρακτηριστικό πως στο αναποδογυρισμένο Πεσάχ/Πάσχα, το Χασέπ (Στο διάολο η θρησκεία) δηλαδή, χρησιμοποιεί την τελετουργική γλώσσα της εκκλησίας ώστε να την λοιδορήσει, να πετάξει «στα μούτρα σου» το καρναβαλικό στοιχείο των θρησκευτικών τελετών, παίρνοντας μέσα στα ποιήματα ως και κανιβαλικό/γκροτέσκο χαρακτήρα, και όλα αυτά με αφορμή την τελετουργία της «καθιστής» περιφοράς του παλαιοημερολογίτη μητροπολίτη Φθιώτιδας και Θαυμακού, Καλλινίκου, τον Μάρτιο του 2017 στη Λαμία[3]:

«Κάποιος τηγάνισε συκωτάκια
σε λάδι από ευχέλαιο»[4]

Ο Ευά Παπαδάκης στην ποιητική του συλλογή Μερακλίνα Κουκιμπιμπέρισα Ομπλαντί, με μια τολμηρή ανατρεπτική γλώσσα που τα βάζει πάντα και παντού με ό,τι συνιστά φορέα καταπίεσης, άρα και τη θρησκεία, επιλέγει κι αυτός, σαν τον Μαυρομμάτη, αλλά δίχως τη χλεύη της βιβλικής γλώσσας του πρώτου, το ρίσκο που αγγίζει το βλάσφημο:

«den τολμάς|
τολμάς να πεις ότι|
πες ότι δεν|
υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον|
κλαίγοντας η θεία Λούλα|
στη δεξιά πτέρυγα| στην εκκλησία
ο χριστούλης φαντάρος|στα τέσσερα|
έλα| χύσε χύνω| έλα
να χύσουμε μαζί|»[5]

Ο Μάριος Χατζηπροκοπίου, με τη σειρά του, στους Τοπικούς Τροπικούς γιορτάζει τον έρωτα, ακόμα και βάζοντας τον Αη Γιώργη να «ξηλώνει την αρματωσιά, [να] ντύνεται στα μετάξια / [να] βάφει τα χείλη βυσσινιά, τα δυο βυζιά [να] φουσκώνει»[6], ώστε να γίνει νυφούλα του ήρωα Κωνσταντίνου, παίζοντας όμοια με τον Παπαδάκη με το στοιχείο του βλάσφημου, αυτή τη φορά κουηροποιώντας τις παραδοσιακές παραλογές.

Συνδεδεμένος με τη θρησκεία είναι ο κίνδυνος κατά της ζωής των κουήρ ατόμων στη Βασιλεία Οικονόμου, όπου οι δύο της γυναίκες βρίσκονται κρεμασμένες στο στόμα του θηρίου, «εκείνων με τα όπλα τα πιο ακονισμένα/ που βρίζοντάς μας με βιβλική ευφράδεια/ ετοιμάζονταν/ να μας κάνουν παράδειγμα»[7].

Στην περίπτωση του γράφοντος, στην πρώτη του συλλογή Χαλκομανία, μέμφεται γενικά το φαινόμενο της θρησκείας και επιλέγει τον αντικληρικαλισμό: «Κι ο Αθηνών και πάσης Ελλάδος/ τρέχει με πρόβατα στον ύπνο των φαντάρων»[8].

Ο Άγγελος Μπέρτος, τέλος, στα Καρπάθιά του, λέει:

«Κατεψυγμένη ηθική να αγγίξεις το άγιο φως
Άγιοι αγίων μπάσταρδων
Αφελείς όσες εικόνες κλαίνε

Μαυριδερή παρέλαση επιταφιακή
Κεριά καύτρες
Παπαδοπαίδια ξυπνούν διψώντας για σπέρμα
Ιερές μπατονέτες για το ευχέλαιο»[9]

  1. Έθνος/ πατρίδα

Πολύ ξεχωριστή θέση στις κουήρ εναντιώσεις έχει αυτή απέναντι στο Έθνος. Ο Μάριος Χατζηπροκοπίου βάλλει ενάντια στην ευπρέπεια και την ηθική καθαρότητα του Έθνους, στην άμωμη ιδέα του Έθνους, διαμέσου του πολιτιστικού μας κεφαλαίου και, πιο ειδικά, του δημοτικού μας τραγουδιού. Στους Τοπικούς Τροπικούς του εφευρίσκει έναν φανταστικό γιο στον «πατέρα» της Ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη, που ως αμαρτωλός γιος κάνει πλιάτσικο στο σπίτι του μπαμπά και διασώζει 6 παραλογές με ομοερωτικό περιεχόμενο. Οι παραλογές αυτές διαφορετικά θα είχαν «αποκαθαρεί» προς το ηθικότερο ή θα όδευαν προς την αφάνεια, και τις καθιστά απάτριδες, περιουσία πολιτιστική άλλων από τη δική μας πατρίδων.

Η Νόα Τίνσελ στο Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα κουήρ οργής και επιθετικότητας. Μέσα στην ποίησή της βρίσκουν θέση και εκφράζονται πολλαπλές απορρίψεις, και κουήρ αποτυχίες, στοιχεία σημαίνοντα στην κουήρ τέχνη εν γένει, τα οποία συναντάμε εκτενώς και στην ποιητική του Σπύρου Χαιρέτη.

«Δεν ήθελε γκαβή σημαιοφόρο»
και
«Όταν πέρασαν κι οι γιοι του
Αρχίσαμε να του πετάμε χώμα
Ως να θαφτεί
μέσα μας Κι απ’ έξω
ο δάσκαλος

αυτό το καθίκι»[10]

  1. Η οικογένεια

Η οικογένεια είναι μάλλον η κομβικότερη εναντίωση, που εκφράζεται με έντονες συγκρούσεις και αντιφάσεις, μέσα στην ελληνική κουήρ ποίηση. Θέματα διαχείρισης εμπειριών και ενηλικίωσης στο πλαίσιο της αγίας ελληνικής οικογένειας απαντάμε στα ποιητικά έργα των Άγγελου Μπέρτου, Νόα Τίνσελ, Σπύρου Χαιρέτη, Νικόλα Κουτσοδόντη, Βασιλείας Οικονόμου, Παναγιώτη Σ. Αντωνιάδη κ.τ.λ.

Χαρακτηριστικά, η οικογένεια επιβάλλει το καθεστώς της «ντουλάπας», στην οποία οφείλει να είναι «κλεισμένο» το παιδί, δηλαδή να αποκρύπτει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου του. Ο Σπύρος Χαιρέτης περιγράφει ακριβώς αυτή τη «ντουλάπα» ως: «γιγάντισσα και μου επετίθετο/ ενώ έκανε παρέα κολλητή με τους δικούς μου»[11].

Άλλοτε, η βία που υφίσταται το παιδί είναι σκληρότερη, με τραγικότερα αποτελέσματα. Στο ποίημά του «Παραθερισμός», ο George Le Nonce λέει: «συνήθως αποσοβείται το σκάνδαλο (…) καμιά φορά όχι μια μάνα κλαίει, ένας πατέρας/ ουρλιάζει, μια βδομάδα μετά ένα αγόρι/ που αγαπάς πολύ πηδάει από τον έκτο όροφο»[12].

Η Χριστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή στο Μαζιμόνες είναι σαφής: «Κι όσο για την Ακρόπολη /απ’ όπου και να την κοιτάζω /μοιάζει με μισογκρεμισμένη οικογένεια /που προσπαθούμε να ξεχάσουμε»[13].

Ο Παναγιώτης Σ. Αντωνιάδης στον έμελο, απεικονίζει τη πολύ γνώριμη συνθήκη της συναισθηματικής εξάρτησης του παιδιού από τους γονείς, του φόβου για την απώλειά τους, εντός μιας ποιητικής, ωστόσο, η οποία βλέπει κριτικά και επιτρέπει να επανανθρωποποιείται ερωτικά και ως προς τη φθαρτότητά του το σώμα του γονέα. Η κριτική-ψυχολογική αυτή απόσταση, μαζί με την αντιφατική της παλινδρόμηση συναισθηματικά, δείχνει την εγκλωβιστική κατάσταση που υπάρχει, την ενηλικίωση των κουήρ ατόμων, δηλαδή, που ταυτόχρονα αναιρείται, με τα κουήρ άτομα να επιστρέφουν στην παιδικότητά τους ως και να χάνουν τελικά την εαυτότητά τους (την αυθυπαρξία τους ως ενήλικοι άνθρωποι):

«όταν πεθάνεις με ρωτάνε πώς θα είναι το μετά
μετά, θα είμαι ελεύθερος, και γω απαντώ,
να είμαι κανένας»[14]

Τα κουήρ ποιήματα που αναφέρονται στην οικογένεια αναπόφευκτα έχουν πιο βιωματικό/αυτοαναφορικό χαρακτήρα και συχνά προβαίνουν σε αυτο-ανάλυση της ψυχικής δομής των αφηγητών, ως τελικά και σε άμεσες αναφορές σε συνεδρίες με ψυχολόγους (Χαιρέτης). Ένα συχνό μοτίβο είναι και τα οικογενειακά τραπέζια τις χρονιάρες μέρες, όπου αναπτύσσονται πολλές δυναμικές και εκφράζεται ομοτρανσφοβία (Αντώνης Γουλιανός στην Ανθολογία Ελληνικής Κουήρ Ποίησης) ή κουήρ αποτυχία (Νικόλας Κουτσοδόντης στο Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι).

Το σύγχρονο διακύβευμα του κουήρ: Το ταξικό αίτημα

Συζητήσαμε ως εδώ την οργή ως κυρίαρχο συναίσθημα που παίρνει τη μορφή εναντιώσεων σε θεσμούς και δομές, τα οποία συναρμόζουν τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, όπου πλειοψηφούν οι ετεροφυλόφιλοι πολίτες και ηγεμονεύουν οι αξίες και οι ανάγκες τους, κατά κανόνα (κατα)πιεστικές ως προς τα ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα. Ποιο θα μπορούσε όμως να αποτελεί ένα ουσιώδες σύγχρονο αίτημα και διακύβευμα της ελληνικής κουήρ ποίησης εν γένει;

Στις σύγχρονες θεωρίες φύλου και στο queer theory, προτείνεται η «υποκειμενοποίηση του φύλου, της τάξης, της φυλής, ώστε να προκύπτουν πολυδιάστατα και ρηγματώδη υποκείμενα»[15]. Με τον τρόπο αυτό, η αστική κοινωνιολογία εξωραΐζει το άτομο και το απολυτοποιεί στην έννοιά του, στη σχέση του ως προς την κοινωνία και ως προς τον εαυτό του, σπάζοντας τη διαλεκτική του σχέση με την κοινωνία, απομονώνοντάς το και θέτοντάς το απέναντι σε κάθε τι που λογίζεται ως «άλλο», ως διαφορετική ύπαρξη και, κυρίως, απέναντι σε κάθε ενότητα, σε κάθε τι μαζικότερο, περισσότερο δε, απέναντι στην τάξη.

Αποκρύπτοντας την ταξική διαίρεση που θεμελιώνει την καπιταλιστική κοινωνία, δηλαδή τη διαρκή και ακατάπαυστη πάλη των τάξεων, τη σύγκρουση συμφερόντων της μειοψηφίας που κατέχει τα μέσα παραγωγής με την πλειοψηφία που κατέχει μονάχα την εργατική της δύναμη, μεγάλο μέρος της κουήρ αστικής θεωρητικής παραγωγής, με καθαρό ιδεαλιστικό φιλοσοφικό προσανατολισμό, διαστρεβλώνει την έννοια της ρήξης, εννοώντας ως ριζοσπαστική τη διαλυτική τάση που αποδίδεται, πράξει και θέσει, στο σύγχρονο άτομο και δη, το καταπιεσμένο, εξαιτίας της ετεροκανονικότητας, κουήρ άτομο.

Για να αποτραπεί πιο αποτελεσματικά κάθε πιθανή διαφυγή από το κυρίαρχο αφήγημα του απομονωμένου, φετιχοποιημένου ατόμου, προς μια ταξικότερη οπτική του ζητήματος της καταπίεσης, στην κατεύθυνση δηλαδή της γεφύρωσης της καταπίεσης με την εκμετάλλευση, χρειάστηκε το ταξικό ζήτημα να νοηθεί απλώς ως μια από τις καταπιέσεις, να γίνει τελικά ένα ζήτημα ταυτοτικό, κρίκος μιας αλυσίδας ελλείψεων δικαιωμάτων, που δεν αμφισβητεί ποτέ και ουσιαστικά την καθεστηκυία τάξη και την εξουσία της.

Ο Μαρλένο στο περιοδικό Τεφλόν γράφει:

«τη μικρή μητέρα μου που την φάγανε οι χλωρίνες
α, για να βρω τη μαμά μου την υπηρέτρια

η υπηρέτρια ήρθε να πάρει τον Μαριλένο απ’ το σχολείο»[16]

Στο ποίημα αυτό, η ταξική εκμετάλλευση δεν ορίζεται σαν τέτοια, αλλά προτάσσεται η εύλογη ανάγκη του σεβασμού της μάνας, ως προς την ταυτότητα «υπηρέτρια», και αναγνωρίζεται ένα περιβάλλον που καθιστά το άτομο «μαμά» και «υπηρέτρια» αόρατο, ανύπαρκτο και χωρίς να απολαμβάνει τον στοιχειώδη σεβασμό για τη σκληρή δουλειά που κάνει. Εν τέλει, παύεται ακριβώς η «ιερή» ατομικότητά του από το ίδιο το ταπεινό μέσο της εργασίας του, τις χλωρίνες. Εδώ διαφαίνεται η καθοριστική επίδραση του αμερικανο-βιετναμέζου ποιητή Ocean Vuong στην ελληνική κουήρ ποίηση, ο οποίος, ομοίως, γράφει απολίτικα για την εργαζόμενη μητέρα του, της οποίας η ταπεινότητα εκλαμβάνεται ως discourse, δηλαδή ως γλωσσικό ζήτημα, ως μια τελικά νοητική κατασκευή, αποκομμένη από την απτή υλική συνθήκη των ταξικών συγκρούσεων και διαφορών που δεν βρίσκουν ποτέ θέση στην κουήρ ποιητική του[17]. Με το σχήμα αυτό που αναλύουμε —της ταπεινότητας και της έλλειψης σεβασμού— ο αναγνώστης ωθείται σε οργή, αλλά ταυτόχρονα βραχυκυκλώνεται κάθε αναγωγή της συνθήκης στο θεμελιώδες αίτιο της αδικίας, δηλαδή στην ταξική εκμετάλλευση και στην ύπαρξη αντίπαλων συμφερόντων.

Αντίστοιχα, στα ποιήματα της Νόα Τίνσελ εγγράφεται η τάξη ως παράμετρος: οι ταξικές διαφορές διαφαίνονται τόσο στις ερωτικές σχέσεις όσο και στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και στην εκπαίδευση. Ωστόσο, πρόκειται για μια πλούσια και καλοδουλεμένη ποίηση που περιορίζεται στη διαπίστωση και δεν επιτρέπει ποτέ στον εαυτό της να αναδείξει την εργατική τάξη ως φορέα του ιστορικού ρόλου της ανατροπής της κοινωνίας της εκμετάλλευσης.

«Όπως σε ρωτούσαν οι συμφοιτητές στη δημιουργική γραφή
Αν απέδωσαν σωστά τη φτώχεια
Ή όταν περνούσες
Ιδρωμένη από τη δουλειά
Μέσα στα αρωματισμένα σώματά τους
Που δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί σου
Και σπρώχνονταν
Και η καθηγήτρια σε επαινούσε που υπήρχες»[18]

Αυτή η αφόρητη αίσθηση του σύγχρονου εργαζόμενου, που αφήνεται στην ατομική του μοίρα και στην επιβίωση μέσα στην εργασιακή ζούγκλα του σήμερα, υπάρχει και στα ποιήματα της Χριστίνας Καλλιρρόης Γαρμπή:

«Σκέφτεσαι ότι είσαι εντάξει /Πιο πολύ όμως νιώθεις φρούτο /που σαπίζει /κάτω κάτω /στο καφάσι»[19].

Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Ντένις Άλτμαν, το ομοφυλόφιλο κίνημα στόχευε στον μετασχηματισμό αξιών και συνείδησης, σε μια πιο ψυχολογικής φύσεως σημασία της πολιτικής και διεύρυνση του πεδίου της[20]. Η θέση αυτή καθιστά το κίνημα ουσιαστικά πολιτιστικό, καθώς μιλάμε για διαταξική κατηγορία πολιτών. Αναφέρει, ακόμα, ότι «η απαίτηση για κοινωνικό επανακαθορισμό και νέες ταυτότητες διευρύνει την ηγεμονία της διευθύνουσας ελίτ, αφήνοντας σχετικά ανέπαφη την πολιτική και οικονομική εξουσία[21]. Όπου ηγεμονία, φυσικά, η κυρίαρχη κουλτούρα της ηγεμονικής τάξης, αλλιώς η θρησκεία, το έθνος και η ετεροκανονική οικογένεια.

Το ομοφυλόφιλο κίνημα στις ΗΠΑ, μετά την εξέγερση του Στόουνγουολ (1969), παρά τη ριζοσπαστική και διαθεματική του ατζέντα —που αναγνώριζε τη συνδυαστική λειτουργία διαφορετικών μορφών ανισότητας (φυλή, φύλο, σεξουαλικότητα, τάξη)— απέφευγε, όπως ο διάολος το λιβάνι, να τις συνδέσει με ένα προϋπάρχον κέντρο, δηλαδή με την τάξη. Η πορεία αυτή, υπό το μονοδιάστατο κουήρ, όπως το περιγράφει ο Φέργκιουσον στο ομώνυμο βιβλίο του, πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τους αγώνες για τον αντιιμπεριαλισμό, τον αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό και τον αντιρατσισμό — αγώνες στους οποίους είχε σταθεί στο πλευρό τους το πρώιμο ομοφυλόφιλο κίνημα στις ΗΠΑ — στοχεύοντας τελικά στην ανάδειξη μιας λευκής γκέι ευυποληψίας. Στην πορεία κανονικοποίησης και ενσωμάτωσης της κουήρ ταυτότητας, αναπτύχθηκε ένας τέτοιος πολιτικός «ευπρεπισμός», ώστε να καταστεί συμβατή με τις απαιτήσεις του αστικού κράτους και του κεφαλαίου[22]. Όπως έλεγε ο Αμερικανός γκέι ακτιβιστής Λίο Λούις Μαρτέλο, «η αγάπη του χρήματος είναι η ρίζα κάθε καλού»[23] και, μαζί με αυτόν, πολλοί —κυρίως ομοφυλόφιλοι άντρες— πείστηκαν ότι η ελεύθερη αγορά είναι εκείνη που απελευθερώνει τους γκέι.

Η κουήρ ποίηση που γράφουμε σήμερα είναι η λογοτεχνία μας και περιέχει στιγμές μας, πράγματα που αναγνωρίζουμε και μας αφορούν πάντα. Στην πάλη μας έχουμε υιοθετήσει την φεμινιστική αρχή ότι το προσωπικό είναι πολιτικό, ωστόσο περνάμε σε μια τρομερή εσωτερίκευση και έναν εγκλωβισμό στο ατομικό, χωρίς να γεφυρώνεται στο συλλογικό ή ταξικό, χωρίς να πριμοδοτεί το κοινοτικό.

Λέει ο Εδουάρδος Β’ του Κρίστοφερ Μάρλοου στον Γκάβεστον: «Μην ακονίζεις λέξεις για να μου κομματιάσεις την καρδιά. Εσένα σ’ εξορίζουν από τη χώρα∙ εμένα από τον εαυτό μου»[24].

Υπάρχει επιτακτική ανάγκη η ατομική οργή —για τα άρρωστα περιβάλλοντα στα οποία μεγαλώσαμε, για την αυτοαπόρριψη που μας προκαλούν, για την απειλή της σωματικής μας ακεραιότητας— να βρει και να συναντήσει το πιο ώριμο συναίσθημα του ταξικού μίσους. Υπάρχει ανάγκη να πλησιάσουμε άλλους ανθρώπους σαν ολοκληρωμένα άτομα, χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας, και ο Μάρλοου μας το δείχνει από την εποχή της Αναγέννησης το τι τεμαχισμός είναι να αρνείσαι αυτόν που αγαπάς.

Η οργή, κατά κύριο λόγο, είναι ένα τυφλό συναίσθημα και πολιτικά μάλλον φέρνει περιορισμένα αποτελέσματα. Αλλά τι θαυμάσια η εκρηκτική της φύση όμως, τι αναζωογονητική η καταστροφική της προοπτική όπως πραγματώνεται στην ποίηση, και αξίζει να δούμε εδώ στίχους από το ποίημα «Shemarshforash» του Αρτέμη Μαυρομμάτη και την οπτική ενός ανάπηρου ατόμου σε μια εντελώς αφιλόξενη και εχθρική για τα ανάπηρα άτομα χώρα:

«Έχω παραγγείλει μια ίλη τεθωρακισμένων απ’ τον Αυλώνα.
Θέλω να ισοπεδώσω την Ελλάδα.
Να την κάνω προσβάσιμη»[25].

Σήμερα υπάρχει η συνηθισμένη τάση ο λόγος να επιμερίζει την εξουσία με άπειρα «ναι μεν αλλά» και να κατασκευάζει κλίμακες προνομίου. Με την κομμουνιστική αριστερά να κληρονομεί δύο αιώνες ομοφοβίας και τρανσφοβίας, τα κουήρ άτομα τείνουν να βλέπουν το ταξικό κίνημα ως ανδροκρατικό, σεξιστικό, ομοφοβικό και τρανσφοβικό. Συχνά, έτσι, η ποίησή τους δεν εκφράζει την ανάγκη να συμμετάσχουν στους αγώνες, να τους δουν με ταξικό πρόσημο και να αναζητήσουν σύμμαχο στον αδικημένο, καταπιεσμένο και εκμεταλλευόμενο εργαζόμενο, αντί για το «συμπεριληπτικό» αφεντικό τους.

Υπάρχει ανάγκη να επανανοηματοδοτήσουμε την έννοια της κοινότητας. Ο άνθρωπος είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, όπως μας λέει ο Μαρξ. Κατά τον Βρετανό μαρξιστή Τζον Λιούις, στη φύση του ανθρώπου βρίσκεται η κοινοτική ζωή: να συνεργάζεται, να ενώνεται, να δουλεύει και να ζει συντροφικά. Μόνο όταν κάνει όλα αυτά είναι πραγματικά άνθρωπος[26].

Υπάρχει ανάγκη να επανανοηματοδοτήσουμε τις ερωτικές σχέσεις ως πολιτικές σχέσεις. Έλεγε ο Γερμανός γκέι πεζογράφος Ronald M. Schernikau: «Αν ήθελα να είμαι καλός με όσους δεν κοιμάμαι, θα είχα πολλά να κάνω. Για αυτό είμαι καλός με όσους κοιμάμαι. Αυτό είναι πολιτική»[27].

Και σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ίσχυε και συνεχίζει να ισχύει η πολιτική του ελάχιστου: να πιάνεις το χέρι του συντρόφου σου στον δρόμο —μια πράξη που είναι ήδη μεταμορφωτική για την κοινωνία— αλλά και να επιτρέπεις τη μαγεία μέσα στην ποίηση, αυτή που προκύπτει όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται και σμίγουν.

Γράφει η Χριστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή: «Αντί να κλείνουμε τις σχέσεις /θα κλείνουμε τις λύπες»[28].

Και η Μαλαματή Μαρία Πετρίδου: «Μπορεί να υπάρχει /ένας τρόπος να απλώσω το χαλί μου στη μέση ενός ωκεανού»[29].

Και αυτό ακριβώς το άπλωμα χαλιού, το όνειρο και ο έρωτας, η νέα οικογενειακότητα, η καταφυγή στο μαλακό, το σπίτι ως φωλιά και πηγή επούλωσης από τη φθορά του έξω κόσμου, είναι ο χώρος που διανοίγεται εντός της ποίησης για κάτι πιο ζεστά ανθρώπινο και ωραίο.

Υπάρχει ανάγκη, και ποιητικά, να διαφύγουμε του τραύματός μας και να αναζητήσουμε την επούλωση στο κοινοτικό, στη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη, να πάμε παρακάτω. Στο βιβλίο του Aidan Chambers Dance on my grave, ο γκέι έφηβος ήρωας παραδέχεται: «Αλλά δεν είμαι πια αυτό που ήμουν, γιατί τώρα είμαι κάποιος που προσπαθεί να μην τον επηρεάζουν πλέον όσα τον διαμόρφωσαν. Το μόνο που έχει σημασία είναι να καταφέρουμε, με κάποιον τρόπο, όλοι μας να ξεφύγουμε από το παρελθόν μας.»[30]

Σήμερα, η κουήρ ποίηση έχει τη δυνατότητα να αγκαλιάσει τις φωνές κάθε πλάσματος που λειτουργεί εκτός της επιβεβλημένης ομαλότητας. Το πραγματικά ριζοσπαστικό είναι το «φυσιολογικό» — μια διεύρυνση της έννοιας της «φυσιολογικότητας». Ό,τι πρωτύτερα αποκλειόταν ως περίεργο, εδώ μπορεί να βρει χώρο: το περίεργο που ποτέ δεν ήταν επιθετικό ή βλαπτικό για άλλους, απλώς παρέμενε παράταιρο μέσα στον κόσμο, ως να μην ανήκε και να έμενε ακατανόητο.

Μια βασική πολιτική και ποιητική στρατηγική είναι η διάνοιξη χώρου: να προσφέρουμε λοξές, πολυπρισματικές ματιές από αντίθετες οπτικές γωνίες, όπως στην ταινία του Κουροσάουα, το Ρασομόν. Επιβιώσαμε. Τώρα χρειάζεται να βρούμε τη θέση μας σε έναν κόσμο όχι με υπεραναπλήρωση, αλλά ριζοσπαστικά, ανατρέποντάς τον και συναντώντας το πραγματικό υποκείμενο της ανατροπής: την εργατική τάξη. Πρέπει να αναγνωρίσουμε την αξία της μοναδικότητας —όχι στο ξεχώρισμά της, αλλά στο λάμπρισμά της ως μέρος του συνόλου— όπου εκεί ακριβώς μπορεί να αναδειχθεί και να αναπτύξει πλήρως τα φτερά της. Δεν φοβόμαστε το μοναδικό ή το ατομικό· πιστεύουμε ότι το άτομο πνίγεται στον κόσμο της εκμετάλλευσης.

Το ταξικό στοιχείο λείπει από τη σύγχρονη κουήρ ποίηση. Μέχρι σήμερα εμφανίζεται συνήθως ως εμπειρική καταγραφή, άλλοτε ως ταυτοτικό ζήτημα και απολίτικο, αλλά συχνά απουσιάζει εντελώς. Η οργή κυριαρχεί, μα συχνά χάνεται σε άλλα, πιο ανώδυνα μονοπάτια —της ενσωμάτωσης και του ευπρεπισμού. Ωστόσο, κάποιες φορές η κουήρ ποίηση συναντά τον σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, κι ας μου επιτραπεί να αναφέρω στίχους από το ποίημά μου «Ο Στρατάρχης Αχρομέγιεφ για τους τυμβωρύχους»:

«Την τέως κοσμογονία την πίστεψα και την πιστεύω
Την πίστεψε μαζί και το σχοινί μου»[31]

Και στον Άγγελο Μπέρτο:

«Εγώ κάνω ταξίδια μόνο για έρωτες΄
Και για κομμουνιστικές εκδηλώσεις»[32].

Κλείνοντας, θα ήθελα να τιμήσω ένα παλικάρι που, δυστυχώς, έκανε το απονενοημένο και έδωσε τέλος στη ζωή του το 2020. Ίσως να μη θεωρείται καν ποιητής, επειδή ήταν ράπερ, αλλά τόλμησε να είναι τόσο ομοφυλόφιλος όσο και κομμουνιστής, σε έναν μουσικό χώρο όπου ο σεξουαλικός του προσδιορισμός δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Ολοκληρώνουμε, λοιπόν, αυτό το κείμενο με στίχους από το ποίημα «Το αγόρι και ο δράκος» του Αντώνη Μανουσάκη (Το Βδέλυγμα):

Ήταν κάποτε ένας πρίγκιπας.
Ξανθός, γαλανομάτης, νεαρός.
Ο βασιλιάς πατέρας του
τον είχε παγιδεύσει σε ένα πύργο
επειδή γούσταρε το καταστατικό του ΚΚΕ
και τις πούτσες.[33]

[1] «Ομοφοβική επίθεση στην Ανθούπολη: Ξυλοκόπησαν 24χρονο, τον έβριζαν χυδαία και τραβούσαν βίντεο», Lifo, 12.7.2025.

[2] Mary McIntosh, «Queer theory and the war of the sexes», στο Αctivating theory, lesbian gay and bisexual politics, Edited by Joseph Bristow and Angela R. Wilson, Lawrence & Wishart, London 1993, σ. 31.

[3] Για περισσότερα: Ελένη Τσαντίλη, «Χασέπ: Ο σαρκοβόρος κόσμος του Αρτέμη Μαυρομμάτη», oanagnostis, 8.5.2019.

[4] Αρτέμης Μαυρομμάτης, Χασέπ, εκδ. Θράκα 2017, σελ. 19.

[5] Ευά Παπαδάκης, Μερακλίνα Κουκιμπιμπέρισα Ομπλαντί, εκδ. Στιγμός 2021, σελ. 31.

[6] Μάριος Χατζηπροκοπίου, Τοπικοί Τροπικοί, εκδ. Αντίποδες 2019, σελ. 50.

[7] Βασιλεία Οικονόμου, Όταν πάψει η βροχή θα είμαστε ξένες, εκδ. Ενύπνιο 2025, σελ. 13.

[8] Νικόλας Κουτσοδόντης, Χαλκομανία, εκδ. Εντύποις 2017, Θράκα 2024, σελ. 28.

[9] Άγγελος Μπέρτος, Καρπάθια, εκδ. Θίνες 2025, σελ. 38.

[10] Νόα Τίνσελ, Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα, εκδ. Θράκα 2023, σελ. 21.

[11] Σπύρος Χαιρέτης, Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα, εκδ. Θράκα, σελ. 15.

[12] George Le Nonce, Μαντείο, εκδ. Άγρα 2024, σελ. 79.

[13] Χριστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή, Μαζιμόνες, εκδ. Θράκα 2024, σελ. 68.

[14] Παναγιώτης Σ. Αντωνιάδης, έμελος, εκδ. Θράκα 2025, σελ. 22.

[15] Αλεξάνδρα Χαλκιά, «Προλεγόμενα στην ελληνική έκδοση», στο Roderick A. Ferguson, Το μονοδιάστατο κουίρ, μτφρ. Βάσια Λέκκα, εκδ. ΕΑΠ 2021, σελ. 9.

[16] Μαρλένο, «Βαλμπόνα», παρατίθεται στο τεύχος 27 (Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2022) του περ. Τεφλόν.

[17] Ocean Vuong, Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου, μτφ. Δημήτρης Μαύρος, εκδ. Gutenberg 2021, σελ. 69.

[18] Νόα Τίνσελ, Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα, ό.π., σελ. 27.

[19] Χριστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή, Μαζιμόνες, ό.π., σελ. 44.

[20] Dennis Altman, Ομοφυλοφιλία, καταπίεση και απελευθέρωση, μτφ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, εκδ. Ουτοπία 1980, σελ. 139.

[21] ibid, σελ. 157.

[22] Roderick A. Ferguson, Το μονοδιάστατο κουίρ, ό.π., σελ. 33.

[23] ibid. σελ. 83.

[24] Christopher Marlowe, Εδουάρδος Β’ και Η σφαγή των Παρισίων, μτφ. Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Άγρα 1995, σελ. 105.

[25] Αρτέμης Μαυρομμάτης, «Shemarshforash», στην Ανθολογία Ελληνικής Κουήρ Ποίησης, εκδ. Θράκα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας 2023, σελ. 65.

[26] John Lewis, Ο Μαρξισμός του Μαρξ, μτφ. Τζένη Μαστοράκη, εκδ. Μπουκουμάνης 1975, σελ. 165.

[27] Ben Miller και Nicholas Courtman, «I Embrace You All: Ronald M. Schernikau and the Queer Left», www.lareviewofbooks.org/

[28] Χριστίνα Καλλιρρόη Γαρμπή, Μαζιμόνες, ό.π., σελ. 33.

[29] Μαλαματή Μαρία Πετρίδου, Το στομάχι περιθάλπει ένα τοπίο, εκδ. Θράκα 2025, σελ. 15.

[30] Aidan Chambers, Dance on my grave, Pan Books, 1986, σ. 252.

[31] Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, ό.π., σελ. 48.

[32] Άγγελος Μπέρτος, Καρπάθια, ό.π., σελ. 32.

[33] Βλ. εδώ.

Κύλιση στην κορυφή