Ήρα-Παρασκευή Παπαποστόλου

Εκπαίδευση, κριτική, μουσεία, AI και πολιτιστική κληρονομιά στην Ελλάδα σήμερα

Θα ήθελα να μιλήσω για την τέχνη στην Ελλάδα σήμερα στηριζόμενη αποκλειστικά στην εμπειρία μου ως κριτικός και ιστορικός τέχνης και ανεξάρτητη επιμελήτρια, χωρίς περιττές θεωρίες. Και θα αρχίσω από την εκπαίδευση.

Όταν πήγαινα στην Ελληνογαλλική σχολή, στο Γυμνάσιο, στο γαλλικό τμήμα διδασκόταν ιστορία της τέχνης, ενώ στο ελληνικό τμήμα όχι. Στα 17 μου χρόνια, όταν αποφάσισα ότι θέλω να σπουδάσω ιστορία της τέχνης, δεν υπήρχε ελληνικό πανεπιστήμιο που να τη διδάσκει, οπότε αναγκάστηκα να φύγω στο Παρίσι. Είναι 2026 και ακόμα η ιστορία της τέχνης δεν διδάσκεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Όσον αφορά στο μάθημα των καλλιτεχνικών, θεωρείται από γονείς και παιδιά η ώρα του παιδιού αντί να αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που θα έπρεπε. Συνεπώς, πώς να υπάρξουν ενδιαφέρον και γνώσεις για την τέχνη στη χώρα μας; Όσον αφορά στα Πανεπιστήμια, πώς μπορεί να συγκριθεί το τμήμα Θεωρίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ, η οποία βρίσκεται υπό διάλυση, με τη Σορβόννη ή με άλλα πανεπιστήμια του εξωτερικού που εξειδικεύονται στην Ιστορία της Τέχνης, στη Φιλοσοφία-Αισθητική ή στην Πολιτιστική Διαχείριση;

Θα συνεχίσω με την κριτική της τέχνης στην Ελλάδα η οποία είναι ανύπαρκτη. Επειδή είμαι μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης (AICA International), στο ελληνικό τμήμα της στην Αθήνα έχει πέσει πολλές φορές αυτό το θέμα στο τραπέζι. Κριτικοί τέχνης θέλουν να ασκήσουν το επάγγελμά τους και κανένα έντυπο ή site δεν τους πληρώνει για να το κάνουν. 

Προσωπικά, όταν επιχείρησα να το κάνω αφιλοκερδώς, δέχτηκα επίθεση και από τους ίδιους τους καλλιτέχνες και από ορισμένες γκαλερί. Κανένας δεν θέλει να ακούσει τα κακώς κείμενα. Η ερώτηση, μάλιστα, που δέχτηκα από καλλιτέχνη ήταν η εξής: «Και τι είσαι εσύ; Θερμόμετρο ποιότητας;» Ενώ, ακριβώς επειδή είχα μαθητεύσει δίπλα στον γνωστό τεχνοκριτικό Χάρη Καμπουρίδη, ο οποίος έγραφε συστηματικά κριτική στην εφημερίδα Τα Νέα, το θεωρούσα αυτονόητο.

Και ας έρθουμε στις γκαλερί, με πολλές από τις οποίες συνεργάζομαι συστηματικά. Από το 2008 που εργάζομαι στο ελεύθερο επάγγελμα, γνώρισα μέσω των ελληνικών γκαλερί πολλούς ζωγράφους και γλύπτες της Generation X που δείχνουν αυτήν την περίοδο δουλειά τους. Οι περισσότεροι –για τους οποίους έχω γράψει και βιβλίο– ασχολούνται με πολλές μορφές της παραστατικής τέχνης που είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα, καθώς και με την αφαίρεση. Ευτυχώς υπάρχουν συλλέκτες που ενδιαφέρονται για το έργο τους, αλλά το νούμερο είναι περιορισμένο. Ακόμα οι περισσότεροι Έλληνες προτιμούν να αγοράσουν Σταθόπουλο και Φασιανό για το σπίτι τους. Και ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εκπαίδευση για το κοινό, αλλά και επειδή το πορτοφόλι των πραγματικών φιλότεχνων είναι περιορισμένο, δεν υπάρχει και η σωστή αγορά τέχνης.

Όσον αφορά στα μουσεία, το ευτυχές γεγονός είναι ότι επαναλειτούργησαν η Εθνική Πινακοθήκη και το ΕΜΣΤ, ενώ πριν υπήρχε ουσιαστικά μόνο το Μουσείο Φρυσίρα. Στο Μουσείο Φρυσίρα, όμως, βλέπαμε και σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, ενώ στο ΕΜΣΤ δεν βλέπουμε. Και θα εξηγήσω τι εννοώ.

Όσο σπούδαζα ιστορία τέχνης στο Παρίσι, διδάχτηκα ότι Σύγχρονο είναι ό,τι συμβαίνει σήμερα. Και σήμερα, αν κάνεις μια βόλτα στις γκαλερί και στα ατελιέ των καλλιτεχνών, βλέπεις κυρίως ζωγραφική. Αν θέλουμε, λοιπόν, να έχουμε ένα Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, καλό θα ήταν να προβάλλουμε τουλάχιστον σε περιοδικές εκθέσεις ό,τι συμβαίνει σήμερα και στην Ελλάδα, με τις θεματικές που ενδιαφέρουν τους δικούς μας σύγχρονους καλλιτέχνες και όχι με θεματικές που αφορούν σχεδόν αποκλειστικά σε κοινωνίες χωρών του εξωτερικού. Δεν θέλουμε – να το πω αλλιώς– εκθέσεις με θέματα εισαγωγής. Ούτε είναι καλό να μιλάμε με όρους «διαφήμισης» όσον αφορά στο κοινό που προσεγγίζουμε, αλλά με εκπαιδευτική πρόταση. Το Μουσείο να μιλάει στο παρόν, να παίρνει θέση και να δημιουργεί συζήτηση. Τι σκέψη παράγεται στην Ελλάδα σήμερα και για ποιο λόγο παράγεται στην Ελλάδα; Αυτό θα ήθελα προσωπικά να δω από το ΕΜΣΤ.

Όσον αφορά στην Πολιτεία, με στενοχωρεί αφόρητα η συστηματική εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, με αποκορύφωμα την εκχώρηση της διαχείρισής της σε ιδιώτες, με το περίφημο νομοσχέδιο που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή. Παρ’ ότι είναι κρατική υποχρέωση συνταγματικά κατοχυρωμένη η πολιτική διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς, η κυβέρνηση προώθησε την ίδρυση της Ανώνυμης Εταιρείας «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης της Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (Hellenic Heritage Organisation SA) που θα διαχειρίζεται, χωρίς ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο, την κινητή και ακίνητη περιουσία του υπουργείου Πολιτισμού και όλα τα έσοδα για 50 χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα 50 χρόνια. 

Αυτό, για μένα, είναι κανονικό ξεπούλημα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πλέον, δεν θα έχουμε μόνο «πριβέ επισκέψεις» στην Ακρόπολη, αλλά και όλων των ειδών τις δεξιώσεις που θέλει η «ελίτ». Η πολιτιστική κληρονομιά μας μετατρέπεται σε εταιρικό project και εμείς δεν αντιδρούμε. Όσο απαξιώνεται πλήρως η άλλοτε κραταιά Αρχαιολογική υπηρεσία, υπάρχουν μόνο κάποιες μικρές φωνές στα social media που το επισημαίνουν, χωρίς βέβαια αυτό να οδηγεί πουθενά.

Στην εποχή που το AI έχει μπει δυναμικά στη ζωή μας, όλοι παίζουμε με τα κινητά μας και αδιαφορούμε για το ξεπούλημα της χώρας και του πολιτισμού μας. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν με φοβίζει. Αντίθετα, πιστεύω πως θα μπορούσε να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την προβολή της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και της σύγχρονης Ελληνικής τέχνης σε όλον τον κόσμο. Αυτό που θα ήθελα είναι να πιστέψουμε πιο πολύ στον άνθρωπο και στην ατέλειά του και να σταματήσουμε την ανόητη κουβέντα για το πόσο θα μπορούσε να τον υποκαταστήσει με την ψυχρή της αποτελεσματικότητα. Δεν απειλεί τον πολιτισμό μας. Το χειροποίητο πάντα θα υπάρχει και θα συνεχίσει να μαγεύει με την έλλειψη τελειότητάς του. Η χώρα μας, όμως, δεν ξέρω πόσο ακόμα θα υπάρχει όπως την ξέραμε.

Κύλιση στην κορυφή