Νίκος Σιδέρης, Αηδόνι ερείπια και άλλα ποιήματα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2022.

Ο τίτλος ήδη του βιβλίου του Νίκου Σιδέρη μας καλεί να σκεφτούμε ένα αηδόνι στα ερείπια, αν και η σημασία του είναι λίγο πιο καταστροφική: ένα αηδόνι που σωριάζεται σε ερείπια. Το ίδιο; Το τραγούδι του; Η ακρόασή του; Πάντως το ομώνυμο ποίημα βάζει την αρχή ως «Ποιος είπε όσα ξέρει; / Ποιος ξέρει όσα είπε; / Τραγούδι τι; / Σιγή;» Είναι άραγε η σιγή που απλώθηκε στον κόσμο με την ακινησία που επέβαλε η πανδημία; Όμως μαζί με το βουητό του κόσμου σίγησε και το τραγούδι του αηδονιού. Αλλά και πάλι τι είναι το αηδόνι που σίγησε; Η απάντηση έρχεται στην αρχή του τρίτου ποιήματος από το ομώνυμο πολύπτυχο ποίημα. «Αηδόνι, ή όπως μάχονται αιώνες / Να σε πουν οι γλώσσες / Οι πολλοί δεν σ’ έχουν δει ποτέ / Ούτ’ άκουσαν ποτέ τους τη φωνή σου / Έστω κάπου γραμμένη. / Και όμως. Όταν μάχονται να πουν / για φωνή που η ομορφιά της δεν χωρά / Σε καμιά λέξη / Επικαλούνται τ’ όνομά σου, αηδόνι / Να πλησιάσουν να χωρέσουν λίγο.» Αυτό είναι το αηδόνι, η πάντα χαμένη και απρόσιτη ομορφιά, όπως αυτή που επικαλέστηκε ο Σεφέρης στις Πλάτρες και τάραζε τον ύπνο της σύνευνής του γιατί η ομορφιά μπορεί επίσης να είναι ανησυχητική. Αλλά και το αντίστροφο αφού «Όταν τ’ αηδόνι σκέφτεται τον κόσμο, / ο κόσμος τρέμει.» Γιατί είναι τρόμος όταν η ομορφιά στοχάζεται τον κόσμο. Όταν δηλαδή του δίνει, και ο κόσμος παίρνει, μορφή επιτέλους, αυτός ο σωριασμένος σε ερείπια.
Έναν τέτοιο κόσμο ανασυστήνει στα ποιήματά του ο Νίκος Σιδέρης. Μας είχε συνηθίσει μέχρι τώρα στο σύντομο, στο ακαριαίο μικρό ποίημα, άλλοτε χάικου, άλλοτε στο πνεύμα του χάικου, πάντοτε όμως ολιγόλογο, ευθύ και άμεσο. Και στο βιβλίο αυτό συνεχίζει εν μέρει στην ίδια πορεία. Γράφει στην «Ερημιά»: «Τόσο ηλιόφως. / Πλάθει μόνο μια σκιά. / Ενός ανθρώπου.». Σαν το φως του ήλιου να υπάρχει για να δώσει μορφή στη σκιά ενός και μόνον όντος. Ή στη «Μνήμη σκιά»: «Μνήμη σκιά βίου / Βίος σκιάς έργο / Σκιά έργο βίου». Εδώ με τέσσερις λέξεις ο Νίκος Σιδέρης φτιάχνει ένα τρίστιχο ποίημα, ηρακλείτειας έμπνευσης, και ευθύβολο όσο να τεμαχίσει το μήλο στην κορυφή του κεφαλιού μας και του μυαλού μας. Ή στο ποίημα «Θεοί»: «Ήρθαν κι απόψε / οι ξεχασμένοι θεοί / Έφυγαν πάλι». Γιατί έτσι είναι οι θεοί, μας επισκέπτονται, τους ξεχνάμε, και πάλι απ’ την αρχή. Ή στο ποίημα «Αλιείς ψυχών»: «Κι οι λέξεις δίχτυα / Ψαρεύουν στα όνειρα / Σκιές κι ανάσες». Άραγε έτσι έρχονται τα όνειρα, με τις λέξεις να παγιδεύουν στα δίχτυα τους σκιές και ανάσες, αντί για ασημένιες λάμψεις; Ή φτιάχνοντας σε μια κίνηση ταλάντωσης κάτι όπου ισορροπεί φευγαλέα μια στιγμή και μια αιωνιότητα: «Ζαριές του Θεού / Στάλες στα λασπόνερα / Τέλειοι κύκλοι». Και μαζί, μετά το «Αεί γεωμετρείν», η «Αρμονία», ένα όμορο ποίημα, μια αντανάκλαση το ένα του άλλου: «Νερό καθρέφτης / Περιμένεις το φύλλο / Που πέφτει πέφτει». Αυτά είναι δύο αληθινά χάικου στο πνεύμα μιας φυσικής και αιώνιας κίνησης που συνήθως την παραπλέουμε χαμένοι σε άλλα. Ένας μετρητής του χρόνου, σαν την σταγόνα που αργά ξεκολλάει από την πηγή και στάζει μια στον αιώνα. Κάπως έτσι θα ήταν η ποίηση και τα γεννήματά της. Γεννήματα που με μια ελάχιστη, περιτμημένη θα έλεγα, περιγραφή διατυπώνουν μια σκέψη με όλο της το βάθος, μιας φιλοσοφικής θέασης, μιας ύπαρξης στον κόσμο, που πράγματι τον βγάζει από τη λήθη του, όπως καίρια μας θυμίζει η ετυμολογία της ελληνικής λέξης α-λήθεια.
Όμως στο βιβλίο αυτό ο Νίκος Σιδέρης μας ανοίγει και μιαν άλλη οδό, αρκετών ποιημάτων, ίσως λίγο λιγότερο από το μισό βιβλίο, ποιημάτων αναλυτικών όπου κάτι αφηγηματικό, μαζί και στοχαστικό, έρχεται να δεθεί σε ποιήματα μακροσκελή που οι στίχοι τους στροβιλίζονται γύρω από έναν άξονα και μερικά ημιαξόνια, παραδίδοντας στο τέλος μιαν αλήθεια σε επιμέρους εκδοχές. Εδώ η σκέψη είναι αναλυτική, περιστρέφεται μέχρι να αποστραγγιστεί το νόημα μετά από τη διαδρομή πολλών στίχων. Σαν να διατυπώνεται ένα θεώρημα γύρω από τον βίο και τον άνθρωπο, μια σκέψη με τα παρακλάδια της που παίρνει χώρο, ποιητικό χώρο και διακλαδιζόμενη δημιουργεί όχι μόνον το ποίημα αλλά και την ίδια την ιστορία του. Είναι ποιήματα όπως «Η μύχια χώρα» ή το «Κοιμητήριο πάνω απ’ τη θάλασσα» ή «Στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Γράφει: «Δεν έχω λόγια να το πω. / Πέθανα δίχως να το ξέρω.» ή «Απόψε βρέχει το μυαλό σου και το στόμα σου / Χίλια νησιά πνιγμένα σε νερά / Λησμονημένα / Και να θυμάσαι κάποια χώρα κάποτε / Όπου τα λόγια γκρέμιζαν τυράννους» ή «Ποτέ η ζωή δεν είναι πιο ζωντανή / Παρά στο κοιμητήριο – ιδίως / Αν είναι αυτό το μισοφροντισμένο / Άνισα κι άτακτα περιποιημένο / Ανάλογα με καθενός τον πόνο χρόνο». Στα ποιήματα αυτά περισσότερο από ό,τι στα άλλα εισχωρεί μια διάσταση θανάτου, που δεν είναι αλλού ορατή με την πρώτη ματιά. Να είναι αυτός που χρειάζεται περισσότερα λόγια και λέξεις για να ντυθεί, αυτός, δηλαδή το τέλος, έτσι όπως στο ποίημα «Τελάλης» μας το φωνάζει; Πως «Όσοι δεν ήξεραν / Τώρα να ξέρουν!», ένα δίστιχο που αντηχεί το ξεκίνημα του βιβλίου, στο ομώνυμο ποίημα του τίτλου του. Ένα ποίημα εδώ, μέτριο στο μέγεθος, ούτε σύντομο ούτε μακροσκελές. Γιατί υπάρχουν και τέτοια ποιήματα στο βιβλίο. Τελικά κάθε ποίημα παίρνει τον χώρο που χρειάζεται για να πει ό,τι έχει να πει. Για να ισορροπήσει ανάμεσα στις λέξεις, στην αίσθηση και στο νόημα. Ανάμεσα στη λυγαριά και την αφάνα. Ανάμεσα στο αγκάθι και το κυκλάμινο. Ο ανθρώπινος θάνατος έρχεται εδώ να βρει την παρηγοριά του, στον φυσικό κύκλο, εκεί όπου καμπυλώνεται η ευθύγραμμη ιστορικότητα του ανθρώπινου βίου. Πριν ο άνθρωπος κάνει το αντίθετο και χαρίσει στον κόσμο που τον βαστάζει το δικό του τέλος, τη δική του γραμμική πορεία, από τη γέννηση ως τον θάνατο. Δηλαδή τον καταστρέψει οριστικά και αμετάκλητα.
Ώστε επιστρέφουμε και πάλι στα συντομογραφημένα ποιήματα, στα ακαριαία, για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός βιβλίου του Τάσου Δενέγρη, όπου σε αυτά το τέλος γράφεται στην ίδια τη μορφή τους, στην ίδια τη συντομία τους, όπου κάτι πριν καλά-καλά αρχίσει τελειώνει. Τρεις στίχοι όλοι κι όλοι και δέκα στρογγυλές λέξεις. Αλλά τι διαδρομή στο ενδιάμεσο, πόσος πλούτος σε αυτές τις μετρημένες λέξεις. Εδώ λοιπόν και πάλι ο Νίκος Σιδέρης μας χαρίζει ένα από τα πιο ωραία ποιήματα του βιβλίου. «Ζαριά» είναι ο τίτλος. Ζαριά σαν αυτή του κάθε ποιήματος, που επαναλαμβάνει το τυχαίο αέναα, όπως μας έμαθε ο Μαλαρμέ. Περιέχει νομίζω όλη την ποιητική φιλοσοφία του δημιουργού της, καλά κεντημένη με αυτό που μας έρχεται ως φιλοσοφία της ανατολής, αλλά και πάλι των προσωκρατικών. «Ζαριά του Θεού: / Το πουλί και το βόλι / Δεν συναντώνται.» Τι πιο ωραία κατακλείδα, αυτή η εντός εισαγωγικών αποτυχημένη ζαριά του ανθρώπου και η επιτυχημένη του Θεού, που ξέρει να προστατεύει τα πλάσματά του, από τον καταστροφέα επί γης, το άλλο πλάσμα του, μισο-πετυχημένο μισο-αποτυχημένο. Όμως οι ποιητές, αυτή την μισο-αποτυχία του Θεού στη δημιουργία του ανθρώπινου πλάσματος, προσπαθούν να την επανορθώσουν με την ποίηση. Και με αυτά τα ποιήματα, με αυτό το ποίημα, με αυτή τη ζαριά του ο Νίκος Σιδέρης συντάσσεται από αυτή την πλευρά, τη σωστική της ζωής και της συνέχειάς της, της ζωής και της ποίησης.

