Το έργο
Oι δυτικές ουτοπίες, γράφει ο Isaiah Βerlin, τείνουν να συμπεριλάβουν τα ίδια στοιχεία: μια κοινωνία σε κατάσταση καθαρής αρμονίας, όπου όλα τα μέλη της ζουν ειρηνικά, αλληλοαγαπιούνται, είναι απαλλαγμένα από φυσικούς κινδύνους, από κάθε είδους ανάγκες, δεν βιώνουν αδικίες ή βία, ζουν πολλά χρόνια, ανέμελα, σε εύκρατο κλίμα, μέσα σε μια γενναιόδωρη φύση. «Το βασικό χαρακτηριστικό των περισσότερων ουτοπιών, ίσως και όλων, έγκειται στο γεγονός ότι είναι στατικές. Τίποτα δεν αλλάζει, γιατί έφτασαν την τελειότητα. Κανείς δεν θέλει να μεταβάλει μια κατάσταση στην οποία όλες οι ανθρώπινες επιθυμίες ικανοποιούνται», γράφει στο Στρεβλό υλικό της ανθρωπότητας (μτφρ. Γιώργος Μερτίκας, εκδ. Κριτική, 2004).
Τι γίνεται λοιπόν αυτή την επόμενη στιγμή, όταν η ουτοπία γίνει πραγματικότητα; Ποιος θα ήθελε να ζει στη στατικότητα, στην εκπληρωμένη αρμονία, όπου τίποτα δεν συμβαίνει και τίποτα δεν υπάρχει να περιμένει; Μήπως θα πρέπει κι αυτή η «υπαρκτή ουτοπία» να ανατραπεί και να δώσει τη θέση της σε κάτι άλλο; O άνθρωπος, όταν σταματά να επιθυμεί, κινδυνεύει με αφανισμό. Μήπως η εκπλήρωση του ονείρου για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία της ειρήνης, της ελευθερίας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, χωρίς θρησκειολογικές φαντασιώσεις, απατεώνες εξουσιαστές και δόλιους εκμεταλλευτές εμπεριέχει σπερματικά και την αυτοκαταστροφή αυτής; Μπορεί το καλό να διαρκέσει;
Άραγε, ο Berlin είχε στον νου του τους Όρνιθες του Αριστοφάνη; Στο τέλος τους, ο πρωταγωνιστής Πισθέταιρος, «το αρχέτυπο του απόλυτου δημαγωγού», πείθει τα πουλιά με τα ευρηματικά επιχειρήματά του ότι η πτηνολατρία είναι η νέα θρησκεία. Χτίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά ένα κάστρο στον αέρα και παρασύρει όλους να το αποδεχθούν και να το θαυμάσουν σαν να είχε τα πιο βαθιά θεμέλια. Η Νεφελοκοκκυγία μετατρέπεται σε ένα είδος «σοφιστοκρατίας», όπου ο Πισθέταιρος έχει την εξουσία να δικαιολογήσει ή να καταδικάσει οποιαδήποτε πράξη, ακόμη και τον εκβιασμό των θεών, βασισμένος στη ρητορεία. Κολακεύει τα πουλιά με τις ιστορίες του, τους φουσκώνει τα μυαλά, αλλά τελικά όλα αυτά τα κάνει για να επικρατήσει. Εν τέλει, δεν δημιουργεί μια δημοκρατική ουτοπία αλλά μια ουτοπική τυραννία!
Αυτή η σκοτεινή πλευρά της ουτοπίας μοιάζει να μην αφορά τον Άρη Μπινιάρη. Στη δική του Νεφελοκοκκυγυία ο Πισθέταιρος δεν θα ζητήσει να παντρευτεί τη Βασίλεια ως αντάλλαγμα, προκειμένου η τσίκνα από τα ψητά να περάσει στους λιμοκτονούντες θεούς. Δεν θα μετατραπεί σε εξουσιαστή ούτε θα θριαμβεύσει στο τέλος. Κλείνει το έργο του αινιγματικά, με αναστοχασμό, με πικρή ειρωνεία ή προειδοποίηση για τα χειρότερα. Ο Πισθέταιρος και ο Ευμολπίδης κάθονται στην άκρη της σκηνής, αποκαμωμένοι. Δεν είναι πια εποικιστές, χαρισματικοί στη ρητορική αλλά με αμφιλεγόμενη ατζέντα. Είναι δυο απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, που όμως έχουν κατακτήσει το πιο σημαντικό: τη γνώση πως όταν είσαι εγκλωβισμένος, μπορεί να βγάλεις φτερά και να βουτήξεις στα σύννεφα. «Και θα δεις να σου φυτρώνουν, ω χαρά, τα φτερά. Τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα». (Κ. Παλαμάς)
Η παράσταση
Στην Τέχνη δεν υπάρχουν «ιερά» κείμενα. Ανήκει στη δημιουργική ελευθερία του καλλιτέχνη η δυνατότητα μετάπλασης των υλικών που παραλαμβάνει. Ο τρόπος που χτίζει τους Όρνιθες ο Άρης Μπινιάρης είναι ο τρόπος που χτίζει πάντα τις παραστάσεις του: ιδιοσυγκρασιακός, πάνω στις δικές του προβληματικές, πάνω σε αυτά που τον καίνε σε σχέση με το κείμενο.
Το σκηνικό είναι ένα αλλόκοτο, κάπως σαν πολυπολιτισμικό μίνι δάσος, που γύρω του συμβαίνουν εκπλήξεις, προσμονές, όνειρα, ελπίδες, συγκρούσεις, δάκρυ αλλά και χαρές και τρέλες, όλα τα ανθρώπινα αλλά και τα έξω από τα όρια. Σε αυτό τον τόπο, όπου οι άνθρωποι ζητούν καταφύγιο, τα «πουλιά» είναι περισσότερο μια φυλή που ζει στον δικό της χωροχρόνο. Το φανταστικό και η αλήθεια γίνονται ένα, σαν να έχει ανοίξει μια χαραμάδα στο υποσυνείδητο, εκεί που όλα επιτρέπονται με χιούμορ και με την αυθάδεια της τέχνης. Πεισθέταιρος κι Ευελπίδης με ρούχα πόλης και καταγωγή μπεκετική, δίχως κάργια και κουρούνα οδηγούς στα χέρια, δίχως ηλικία και αποσκευές. Μπουχτισμένοι από τη φορομπήχτρα κι απατεωνόβρυτη Αθήνα, ψάχνουν τον Τηρέα-Έποπα. Κωμικότητα μπουφόνικη, δίχως χρόνο και πατρότητα. Ο Παπασπηλιόπουλος-Πισθέταιρος, υπέροχος μέσα στη αεικινησία του, λουσμένος σε φως, ξετυλίγει έναν ερμηνευτικό θρίαμβο λόγου, ήχων, σωματικής γλώσσας, κίνησης, γκροτέσκας χορογραφίας και πείθει σκηνή και πλατεία με το σχέδιο της Νεφελοκοκκυγίας. Ο εξαιρετικός Χρυσοστόμου-Ευελπίδης, με σώμα και στόμα τον συμπληρώνει.
Ακολουθεί ο χορός των πουλιών. Μέσα στα λευκά τους κουστούμια με τις ζωγραφιές φτερών από παλιές γκραβούρες (σκηνικά: Πάρις Μέξης) θύμιζαν ιθαγενείς… Βρετανούς! Πουλιά ορμητικά, φλύαρα, δυναμικά, ηδυπαθή. Γεμίζουν τη σκηνή, πλημμυρίζουν το σύμπαν, αδάμαστα και ξεσηκωτικά, προκειμένου να διαφυλάξουν τη Νεφελοκοκκυγία και το ιαματικό παραμύθι της για λογαριασμό όλων μας. Η ευτράπελη διάσταση των γεγονότων κλιμακώνεται με τους ανεπιθύμητους επισκέπτες-τσαρλατάνους που πρέπει να αντιμετωπιστούν, καθώς διακόπτουν διαρκώς την προετοιμασία της οικοδόμησης της πόλης. Και αντιμετωπίζονται με μεγάλες δόσεις κωμικής σχιζοφρένειας, που ενθουσιάζουν το κοινό.
Μεγάλο προτέρημα της παράστασης πως δεν έθυσε στον βωμό αποφυγής κάθε αγχιστείας με την παλαιά, τροπαιοφόρα, κλασική των Κουν-Χατζιδάκι. Μεταχειριζόμενος τελείως διαφορετικά υλικά, ο Μπινιάρης πέτυχε να δώσει την ποίηση, την ξεσηκωτική ορμή του έργου. Χωρίς συμπλέγματα, άφησε να ακουστούν ολόκληρες φράσεις από τη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα (Ποιος είναι αυτός που μας εκάλεσε;), όμως, πέραν τούτου, έδωσε την πιο ενδιαφέρουσα, ουσιωδώς εκσυγχρονιστική, ερμηνευτική αντιμετώπιση των Ορνίθων που έχουμε δει τα τελευταία πολλά χρόνια.
Με τις κραυγές και τους ψίθυρους τους, αυτοί είναι οι κατά Μπινιάρη Όρνιθες του Αριστοφάνη. Ένα πέταγμα, ένα σάλπισμα παρηγοριάς σε εμάς που μοιραίοι κι άπραγοι τόσο καιρό βουλιάζουμε, ένα όνειρο που αφορά τον ύπνο και τον ξύπνιο μας, ένα ποίημα.
Μετά το τροπάριο της Κασσιανής, στην ακολουθία της Μεγάλης Τρίτης, λέει κάπου «Θεέ μου, δείξε μου την αλήθειά σου κατά τη νύχτα, και το πρωί το έλεός σου». Σ’ αυτήν τη ζωή του πόνου έχουμε την ευκαιρία να ζούμε ποιητικά! Αυτό είναι σπουδαίο πράγμα.

