Σήμερα κλείνω δεκαπέντε μέρες στο νησί∙ επισκέπτης κι εγώ, όπως τόσοι άλλοι. Όταν κατέβηκα από του βαποριού τη σκάλα, άφησα τη βαλίτσα δίπλα μου και στάθηκα ακίνητος. Χαμένος ήμουν, τίποτα οικείο γύρω μου, όμως περίμενα. Είχα την αίσθηση από μέρες πριν –σχεδόν ήμουν βέβαιος, όταν στο καταχείμωνο σχεδίαζα το ταξίδι– πως μια κοπέλα όμορφη, ντυμένη στα λευκά, φορώντας ένα άσπρο καπέλο, όρθια στην άκρια του λιμανιού θα μου χαμογελά∙ ενδεχομένως και να τρέξει με λαχτάρα προς το μέρος μου.
Περίμενα για ώρα∙ η προκυμαία ερήμωσε, δε φάνηκε κανείς. Ανηφόρησα κατάκοπος και απογοητευμένος. Τα καλοκαίρια οι σκιές ανθρώπων άγνωστων –ξένων σχεδόν, όσο κι εγώ– θολώνουν τα νησιά∙ διακρίνονται με δυσκολία οι νησιώτες.
Τι επιδιώκω άραγε με τέτοιου είδους μισερές επιστροφές; Τι ψάχνω δυο βδομάδες ακολουθώντας μες στις νύχτες το τάκα-τουκ της πετρελαιομηχανής μιας βάρκας που ανοίγεται στο πέλαγος, ή άλλοτε σταματημένος κάτω από το κτίριο της Φιλαρμονικής, περιμένοντας τον ήχο κάποιου πνευστού, που ανεβοκατεβαίνει κλίμακες χρωματικές λίγο πριν απ’ την πρόβα; Κι από πού αντλούν τη δύναμη να με σέρνουν προς το μέρος τους εκείνες οι μυρωδιές, που έχουν καλύψει με τα χρόνια όλες τις γωνιές των ψαροκάικων, ή ένα καπελίνο λευκό, που με μια κίνηση κυματιστή το σπρώχνει ο αέρας προς τη θάλασσα;
Με βασανίζουν τα άπιαστα! Όμως τούτα τα απλά πράγματα –σκιές πραγμάτων μάλλον– σαν επιστρέψουν όψιμα, εκδικούνται∙ μας σφίγγουν και χανόμαστε!
Όταν στάθηκα μπροστά στο σπίτι ύστερα από τόσα χρόνια, όλα είχαν μικρύνει∙ κι εμένα… μού έρχουνταν ως τη μέση! Με δυσκολία άνοιξα την πόρτα, είχε σκουριάσει η κλειδαριά∙ οσμή υγρασίας και κλεισούρας διάχυτη. Σε κάθε βήμα η ξύλινη εσωτερική σκάλα έτριζε, έλεγες πως θα πέσει. Έφτασα ως την κάμαρά μου, δεν είχα κουράγιο ούτε τα ρούχα μου να βγάλω, μήτε το σκονισμένο κάλυμμα του κρεβατιού να ανασηκώσω. Ξάπλωσα…
…Ξανάρθαν όλοι! Άνοιξαν οι πόρτες και μπαινόβγαιναν όσοι είχαν ζήσει και πεθάνει εδώ μέσα. Σηκώθηκα και πήγα στο παράθυρο –την κάνω κάθε νύχτα από παιδί αυτή τη διαδρομή. Σκύβω∙ ζέστη, υγρασία αποπνικτική και μουσική σκληρή στη διαπασών εισβάλλει στο δωμάτιο∙ το ’κλεισα μήπως και φοβηθούν τους ξενόφερτους σκοπούς οι πεθαμένοι. Δεκαπέντε νύχτες τα ίδια και τα ίδια… Κάθομαι στην καρέκλα κι ακουμπάω στο τραπέζι τους αγκώνες∙ σαρακοφαγωμένο πια και ετοιμόρροπο, γεμάτο σκόνη και κομμάτια από ασβέστη. Κλείνω τα μάτια… Ανακαλώ κουβέντες σκόρπιες, που έχουν κουρνιάσει σ’ όλες τις γωνιές της κάμαρας, ξεθωριασμένες ιστορίες, έρωτες εφηβικούς, περασμένους χρόνους. Ανοίγουν δρόμοι και με παίρνουν, με απομακρύνουν απ’ τις μέρες που με πλήγωσαν και με οδηγούν σε πράγματα που είχα μάθει από παλιά να αγκαλιάζω, σε ένα γνώριμο αλλού∙ ενάντιες οδοί…
Όλο το απόγευμα χθες τριγυρνούσα στα στενά της Χώρας αναζητώντας το σπίτι της. Και όταν επιτέλους το βρήκα και στάθηκα στην απέναντι πλευρά του δρόμου, διαπίστωσα με απογοήτευση πως κατοικούσε πια εκεί μια άγνωστη οικογένεια.
Ξαναδοκίμασα το βράδυ, σαν έπεσα να κοιμηθώ. Κλείνοντας ελαφρά τα βλέφαρα προσπάθησα να μπω μέσα και ν’ ανοίξω διάπλατα παράθυρα και πόρτες, να συγυρίσω, για να ’ναι έτοιμο, όταν θα ’ρθει. Έλεγα έπειτα να σβήσουμε τα φώτα κι ακουμπισμένοι στο περβάζι του παραθύρου να αγναντεύουμε τη θάλασσα μέσα απ’ το θόρυβο των πετρελαιομηχανών και τις φωνές, όσων παιδιών παίζουν ακόμα στα καντούνια. Στριφογύριζα στο κρεβάτι, ώσπου απόκαμα…
Αργά το απόγευμα χθες την είδα, στον Πίσω-μόλο∙ ερχόταν προς το μέρος μου λες και δεν είχανε περάσει είκοσι τόσα χρόνια.
Κοντοστάθηκε, πλησίασα σαστισμένος. Για κάμποση ώρα κοιταζόμασταν ολοφάνερα ταραγμένοι στην αρχή, αμήχανοι μετά, αμίλητοι –παρ’ όλες τις προσπάθειες και των δυο– ως το τέλος. Προσπάθησα ν’ αρθρώσω έστω μία λέξη Αδύνατον Μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας λύγισαν τα γόνατά μου γρήγορα παραιτήθηκα Άλλωστε δεν υπήρχε λόγος μιλούσανε τα μάτια και τα σώματα Κάποιος φώναξε το όνομά της Μου χαμογέλασε εκείνη και τον ακολούθησε Έφυγε σε λίγο έστριψαν στο στενό του Παντοκράτορα και χάθηκαν Τότε της έπιασα το χέρι προχωρήσαμε εγώ μέσα στην ολοκαίνουργια στολή της Φιλαρμονικής όμορφη αυτή όσο ποτέ μ’ άσπρο τεράστιο γιακά και σχολική ποδιά Οκτώβρης του εξήντα έξι απομακρυνθήκαμε στο δρόμο προς το κάστρο σαν σιγουρεύτηκα πως δεν μας έβλεπε κανείς έσκυψα και τη φίλησα κοκκίνισε έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε πίσω μας βυθιζότανε ο ήλιος στα νερά ένα απαλό γαλάζιο υπόφωσκε και από κάτω ανέβαινε κόκκινο χρώμα που καταύγαζε το πέλαγο και την κύκλωνε είχε ήδη πέσει το σκοτάδι σαν χωρίσαμε.
Συνέχισα την επομένη τον περίπατο μονάχος. Το στήθος μου σφιγγόταν, πήγαινε να σπάσει. Βάδιζα στα τυφλά. Πόση ώρα περπατούσα και πού πήγα δε θυμάμαι, άλλωστε δεν συνάντησα άλλον γνωστό ως το βράδυ. Αργά τη νύχτα, όταν γύρισα στο σπίτι, άνοιξα πάλι τα χαρτιά μου. Κρατούσα για ώρα στο χέρι το μολύβι αναποφάσιστος… Κι αίφνης άνοιξε η μπαλκονόπορτα και μπήκε εκείνη, το πρόσωπό της έλαμπε. Ακολουθούσαν πίσω της κι άλλοι συμμαθητές και φίλοι μας, απ’ τα παντζούρια που άνοιξαν φαίνονταν έξω κάποιες παλιές οικοδομές της Χώρας, που πια έχουνε γκρεμιστεί και πίσω τους, σαν ζωγραφιά, ολόκληρο το νησί. Τράβηξα ασυναίσθητα το τραπέζι μου και την καρέκλα προς τον τοίχο, έκαμα χώρο. Γέμισε το δωμάτιο, κάπως βολεύτηκαν, όμως δε μίλαγε κανείς. Μόλις συνήλθα από την αρχική έκπληξη, μάζεψα κι έβαλα τα χειρόγραφά μου στη σειρά και για να τους ευχαριστήσω άρχισα να διαβάζω αργά και καθαρά όσα ως τότε είχα γράψει. Ανασήκωνα κάθε τόσο το κεφάλι και την κοίταγα επίμονα στα μάτια.
Σελίδα τη σελίδα συνειδητοποιούσα πως τίποτα αξιόλογο δεν είχα κατορθώσει. Ούτε εκείνη, μήτε το άρωμα, ούτε κι η ατμόσφαιρα του νησιού ζωντάνευε. Όλα φτιαχτά, ανυπόστατα∙ δημιουργήματα φαντασίας στερημένης. Σπαράγματα για χρήση ιδιωτική κάποιου γραφιά, που έφυγε κάποτε από τον τόπο του κι ούτε στιγμή δε στάθηκε ικανός να επιστρέψει…
Ανέβαλα για το μέλλον την επόμενη γραφή, δεν έκλεισα ωστόσο μάτι όλη τη νύχτα. Πρωί-πρωί μάζεψα βιαστικά τις λιγοστές μου αποσκευές, όλα μου τα χαρτιά και τα βιβλία, κατέβηκα στο λιμάνι και περίμενα. Επιβιβάστηκα στο πρώτο πλοίο…
Υψώνεται ο ήλιος τώρα ανάμεσα από μαύρα σύννεφα, που προμηνύουν καταιγίδα. Με κόπο εξασφάλισα μια θέση στο κατάστρωμα∙ κόσμος πολύς, τέλος περιόδου. Αφήνει το καράβι πίσω του μικρά νησιά που, απαλλαγμένα από ξένους τουρίστες και επισκέπτες απ’ το παρελθόν, ξυπνούν σιγά-σιγά από τον καλοκαιρινό τους λήθαργο, επουλώνουν όσες πληγές τους είναι δυνατόν και επιστρέφουν… Διακρίνονται οι δρόμοι καθαρά, καλημερίζονται μετά από καιρό οι ντόπιοι∙ περίπου τέλος του καλοκαιριού.
Και μια βροχή τ’ απόγευμα θα καθαρίσει τα καντούνια!

