ΗΤΑΝ ΠΡΩΙ
με νίκη άρχισε, που των θεών ένα Παιδί/
από τα τέρατα την έχει κερδισμένη.
Φρ. Χαίλντερλιν
Ήταν πρωί
ένα πουλί
σύριζε σαν φίδι
και στρίγκλιζε σαν μωρό
να ξεγελάσει
του κυνηγού το βόλι
η μέρα με περίμενε
να βγω να παίξουμε
κι ολόχαρα εβγήκα.
Πλησίασαν χοροπηδώντας
(ήταν τι, δεν γνώριζα)
και τάχα πως ρώταγαν:
«να παίξουμε, να παίξουμε, να παίξουμε
κι εμείς;»
με το στραβό τους δάχτυλο
’δειχναν: «εκεί, εκεί, προς τα εκεί»
και χάχανα τα πνίγαν.
Μέσα απ’ τ’ αλυσιδωτά τους ρούχα
χυνότανε σκοτάδι και μέσα στο σκοτάδι
στρόφαλοι ομίχλης·
ορκίστηκα
σα θα μεγάλωνα
να τ’ α ν α γ ν ω ρ ί σ ω.
(Οι πόρτες των σπιτιών
είχαν με θόρυβο σφαλίσει
ψυχή δεν σάλευε στο δρόμο.
Η μέρα λάκισε.)
Ήμουν δεν ήμουν έξι χρόνων.
❧
ALTE BRÜCKE IN HEIDELBERG
Τη διακρίνω
στο πέτρινο τόξο της Παλαιάς Γέφυρας
του ποταμού Νέκαρ
είναι δεκαεννιά χρόνων
είναι πρωί, παγωνιά, ομίχλη
κατευθύνεται προς τα εδώ
(ακόμη δεν το ξέρει)
τίποτε το παράξενο ή το πρωτότυπο
θα φτάσει κάποτε
ω, τίποτε το παράξενο ή το πρωτότυπο
κάνω τα χέρια μου χωνί, θροΐζω:
«Απ’ άλλο δρόμο!»
Ερειπωμένη σήραγγα
αρπάζει την ηχώ, τη βυθίζει
σ’ αποκαΐδια καιρών
«εγώ είμαι η εβδομάδα εκείνη
εγώ ο μήνας εκείνος
εγώ ο χρόνος εκείνος
εγώ το βράδυ εκείνο
εγώ η μέρα εκείνη
εγώ η ώρα εκείνη
θυμάσαι
θυμάσαι
θυμάσαι;»
Δείχνει να μ’ ακούει
ο ίσκιος της μαζεύεται, συστρέφεται
χώνεται σαν χταπόδι στις τρύπες του πέτρινου τόξου
του ποταμού Νέκαρ.
Συνεχίζω ταραγμένη τη δουλειά μου.
Θα ’ταν απίθανο να καταφέρει να ξεφύγει.
❧
ΟΧΤΩ ΧΡΟΝΩΝ
Οχτώ χρόνων
στην όχθη του αρχαίου υδραγωγείου
– ακούγονται οι φωνές και τα γέλια των φίλων –
στο σπίτι με περιμένει ανήσυχη η μητέρα
(Αχ μαμά ησύχασε
αργεί πολύ ο καιρός
που θα ’μαστε όλοι πεθαμένοι.)
Μ’ άγγιξε φευγαλέα στο μπράτσο
ο φίλος του αδερφού μου
κι απόμεινα να βλέπω το νερό
που μου μιλεί:
«είσαι όμορφη, όμορφη, όμορφη»
Θα μείνω κι ας νυχτώσει πολύ.
❧
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ, Ι
Ανάμεσα στους νεκρούς πριν
και τους νεκρούς μετά
ξεσπά το τραγούδι μου
κάθομαι ανάμεσα στα χαλάσματα
της αποθήκης του παππού μου
και το καθαρίζω σαν όπλο.
❧
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ, ΙΙ
Ζήτησε από αλλού
εγώ γεννήθηκα νωρίς
γι’ αυτόν τον κόσμο
ζήτησε απ’ εκείνους
που δεν ξαγρυπνούν
με την καρδιά στα δόντια του εχθρού
την ακοή παρμένη
από το ναυτίλο της λύπης
με την ομίχλη στα χέρια τους.
❧
ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ ΕΝΟΣ ΤΟΠΟΥ
Ακολουθείστε με, όσοι προαιρείσθε,
στον κάτω κόσμο ενός τόπου
ανεχθείτε
τις αλλόκοτες φωνές, τις ικεσίες
«δες-τε δες-τε-με»
τον πνιγηρό καπνό.
Εκ γενετής η σύντομη ζωή τους
στην όψη έφερε
έν’ αποκρουστικό σημάδι
για τούτο εξορίστηκαν
μακριά απ’ την όρασή μας
μεσάνυχτα να ξεριζώνουν τη σύρπη
απ’ τις αυλές και τα πηγάδια
να σκουπίζουν την τέφρα απ’ τα δώματα
νυχθημερόν να βγάζουνε σκοπιές
στα θεμέλια των σπιτιών μας.
Θάνατοι ανεξήγητοι τους συμβαίναν
ασθένειες ψυχής και σώματος
το πιο γερασμένο σκούπιζε
απαλά τα φύλλα τους
και τα ’καιγε σε τρυφερούς σωρούς
μέσα απ’ τη γη, κάτω απ’ τα πόδια μας
έβγαιν’ ο καπνός τους.
Μια νύχτα
τα δύσκολα σκαλιά κατέβηκα
τσίτι λερό, διάτρητο, αντίκρισα
π’ ανέμιζε τρελά
κι ένα τραγούδι ακούγονταν
φριχτό
που αλίμονο, δεν έπρεπε ποτέ
παιδί εγώ, ν’ ακούσω.
❧
Της Σταύρης
ισχνή σαν ξυλάκι παγωτού
το λάστιχο-όχεντρα στη βρύση κουλουριασμένο
«Οι δόλιοι, επάνω μου ξεσπούν τα βάσανά τους
θα ’ναι που κάποτε χαϊδεύω τα στέφανά τους»
Οχτώ χρόνων η Σταύρη
εγώ λίγο μικρότερη
κανείς δεν άκουγε
του μαύρου ουρανού ο θόλος
έπαιζε πινγκ πονγκ με των κραυγών της
τον αντίλαλο.
Ένα βράδυ, σ’ ώρα που τα παιδιά
λέγαμε την προσευχή
ούτε κυκλώνας δεν θα με παράβγαινε
απ’ τα άθλια χέρια την άρπαξα
την απίθωσα στη λεκάνη μικρής κυδωνιάς
σσς
εκεί κοιμάται ακόμη η Σταυρούλα
στα φύλλα, στ’ άνθη, στ’ αεράκι, στα φιλιά.
❧
ΑΘΩΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟ
Με την άκρη του ματιού πρόσεξα ένα αμύγδαλο που θα ‘χε κυλήσει αποβραδίς στο πόδι του καναπέ. Μου έκανε εντύπωση πως δεν είχε μετακινηθεί καθόλου απ’ τη θέση του. Σκέφτηκα να πάω μια βόλτα στο πάρκο αν και οι συνθήκες δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές, δεν είχα πλέον την παλιά διάθεση για έξω, τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει μ’ έκαναν να προτιμώ την ησυχία του σπιτιού.
Κι όπως αναρωτιόμουν τι να κάνω, το παράθυρο του σαλονιού, που είχε κάτι μήνες ν’ ανοίξει, γίνεται θρύψαλα!
Ο θόρυβος ήταν τρομαχτικός, ο απόηχός του δεκαπλασιάστηκε στα σωθικά μου. Δεν πρόλαβα ν’ αναρωτηθώ τι συνέβη, ποιος και γιατί, όταν δυο αστυνομικοί μπουκάρουν στο σπίτι μ’ αρπάζουν από δεξιά κι αριστερά και με τραβολογούν προς στα έξω. Διαμαρτύρομαι:
– Αυτόν που πέταξε την κοτρώνα να συλλάβετε!
Επιτέλους μιλά ο ένας:
– Βλέπετε εσείς καμιά κοτρώνα;
– Μα μήπως πρόλαβα να ψάξω; Φτάσατε σχεδόν την ίδια ώρα που έσπαγε το τζάμι,
πολύ περίεργο μου φαίνεται.
Μ’ έσυραν στο αυτοκίνητό τους βάζοντας και τη σειρήνα, ακολουθώντας εν ολίγοις, τη διαδικασία που γνώριζα από αμερικάνικες, κυρίως, ταινίες.
Όταν επιτέλους μ’ άφησαν ελεύθερη, μπήκα στο σπίτι τόσο σκοτισμένη που έπιασα τ’ αθώο αμύγδαλο (το οποίο εξακολουθούσε να βρίσκεται αμετακίνητο στο πόδι του καναπέ) και το πέταξα με δύναμη έξω απ’ το κομματιασμένο παράθυρο.
Κι όπως ήταν φυσικό, το γυαλί επανήλθε στην πρότερη κατάστασή του.
Αράγιστο, φεγγοβολιστό, θεόκλειστο

