Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

π. Ευάγγελος Γκανάς

Φαρμάκια και φάρμακα: μικρή ανθολογία περί αλαζονείας

Superbia, pride, arrogance· ύβρις, αλαζονεία, υπερηφάνεια· το πρώτο τη τάξει εκ των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, έλαβε διάφορα ονόματα σε Δύση και Ανατολή, αλλά πάντοτε εστίαζε κατά βάθος στο ίδιο αρχέγονο πάθος: «ως θεοί έσεσθε».

Η διαπίστωση αυτή του βιβλίου της Γενέσεως φανερώνει ότι η ρίζα του προπατορικού αμαρτήματος, η αλαζονεία, δεν εξαντλείται στην υπεροχή έναντι των ανθρώπων. Κορυφώνεται ως η προμηθεϊκή απόπειρα του ανθρώπου να οικειοποιηθεί το πυρ της θεότητας.

Η Βίβλος όμως δείχνει και την εναλλακτική προοπτική. Μιλώντας για τον Ιησού, η επιστολή προς Φιλιππησίους μάς θυμίζει πως «καίτοι εν μορφή Θεού υπάρχων ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών». Αν ο άνθρωπος θέλει να γίνει Θεός, ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος. Μια επιλογή που θα τον οδηγήσει, νομοτελειακά (έδει παθείν τον Ιησούν), στον πρόωρο, ατιμωτικό και οδυνηρό θάνατο πάνω στον σταυρό. Στα ανθρώπινα μάτια η πλήρης αποτυχία. Στα μάτια του Θεού (ας μας συγχωρεθεί ο ανθρωπομορφισμός) η άνοδος στη θεϊκή δόξα.

Η ανθρώπινη φαντασίωση της αποθέωσης υποκρύπτει την αδήριτη μελαγχολία που γεννά η συνειδητοποίηση πως δεν είμαστε παντοδύναμοι. Κάθε εναντίωση στις επιθυμίες και τις πράξεις μας γεννά μέσα μας τη μελαγχολία. Ως εκ τούτου, μόνο ο Θεός δεν είναι μελαγχολικός.

«Έτσι είναι τα πλάσματα της Φύσης και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς», συμπέραινε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Αν η κοινή ανθρώπινη μοίρα χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη της ισχύος και το αναπόφευκτο του θανάτου, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς πως η αιχμαλωσία στην αλαζονεία συνιστά την περιγραφή των ηθικολόγων για την ανθρώπινη κατάσταση. Είναι όμως αυτή η μόνη δυνατή εξήγηση;

Παραθέτοντας σύντομα κεφάλαια από τη ζωή πραγματικών ή φανταστικών όντων, θα προσπαθήσω να αναδείξω τα φαρμάκια με τα οποία ποτίζει την ανθρώπινη ζωή η αλαζονεία, αλλά και ορισμένα φάρμακα, που σύμφωνα τουλάχιστον με τους ισχυρισμούς κάποιων, λειτούργησαν θεραπευτικά.

Οι δυο πιο διαδεδομένες περιγραφές των απαρχών της ανθρώπινης κοινωνίας είναι αυτές του Ρουσσώ και του Χομπς.

Ο πρώτος θέτει ως απαρχή την ώρα εκείνη που κάποιος περιέφραξε ένα κομμάτι γης και είπε: «δικό μου». Ο δεύτερος θέτει ως απαρχή την προσπάθεια να λυθεί η πρωταρχική ανθρώπινη συνθήκη: ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Στην πρώτη περίπτωση αυτό που θέτει τέλος στην κατάσταση του «ευγενούς αγρίου» είναι η ιδιοκτησία. Στη δεύτερη περίπτωση είναι το κράτος που έρχεται, ως κάτοχος του μονοπωλίου της βίας, να προσφέρει την ειρήνη στην ανθρώπινη κοινότητα.

Και οι δυο περιγραφές έχουν ως υπόρρητη προϋπόθεση την αλαζονεία του ισχυρού.

Οι Ντέιβιντ Γκρέμπερ και Ντέιβιντ Γουένγκροου, σε μια εκτενή μελέτη τους για τις απαρχές των ανθρώπινων κοινωνιών, υποστήριξαν πως τα ανθρώπινα όντα, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, μετακινούνταν αβίαστα μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών διευθετήσεων, συναρμολογώντας και διαλύοντας ιεραρχίες σε τακτική βάση. Ως εκ τούτου, η κρίσιμη ερώτηση θα έπρεπε να είναι «πώς κολλήσαμε;», πως φτάσαμε να θεωρούμε πως δεν υπάρχει εναλλακτική (σύνδρομο ΤΙΝΑ, There is no Alternative).

Σύμφωνα με τον Κλίφορντ Γκέερτζ: «Έχουμε τον εξοπλισμό να ζήσουμε χίλιες διαφορετικές ζωές μολονότι καταλήγουμε να ζούμε μόνο μια».

Η αλαζονεία των ισχυρών δεν είναι η βιολογική μας μοίρα/μήτρα.

Τα αρχαιολογικά τεκμήρια είναι πολύ πιο πλούσια σε αποχρώσεις από την επικρατούσα θεωρία που προβάλλει ως αναπόδραστη τη δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας και μιας πυραμιδοειδούς ταξικής διαστρωμάτωσης.

Έχουν ανασκαφεί πόλεις χωρίς βασιλικά παλάτια, επαύλεις της ελίτ ή περίβλεπτους ιερούς χώρους, αλλά με υψηλού επιπέδου πολεοδομικό σχεδιασμό, προσεγμένες κατοικίες για όλους και χώρους κοινοτικής δράσης.

Το ποια αρχαιολογικά ευρήματα προβάλλονται (και καταλήγουν να γίνουν τουριστικά αξιοθέατα) φανερώνει ποιοι είμαστε εμείς σήμερα και συσκοτίζει τις επιλογές των μακρινών προγόνων μας.

Ανθρωπολόγοι, από τον Κλοντ Λεβί-Στρος μέχρι τον Πιερ Κλαστρ, υποστήριξαν πως το είδος των ανθρώπων που μας αρέσει να φανταζόμαστε απλούς και αθώους ή «άγριους» και πρωτόγονους, άνθρωποι που ήταν απαλλαγμένοι από άρχοντες, κυβερνήσεις, γραφειοκρατίες, άρχουσες τάξεις, άνθρωποι με εντελώς άλλα ήθη από αυτά του δυτικού πολιτισμού και διαφορετικές προτεραιότητες , έζησαν έτσι επί χιλιάδες χρόνια όχι επειδή στερούνταν φαντασίας, αλλά επειδή, ίσως ήταν περισσότερο ευφάνταστοι από εμάς.

Ενδεικτική είναι η σύγκριση ανάμεσα στους Καλιφορνέζους τροφηλάτες και τις γειτονικές φυλές της Βορειοδυτικής ακτής της Αμερικής..

Οι τροφηλάτες της Καλιφόρνια χαρακτηρίζονταν από την πλήρη απουσία επίσημων βαθμών αλλά και του πότλατς (της προσφοράς υπερβολικών δώρων ή και καταστροφής περιουσίας σε ένδειξη ισχύος και γοήτρου). Τους έλειπαν επίσης όλα τα παρεπόμενα στοιχεία του πότλατς: η διαίρεση σε «ανώτερη» και «κατώτερη» μορφή μαγειρικής, η πρωτοκαθεδρία στο τραπέζι και στα σκεύη σερβιρίσματος, η υποχρεωτική κατανάλωση λιπαρών τροφών, το ανταγωνιστικό μοίρασμα δώρων, οι καυχησιάρικες ομιλίες, η δημόσια εκδήλωση αντιπαλότητας μεταξύ των ευγενών που πάλευαν για τα προνόμια των τίτλων τους.

Στη Βορειοδυτική Ακτή επικρατούσε μια οργιαστική αφθονία σε έπιπλα, εμβλήματα και μάσκες η οποία ήταν συνεπής με τη θεατρικότητα του πότλατς. Συνιστούσαν έναν κόσμο γεμάτο επίδειξη, ψευδαισθήσεις και προσωπεία.

Η αλαζονεία αποστρέφεται τη λιτή ευημερία. Γι’ αυτήν η απλότητα δεν είναι πλούτος, αλλά στέρηση.

Στην πόλη Τλαξκάλα στο Μεξικό εκείνοι που επιδιώκουν να αναλάβουν ρόλο στο συμβούλιο όχι μόνο δεν χρειάζεται να έχουν προσωπική ακτινοβολία ή την ικανότητα να υπερνικούν τους αντιπάλους τους, αλλά αντιθέτως διαπνέονται από ένα πνεύμα ταπεινοφροσύνης, ακόμα και ντροπής. Για να εξασφαλιστεί ότι αυτή η υποταγή στην ευημερία της κοινότητας δεν αποσκοπεί απλώς στο θεαθήναι, θα αναγκαστούν να περάσουν από δοκιμασίες. Θα εκτεθούν υποχρεωτικά σε δημόσιο εξευτελισμό, θα βιώσουν μια μακρά περίοδο απομόνωσης, νηστείας, στέρησης ύπνου, ακόμα και αφαίμαξης. Θα μαθητεύσουν σε ένα αυστηρό πρόγραμμα ηθικής μαθητείας. Όταν η μύηση ολοκληρωθεί ακολουθούν τα «αποκαλυπτήρια» του νεοαναδειχθέντος δημόσιου λειτουργού με γλέντι και γιορτή.

Μόνο όποιος ξεπερνά εξίσου την έλξη της τιμής και την απώθηση της χλεύης μπορεί να είναι ελεύθερος από την αλαζονεία

Οι Χάτζα, μια φυλή της Αφρικής, εφαρμόζουν τις αρχές τους περί ιδιοκτησίας όχι μόνο στα υλικά αγαθά, τα οποία συνεχώς μοιράζονται ή προσφέρουν ο ένας στον άλλο, αλλά και στις γνώσεις των φυτών ή τις ιερές γνώσεις. Εξίσου αλλόκοτη στη σύγχρονη ευαισθησία είναι και η στάση τους απέναντι στο κύρος, καθώς τους ταλαντούχος κυνηγούς τούς χλευάζουν και τους ταπεινώνουν συστηματικά. Κανείς δεν πρέπει να είναι σε σχέση διαρκούς εξάρτησης απ’ οποιονδήποτε άλλο.

Αντιθέτως, στο ρωμαϊκό δίκαιο η ευθύνη για τη φροντίδα και το μοίρασμα μειώνεται στο ελάχιστο, αν δεν εξαλείφεται εντελώς. Αναγνωρίζονται τρία βασικά δικαιώματα, το usus (το δικαίωμα της χρήσης), το fructus (το δικαίωμα της απόλαυσης) και το abusus (το δικαίωμα της πρόκλησης βλάβης ή καταστροφής). Αν κάποιος έχει μόνο τα δυο πρώτα, αυτό δεν θεωρείται πραγματική κατοχή, σύμφωνα με το νόμο. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αληθινής νόμιμης ιδιοκτησίας είναι το να κατέχει την επιλογή να μην τη φροντίζει ή ακόμα και να την καταστρέφει κατά βούληση.

(Ας αναλογιστούμε την κλασική πλέον σκηνή από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Όλα είναι δρόμος, όπου ο Γιώργος Αρμένης αγοράζει επί τόπου και κατά την ώρα της βακχικής διασκέδασης ένα παρακμιακό μπουζουξίδικο στη μέση του πουθενά, μόνο και μόνο για να το καταστρέψει σταδιακά χάριν τέρψεως, φτάνοντας στην εμβληματική φράση «Ρίχτο Ηλία, Ηλία ρίχτο»).

Αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν ότι, μετά την καταστροφή της Καρχηδόνας, ο Σκιπίων Αφρικανός ο Νεότερος δάκρυσε αντικρύζοντας τη μοίρα των εχθρών του. Πολλοί απόρησαν πώς κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν για έναν άνθρωπο που είχε διαμορφωθεί από τα λόγια του Κάτωνα του Πρεσβύτερου, ο οποίος ολοκλήρωνε κάθε δημόσια ομιλία του με τη φράση: «η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί».

Ο Σκιπίων σκεφτόταν εντελώς διαφορετικά. Έφερε στον νου του τον ομηρικό στίχο: «θα ’ρθει μια μέρα να αφανιστεί της Τροίας το κάστρο» και το εφάρμοζε και στην περίπτωση της Ρώμης. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τότε την ύπαρξη του Αλάριχου. Κανείς, εκτός από τον Σκιπίωνα, που μισή και πλέον χιλιετία νωρίτερα τον έβλεπε να εισβάλει, να κατακτά και να λεηλατεί τη Ρώμη.

Η αλαζονεία υποκύπτει στον πειρασμό να θεωρεί την παρούσα ευνοϊκή συγκυρία ως αιωνιότητα.

 «Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού», υποστήριξε ο Μένανδρος. Εν τούτοις, ο μεγαλύτερος σοφός της αρχαιότητας δεν αμάρτησε δυο, αλλά τρεις φορές.

Την πρώτη φορά που ο Πλάτωνας ταξίδεψε στη Σικελία για να προσφέρει τις πολιτικές του συμβουλές στον τύραννο Διονύσιο, αφορμή στάθηκε η επιθυμία του φιλοσόφου να μην αρκεστεί στη θεωρία, αλλά να καταπιαστεί με την πολιτική και στην πράξη. «Μ’ αυτή λοιπόν τη σκέψη κι αυτό το θάρρος ξεκίνησα απ’ την πατρίδα μου όχι όπως νόμιζαν μερικοί, αλλά πρώτα επειδή φοβόμουν, μήπως φανώ ποτέ στην ίδια μου την κρίση ότι δεν είμαι παρά μόνο θεωρία κι ότι σε κανένα έργο δεν θα καταπιανόμουν ποτέ θεληματικά –κι αυτό θα μου προξενούσε τη μεγαλύτερη ντροπή απέναντι του ίδιου του εαυτού μου».

Μετά την πρώτη απογοήτευση επιχείρησε ένα δεύτερο ταξίδι, όταν θεώρησε πως οι συνθήκες ήταν τώρα πράγματι περισσότερο ευνοϊκές. «Όχι πολύ αργότερα όμως, άλλαξε η κυβέρνηση των Τριάκοντα και γενικά το πολίτευμα εκείνο· και πάλι με τραβούσε, αν και χαλαρότερα, πάντως όμως με τραβούσε ο πόθος ν’ ασχοληθώ με τα κοινά και να πολιτευθώ».

Επιχείρησε και μια τρίτη προσπάθεια μόνο και μόνο για να διαπιστώσει την αδυναμία του να μάθει από τα λάθη του. «Σκεπτόμουνα λοιπόν ότι ο θυμός μου βέβαια δεν έπρεπε να στρέφεται τόσο εναντίον του Διονυσίου, όσο εναντίον του ίδιου του εαυτού μου και εκείνων που με βίασαν να έρθω για τρίτη φορά στον πορθμό της Σκύλλας για να ξαναντικρύσω την απαίσια Χάρυβδη».

Αναρωτιέται κάνεις, τι θα συνέβαινε αν οι καιροί ξαναγίνονταν ευνοϊκοί και οι Συρακούσες καλούσαν τον Πλάτωνα και τέταρτη φορά;

Αλαζονεία: ο συνδυασμός μιας ρωγμής του χρόνου που προοιωνίζεται την πρόοδο, με την προϋπόθεση ο αλαζόνας να έχει κεντρικό ρόλο στο δράμα.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος θα εκλεγεί, δίχως καν να ερωτηθεί, επίσκοπος στην άσημη επαρχιακή επισκοπή Σασίμων. Αυτό θα γίνει με πρωτοβουλία του φίλου του Βασιλείου επισκόπου Καισαρείας για λόγους εκκλησιαστικής πολιτικής. Δεν θα πάει ποτέ στα Σάσιμα. Γρήγορα θα φτάσει στην Κωνσταντινούπολη όπου, εκφωνώντας τους πέντε περίφημους Θεολογικούς Λόγους του, θα θέσει τις θεολογικές βάσεις για την αντιμετώπιση των χριστολογικών και τριαδολογικών αιρέσεων της εποχής. Θα εκλεγεί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και θα οριστεί αυτόχρημα Προέδρος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου που θα πραγματοποιηθεί στην Πόλη το 381.

Οι αντίπαλοί του θα τον κατηγορήσουν για αθέτηση των εκκλησιαστικών παραδόσεων. Σε μια εποχή που η μονογαμία ήταν σεβαστός νόμος όχι μόνο για τους συζύγους αλλά και για τους επισκόπους, η μετάθεσή του από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη θεωρήθηκε παράτυπη.

Θα μπορούσε να επικαλεστεί πλήθος αντεπιχειρημάτων. Η εκλογή του δεν είχε τη συγκατάθεσή του. Δεν είχε ποτέ ενθρονιστεί στην επισκοπή Σασίμων. Δεν είχε επιδιώξει τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, παρά πάντα ακολουθούσε το θέλημα της Εκκλησίας. Δεν θα κάνει τίποτε από αυτά. Θα παραιτηθεί και έκτοτε θα ζήσει ως μοναχός.

Η εξήγηση που θα δώσει μοιάζει απλή μόνο για όποιον έχει διαποτιστεί από τη βιβλική σοφία: «Ει δε τι υμίν εγώ της διαστάσεως αίτιος, ουκ ειμί σεμνότερος Ιωνά του Προφήτου. Βάλετέ με εις την θάλασσαν και παύσεται αφ’ υμών ο κλύδων των ταραχών… Θρόνου εξώσατε, πόλεως απελάσατε. Μόνον την αλήθειαν και την ειρήνην, ως ο Ζαχαρίας φησίν, αγαπήσατε».

Ο Ισαάκ ο Σύρος ανήκει στην περίπτωση του ασκητή μοναχού που καλείται (ως δημόκλητος όπως λεγόταν στην εποχή εκείνη, ίσως και θεόκλητος, αλλά πάντως σίγουρα όχι αυτόκλητος) να γίνει επίσκοπος Νινευή. Υπακούοντας στην εκκλησιαστική απόφαση, θα αποδεχθεί την εκλογή.

Σύντομα θα διαπιστώσει πως εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας της Νινευή τίποτα από αυτά που ο ίδιος θεωρούσε δεδομένα δεν ίσχυαν. Θα κληθεί να αναλάβει τον ρόλο του δικαστή σε μια υπόθεση χρέους. Ο δανειστής απαιτεί την άμεση απόδοση των οφειλόμενων, ενώ ο οφειλέτης, αποδέχεται μεν το χρέος, ζητά όμως παράταση αποπληρωμής καθώς αδυνατεί να το εξοφλήσει. Ο Ισαάκ θα επικαλεστεί το ευαγγέλιο και θα προτείνει, αν όχι διαγραφή του χρέους, όπως επιβάλλει ο νόμος της τελειότητας, τουλάχιστον λίγη υπομονή ως προς τον χρόνο απόδοσης.

Στην πρόταση του Ισαάκ ο δανειστής θα αντιτείνει κάτι που θα αφήσει τον επίσκοπο εμβρόντητο: «άσε τώρα το ευαγγέλιο!» Ο Ισαάκ συνειδητοποιώντας πως το να είσαι χριστιανός δεν σήμαινε πλέον αυτομάτως και την αποδοχή του ευαγγελικού μηνύματος, θα συμπεράνει πως δεν έχει νόημα να κάθεται σε έναν θρόνο στον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν μονάχα τη δύναμη του Ισχυρού κι όχι τη δόξα του Εσταυρωμένου. Θα παραιτηθεί και θα ζήσει τη υπόλοιπη ζωή του στην αγαπημένη του έρημο.

Ο Θωμάς Ακινάτης έζησε την εποχή όπου ο αριστοτελισμός, είτε αμιγής είτε υπό αραβικές (αβερροϊκές) παραλλαγές, αναδεικνύονταν σε Zeitgeist. Κάποιοι χριστιανοί προέκριναν την κατά μέτωπο επίθεση σ’ αυτή την προοπτική, υιοθετώντας είτε πλατωνικές είτε αυγουστίνειες θέσεις. Ο Ακινάτης προέκρινε μια τρίτη στάση: προσπάθησε να εντάξει τον αριστοτελισμό στη θεολογία καθιστώντας τον αβλαβή.

Η θεολογία του διαπνέεται από ένα πνεύμα που ονομάστηκε σχολαστικισμός ή more geometrico, καθώς θύμιζε τη μεθοδικότητα και τον τρόπο των μαθηματικών. Οι παραδοσιακοί θεολόγοι αντέδρασαν και καταδίκασαν αρκετές από τις θέσεις του το 1277. Σε βάθος χρόνου η επιλογή του έμοιαζε να δικαιώνεται. Το 1567 ο πάπας Πίος o E΄ τον ονόμασε αγγελικό διδάσκαλο και το 1879 ο πάπας Λέων ο ΙΓ΄ αποφάσισε πως το έργο του όφειλε να συνιστά τη βάση κάθε ρωμαιοκαθολικής φιλοσοφίας, δίνοντας το έναυσμα για το ρεύμα σκέψης που ονομάστηκε νεοθωμισμός.

Όμως ο ίδιος, στα τέλη του σύντομου για τα σημερινά δεδομένα βίου του, έζησε μια πνευματική εμπειρία που τον συγκλόνισε. Φτάνοντας στην εορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου 1273, σταμάτησε να γράφει και να διδάσκει. Όταν τον ρωτήσαν γιατί απάντησε : «Δεν μπορώ. Ό,τι έχω γράψει μέχρι τώρα μοιάζει με άχυρο συγκρινόμενο με αυτό που είδα.». Δεν ξαναέγραψε τίποτα. Η Summa Theologiae, το opus magnum του, έμεινε ανολοκλήρωτη Πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Μαρτίου του 1274. Δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα πενήντα χρόνια.       

Ο πιο έγκυρος τρόπος υπέρβασης της αλαζονείας: η συντριβή δια της άνωθεν χάριτος.

Δεν έζησαν όλοι οι θεολόγοι με τον τρόπο του Γρηγορίου και του Ισαάκ ή του ύστερου Θωμά. Διδακτική, διασκεδαστική και ταυτόχρονα τραγική είναι η ιστορία που διηγείται ο Μπόρχες στο διήγημα Οι θεολόγοι. Ο Αυρηλιανός και ο Ιωάννης της Παννονίας διασταυρώνουν τα ξίφη τους με αφορμή θεολογικές και φιλοσοφικές διαμάχες πάνω στην κυκλική ή γραμμική φύση του χρόνου. Αναρωτιούνται αν όλα επανέρχονται ή αν όλα είναι μοναδικά μέσα στον κόσμο.

Αρχικά μοιάζει να βρίσκονται από την ίδια μεριά, στέλνοντας στην πυρά τον αιρετικό Εύφορβο, οπαδό της αιώνιας επιστροφής των πάντων. Αργότερα, όταν ο Αυρηλιανός διαβάσει μια πραγματεία του Ιωάννη της Παννονίας που αναιρεί τα επιχειρήματα μιας αντίστοιχης δικιάς του, τη βρίσκει τόσο εξαίρετα σαφή, λιτή και διαυγή, που νιώθει «μια ταπείνωση σχεδόν σωματική». Σταδιακά θα βρει τον τρόπο να εγείρει υποψίες για την ορθοδοξία του Ιωάννη και εντέλει θα τον δει να καταλήγει κι αυτός με τη σειρά του στην πυρά.

Χρόνια αργότερα, κι ενώ πάντα προσπαθεί να αυτοδικαιωθεί για τις επιλογές του, μια βραδιά με καταιγίδα θα καταφύγει σε έναν αχυρώνα. Εκεί θα τον βρει ο θάνατος, όπως και τον Ιωάννη, ως πυρ καταναλίσκον, με τη μορφή ενός κεραυνού.

Το τέλος της ιστορίας βρίσκει τον Αυρηλιανό στη Βασιλεία των Ουρανών, όπου ο συνειδητοποιεί πως ο Θεός τον εκλαμβάνει για τον Ιωάννη της Παννονίας ή, ακόμα χειρότερα, θεωρεί πως ο Αυρηλιανός και ο Ιωάννης είναι το ίδιο πρόσωπο.

Έσχατη μορφή αλαζονείας: η υπεράσπιση των δικαιωμάτων του Θεού.

Ο Νίτσε συνιστά το αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα ανθρώπου που αναβιβάζει προγραμματικά σε αρετή ό,τι ο χριστιανισμός θεωρούσε θανάσιμο αμάρτημα. Σ’ αυτή τη μεταξίωση (Umwertung), κεντρική θέση έχει βέβαια η αλαζονεία, το χαρακτηριστικό σημάδι των ισχυρών, αυτών που αλλάζουν τον κόσμο, αλλά οι ηθικολογούντες τους καταδικάζουν.

Στο πλαίσιο αυτής της μεταξίωσης, καλό για τον Νίτσε αποβαίνει ό,τι κορυφώνει το αίσθημα της δύναμης. Κακό ό,τι προέρχεται από την αδυναμία. Η ευτυχία δεν είναι τίποτε άλλο από το αίσθημα ότι η δύναμη μεγαλώνει, ότι μια αντίσταση υπερνικήθηκε. Οι αδύναμοι και οι λειψοί πρέπει να αφανιστούν. Ο Χριστιανισμός είναι μισητός ως ενεργός συμπόνια προς όλους τους αδύναμους, που στα μάτια του φιλόσοφου δεν είναι παρά εκφυλισμένοι.            

 Ένας τρόπος να αρθεί κανείς πάνω από την ασημαντότητά του είναι να κυριαρχήσει επί μιας συζύγου, ενός σκύλου, ενός φίλου, ενός κόμματος ή μιας ολόκληρης εποχής.

Την ημέρα που επρόκειτο να καταρρεύσει, λίγο πριν η ζωή του γίνει έρμαιο της ψυχικής νόσου, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του. Με δάκρυα στα μάτια, ο φιλόσοφος τύλιξε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό του ζώου κι ύστερα κατέρρευσε.

Τι σήμαινε για τον φιλόσοφο αυτή η εκδήλωση συμπόνιας προς ένα άλογο ζώο; Ήταν η προαναγγελία της κατάρρευσης ή μήπως εκείνη η ελάχιστη στιγμή ανάμεσα στη δύση της αλαζονείας και την αυγή της τρέλας συνιστούσε μια αχτίδα φωτός;

Στα Μαύρα Τετράδια, καταγραφές που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του, ο Χάιντεγκερ αποκαλύπτει τις προθέσεις του κατά την περίοδο της εμπλοκής στον Εθνικοσοσιαλισμό: φιλοδοξεί να γίνει λαθρεπιβάτης του ναζισμού, έχοντας όμως την απαίτηση να ορίζει την πορεία του πλοίου.

Όταν το όραμα καταρρεύσει θα απολογηθεί μόνο για τις προσδοκίες που είχε. Οι ναζί δεν στάθηκαν οι χρήσιμοι ηλίθιοι που ο Χάιντεγκερ ανέμενε στην προσπάθειά του για αναγέννηση του γερμανικού πνεύματος. Οι ναζί όχι μόνο δεν έκαναν στο πλάι για να περάσει πλησίστιος ο φιλόσοφος, αλλά ποδοπάτησαν τα πάντα στο πέρασμά τους.

 Όπως φανερώνει, χρόνια μετά η συνέντευξη στο Σπίγκελ, ο Χάιντεγκερ δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί πως η εμπλοκή του στο όραμα του εθνικοσοσιαλισμού στάθηκε άλλη μια περίπτωση του έξυπνου πουλιού που πιάνεται από τη μύτη, πως ήταν αυτός που έγινε ο χρήσιμος ηλίθιος του Χίτλερ.

Όταν μεταπολεμικά ο Χάιντεγκερ επέστρεψε εντέλει στην ακαδημαϊκή διδασκαλία, αντιμετώπισε τη σκωπτική διάθεση ενός συναδέλφου του ο οποίος τον ρώτησε: «Επιστρέψατε, λοιπόν, από τις Συρακούσες;» Δεν ξέρουμε τι απάντησε. Ίσως να μην παραδέχθηκε καν πως ταξίδεψε εκεί.

Η συνήθης, ιδίως σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, άποψη πως η ζωή και το έργο ενός δημιουργού μπορούν να αντιδιαστέλλονται, παρέχοντας σε κάποιον τη δυνατότητα να είναι «ο μέγιστος των φιλοσόφων και ο ελάχιστος των ανθρώπων», έχει δεχθεί πειστική κριτική.

Ο Καρλ Μαρξ, ιδιαίτερα διαυγής όταν ανέλυε μια κατάσταση (αλλά όχι πάντα όταν εμπλέκονταν σ’ αυτήν οι δικές του προσδοκίες), δίνει μια ενδιαφέρουσα πτυχή: «Ένας φιλόσοφος μπορεί να είναι ένοχος συμβιβασμού με την πολιτική εξουσία και ενδεχομένως να το συνειδητοποιεί. Αυτό που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει είναι η πιθανότητα αυτός ο προφανής συμβιβασμός με την εξουσία να έχει τις ρίζες της σε μια βαθύτερη ατέλεια της σκέψης του. Είναι καθήκον των μαθητών του να αναδείξουν αυτή την ατέλεια».

Ο Καρλ Λέβιτ, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Χάιντεγκερ, ανέλαβε να επιτελέσει αυτό το έργο. Να δείξει πώς οι εμπλοκές της συμπόρευσης του Χάιντεγκερ με τον ναζισμό ήταν συνεπείς προς τη θεμελιώδη θέση του Είναι και Χρόνος, όπως αυτή διατυπώνεται λ.χ. στις στομφώδεις και σκοπίμως σκοτεινές αναλύσεις της § 74.

Αλαζονεία: να θεωρείς τους πάντες κατώτερα και πειθήνια αγνά των υψηλών προθέσεών σου. Να παραμένεις θεληματικά τυφλός ακόμα κι όταν έχεις χάσει κάθε αξιοπρέπεια.

Ο Λακάν βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και επιθυμεί να επισκεφθεί το Μητροπολιτικό Μουσείο. Επιμένει να ξεναγηθεί μόνος, μακριά από το πλήθος των φιλότεχνων τουριστών που κατακλύζουν τη μητρόπολη του κόσμου. Θα αναθέσει την ευόδωση του αιτήματος σε μια Αμερικανίδα συνάδελφο που έχει επωμιστεί, μαζί με άλλους, τη φιλοξενία του διάσημου Γάλλου. Αυτή θα καταφέρει να πετύχει την έγκριση της επιθυμίας του. Όταν στο τέλος της ξενάγησης ο ξεναγός θα ευχηθεί στον Λακάν «χαιρετισμούς στη Σιμόν», ο Λακάν θα παραξενευτεί λίγο αλλά δεν θα δώσει ιδιαίτερη σημασία, τα αγγλικά του δεν είναι άλλωστε τόσο καλά. Μονάχα η Αμερικανίδα συνοδός, τυπική εκπρόσωπος του εγελιανού δούλου που είναι κύριος του κυρίου του, θα χαμογελάσει κρυφά μια που είχε ζητήσει από τους υπεύθυνους του μουσείου μια ιδιαίτερη ξενάγηση για τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, πασίγνωστου εκείνη την εποχή στην Αμερική, αντίθετα από τον Λακάν. Σε μια εποχή π. Δ. (προ διαδικτύου), όταν η φωτογράφηση κάθε ασημαντότητας δεν είχε ισχύ νόμου, τέτοια ευτράπελα ήταν ακόμα δυνατά.

Λακάν, ο άνθρωπος που στον μποτιλιαρισμένο αυτοκινητόδρομο έπαιρνε συστηματικά τη λωρίδα ασφαλείας κι όταν κάποτε τον σταμάτησε η αστυνομία είπε ανενδοίαστα ψέματα για κάποιο ανύπαρκτο θέμα υγείας. Ο άνθρωπος που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και πέρναγε τα φανάρια με κόκκινο, μη δίνοντας καμία σημασία στις κραυγές των συνεπιβατών του.

Αναγκάστηκε εντέλει να αναγνωρίσει στην πράξη τα όρια του Πραγματικού (για το οποίο μίλησε εμβριθώς στην θεωρία του), όταν εβδομηνταεπτάχρονος πια καρφώθηκε στις μπάρες ενός αυτοκινητόδρομου την ώρα που αποφάσιζε με καθυστέρηση να πάρει μια στροφή με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Λακάν, ο άνθρωπος που έμοιαζε μονίμως αποσυρμένος και αδιάφορος για το τι γινόταν γύρω του στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο άνθρωπος που δεν λάμβανε υπόψη τον τρόπο σκέψης των συνομιλητών του. Κάποτε εκμυστηρεύτηκε το μυστικό του: θεληματικά παρέμεινε ένα πεντάχρονο παιδί. Πολλά από αυτά που οι άλλοι ψυχαναλυτές θα έβλεπαν ως αποδοχή της αρχής της πραγματικότητας έναντι της αρχής της ηδονής, γι’ αυτόν δεν ήταν παρά ανεπίτρεπτη υποχώρηση της επιθυμίας, ασυγχώρητος συμβιβασμός με το Πραγματικό, σκέτη δειλία.

Προς το τέλος της ζωής του θα αποσύρεται όλο και πιο πολύ στη σιωπή. Θα επιδίδεται μετά μανίας στη δημιουργία βορρόμειων κόμβων, μια εμμονή που του γεννήθηκε από την επιφανειακή, σύμφωνα με τους επικριτές του, ενασχόληση με την τοπολογία. Σύμφωνα με έναν σύγχρονο Ιταλό λακανικό ψυχαναλυτή (ρωμαιοκαθολικής παιδείας), είχε κι αυτός αρχίσει να βλέπει το έργο του sicut palea (σαν άχυρο), όπως ακριβώς και ο Ακινάτης.

Συνιστά αυτή η στάση μια, έστω και την ενδεκάτη ώρα, στροφή προς κάποια μορφή αυτοκριτικής ωριμότητας; Ή μήπως είναι η έσχατη μορφή της αλαζονείας; Η περίπτωση όπου, για να παραφράσουμε τον ποιητή, «μας διώχνουνε τα πράγματα κι η απόσυρση είναι το καταφύγιο που φθονούμε».

Άραγε γιατί διηγούμαστε σήμερα αυτές τις ιστορίες; Η πρώτη απάντηση που συνήθως έρχεται στο μυαλό είναι πως εμφορούμαστε από μια διάθεση αποκαθήλωσης των μεγάλων ανδρών. Μια επιθυμία να θέσουμε τα πάντα σε ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, επίπεδο.

Φοβούμαι πως πιο κοντά στην αλήθεια είναι μια δεύτερη εξήγηση. Είμαστε έτοιμοι όχι μόνο να συγχωρήσουμε τα πάντα στους «μεγάλους» της εποχής μας, αλλά να μετατρέψουμε τα θανάσιμα αμαρτήματά τους σε αρετές.

Στις βιογραφίες του Λακάν είναι ορατή, αν και ασυνείδητη, μια μορφή Umwertung. Ό,τι κάποτε ήταν επονείδιστη ιδιωτική αδυναμία, τώρα έχει αναχθεί σε αρετή που μπορεί και πρέπει να παρουσιάζεται δίχως δεύτερες σκέψεις στη δημόσια θέα προς έπαινο του ανδρός.

Ο Βασιλιάς Ληρ ξεκινά με μια οιονεί γονική παροχή της εξουσίας. Ο τρόπος και το ύφος του βασιλιά υποψιάζει τον αναγνώστη για το γεγονός πως η αλαζονεία δεν απεμπολείται έτσι απλά. Η αλαζονεία δεν υποχωρεί μόνο και μόνο επειδή ο άνθρωπος θεωρεί πως απαρνείται τα κεκτημένα του, όταν διαμοιράζει τη δύναμη και την εξουσία. Ο Ληρ το συνειδητοποιεί αυτό σταδιακά, με τον πιο τραγικό και επώδυνο τρόπο. Η εξέλιξη του έργου φανερώνει μια μεγάλη αλήθεια: old habits die hard.

Ο Ληρ μοιράζει την περιουσία του, αλλά αποδεικνύεται ανήμπορος να απαρνηθεί όσα νομίζει πως απαρνείται, μια που κατά βάθος είναι ανίκανος να απαρνηθεί τις βεβαιότητες που του παρείχε ο βασιλικός εαυτός του.

Η αλαζονεία ως απαίτηση η αιωνιότητα να είναι διαποτισμένη από την παρουσία και την επιθυμία μας.

Στο μυθιστόρημα της Τζέιν Ώστιν Περηφάνεια και προκατάληψη ο κ. Ντάρσυ θεωρεί ως αυτονόητη αλήθεια την αίσθησή του πως είναι ανώτερος από την Ελίζαμπεθ Μπέννετ. Ως προς αυτό συνηγορούν αιώνες αγγλικής αριστοκρατίας κι ένα κοινωνικό φαντασιακό βαθιά ριζωμένο στις καρδιές όλων, ανώτερων και κατώτερων τάξεων εξίσου.

Όμως οι καιροί αλλάζουν και η Ελίζαμπεθ ακούει την ερωτική εξομολόγηση του Ντάρσυ (ομολογουμένως μια από τις χειρότερες στην ιστορία της λογοτεχνίας) γεμάτη αγανάκτηση. Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Ντάρσυ τής ομολογεί πως την θέλει στη ζωή του παρ’ όλο που είναι κατώτερή του, παρ’ όλο που αυτή η σχέση θα τον κάνει να χάσει πολύτιμο κεφάλαιο στο χρηματιστήριο των αριστοκρατικών αξιών.

Η υπερηφάνεια του τίτλου είναι διττή, αλλά δεν ταυτίζεται και στις δυο περιπτώσεις με την αλαζονεία. Η υπερηφάνεια της δεσποινίδας Μπέννετ πηγάζει από μια αίσθηση αξιοπρέπειας που δεν υποτάσσεται στις προκαταλήψεις της εποχής ως προς την τάξη και το φύλο. Η υπερηφάνεια του κ. Ντάρσυ πηγάζει από την αλαζονική του πεποίθηση πως ως ευγενής ευκατάστατος άντρας είναι αυτόχρημα ανώτερος.

Η συνάντηση της μιας υπερηφάνειας με την άλλη, με άλλα λόγια η ανάδυση μιας άλλης εναλλακτικής προοπτικής, θα είναι σωτήρια για τον Ντάρσυ. Σταδιακά θα δει αυτό που δεν μπορούσε μέχρι τότε. Πώς η αξιοπρέπεια είναι ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ζωή, συνιστά φάρμακο, ενώ η αλαζονεία στο τέλος, ανεξαρτήτως της διαδρομής κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου, πάντα αποδεικνύεται φαρμάκι.

Η αλαζονεία δεν είναι προνόμιο των ισχυρών. Συνιστά πειρασμό που αγγίζει ακόμα κι όσους κινούνται στα υπόγεια της κοινωνικής πυραμίδας.

Ένας εξ αυτών, ο ένοικος του ντοστογιεφσκικού Υπογείου, συναισθάνεται την απελπιστική του κατάσταση, αλλά ταυτόχρονα πιστεύει πως είναι ο πιο έξυπνος από όσους γνωρίζει. Περιφρονεί τους πάντες και νιώθει πως όλοι όσοι θεωρούν πως είναι ανώτεροί του βρίσκονται σε πλάνη.

 Ένα βράδυ σε ένα καπηλειό κάθεται δίπλα στο τραπέζι του μπιλιάρδου και χωρίς να το συνειδητοποιεί εμποδίζει τους παίκτες. Κάποια στιγμή ένας εξ αυτών, ένας θηριώδης αξιωματικός δυο μέτρα μπόι, θα τον πιάσει απ’ τους ώμους και θα τον μετακινήσει σαν ένα κιβώτιο ή ένα σακί που του κλείνει το δρόμο. Όλα αυτά χωρίς εξήγηση και δίχως βία. Ο ήρωας του Υπογείου, ενώ εκείνη την ώρα δεν θα αντιδράσει αλλά θα ζαρώσει στη γωνιά του, σταδιακά θα εκλάβει το επεισόδιο ως έσχατη προσβολή.

Τελικά θα σκαρφιστεί μια τελετουργία υπεραναπλήρωσης. Παρακολουθεί τον αξιωματικό να περπατά στην κατάμεστη από ανθρώπους λεωφόρο Νιέφσκι και παρατηρεί πως μπροστά στους στρατηγούς παραμερίζει, ενώ κάτι τιποτένιους σαν κι αυτόν τους ποδοπατά, μην υποχωρώντας ποτέ, μη κάνοντας ένα βήμα στο πλάι για να τους αποφύγει. Αποφασίζει να προχωρήσει κατεπάνω του δίχως να παραμερίσει και να τον χτυπήσει με τον ώμο. Θα το επιχειρήσει πολλές φορές, αλλά πάντα την κρίσιμη στιγμή θα παραμερίζει μπροστά στον θηριώδη αξιωματικό. Αυτό θα τον γεμίζει λύσσα και θα πυροδοτεί νέες προσπάθειες ξανά και ξανά, μέχρι που μια μέρα δεν θα δειλιάσει. Θα τον χτυπήσει, έστω κι ελάχιστα, με τον ώμο κι όσο κι αν ο αξιωματικός θα συνεχίσει τον δρόμο του σαν να μη συνέβη τίποτα, ο ήρωας του Υπογείου θα θεωρήσει πως έχει ανακτήσει την αξιοπρέπειά του.

Για την Έμιλι Ντίκινσον δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα με βεβαιότητα, εκτός από τις ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου. Δεν δημοσίευσε σχεδόν τίποτα όσο ζούσε. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί την εξέλιξη των πραγμάτων. Πως σήμερα θα αποτελούσε πυλώνα του αμερικανικού λογοτεχνικού κανόνα. Πως η έκδοση του έργου της θα συνιστούσε ελκυστικό γρίφο για εμβριθείς φιλολόγους. Πως θα γινόταν αστείρευτο μεταλλείο για πλήθος διδακτορικών διατριβών, σεμιναρίων και εργαστηρίων δημιουργικής γραφής.

Η ίδια θα γελούσε με όλα αυτά. Αυτό πρόλαβε και μας το έγραψε:

Καμιά δεν είμαι εγώ: Κι εσύ;

Είσαι κι εσύ –Κανένας;

Τότε λοιπόν είμαστε δυο!

Μα μην το μάθει ουτ’ ένας!

Να είσαι Κάποιος, τι φρικτό:

Τα έλη να υμνούν –φαντάσου–

Το καλοκαίρι το ζεστό

Οι φρύνοι τ’ όνομά σου!

Από την αθανασία όπου βρίσκεται, αυτό το «κατώι της θνητότητας», το «ανεπίλυτο αίνιγμα», η Ντίκινσον παρακολουθεί άραγε αυτή την εξέλιξη στα αμερικάνικα γράμματα με μια απορία στα μάτια, μια θλίψη στην καρδιά ή ένα γέλιο στο στόμα;

Ο Ζαν Μπαρουά (ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του νομπελίστα Ντε Γκαρ) φτάνοντας στην ανδρική ηλικία θα απεμπολήσει τη Ρωμαιοκαθολική πίστη, με την οποία ανατράφηκε στην παιδική του ηλικία. Ακολουθώντας πλέον τα φιλελεύθερα ιδεώδη των Νέων Χρονών, θα γίνει σημαία όχι μόνο για την επόμενη γενιά των νέων, εντός του μυθιστορήματος του Ντε Γκαρ, αλλά και για ολόκληρη τη γαλλική σκέψη μέχρι σήμερα, η οποία είδε στο πρόσωπο αυτού του ήρωα, έναν τυπικό εκπρόσωπο του απελευθερωμένου από το τυραννικό χριστιανικό παρελθόν ανθρώπου.

Σε μια κρίσιμη στροφή του μυθιστορήματος ο Μπαρουά θα κινδυνεύσει να σκοτωθεί σε ένα ατύχημα, όταν η άμαξα στην οποία επιβαίνει συγκρούεται μ’ ένα τραμ. Στα κρίσιμα δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση, μια φράση της παιδικής ηλικίας θα του έρθει εντελώς απρόσμενα στο στόμα: «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία…». Μετά την ευτυχή έκβαση του συμβάντος ο Μπαρουά θα νιώσει βαθιά προβληματισμένος. Μήπως η ανθρώπινή αδυναμία, ο φόβος του θανάτου, μπορεί κάποτε να τον οδηγήσουν σε απεμπόληση των «διαφωτισμένων» απόψεών του; Θα βρει τη λύση αφήνοντας μια επιστολή ως διαθήκη, στην οποία θα γράψει πως αν ποτέ επιστρέψει στην πατρώα πίστη, αυτό θα είναι αποτέλεσμα της φθοράςˑ θα σημαίνει πως δεν έχει πια σώας τας φρένας.

Η σκέψη αυτή θα λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στα γεράματά του, την ώρα της φθοράς και του επικείμενου θανάτου, θα επιστρέψει στην πατρώα πίστη. Θα εξομολογηθεί στον ιερέα με τον οποίο είχε κάποτε πνευματικούς δεσμούς, θα κοινωνήσει και θα παραδώσει νηφάλιος το πνεύμα. Η διαθήκη που είχε αφήσει θα καταλήξει στο τζάκι, από τα χέρια της αγαπημένης κόρης του που έχει γίνει ρωμαιοκαθολική μοναχή.

Η σύγχρονη ανάγνωση είναι ομόφωνη: Ο Μπαρουά έχει αγγίξει την αλήθεια τη στιγμή της δύναμης και της δόξας. Ό,τι ακολουθεί είναι καρπός της ανθρώπινης αδυναμίας, καρπός της ασθενείας του. Η μεταστροφή του δεν είναι πειστική, ακολουθεί την καμπύλη της κάμψης.

Σ’ ένα μότο του ο Ντε Γκαρ χρησιμοποιεί τα λόγια του αποστόλου Παύλου : «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην· ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργησα τα του νηπίου». Μήπως όμως οφείλουμε να πιστέψουμε περισσότερο τον απόστολο Παύλο όταν διαπιστώνει: «διο ευδοκώ εν ασθενείαις […] όταν γαρ ασθενώ τότε δυνατός ειμί»;

Ο ιερέας της Αμπρικούρ, ο πρωταγωνιστής στο Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου του Μπερνανός, είναι ένας νεαρός, κοινωνικά αδέξιος, ταπεινός και ταπεινωμένος άνθρωπος. «Ήμουν ασφαλώς από τα πιο παρατημένα, τα πιο άθλια πλάσματα. Κάθε αίσθημα εγωισμού είχε σχεδόν νεκρωθεί μέσα μου».

Μετά τον ερχομό του στην επαρχιακή πόλη, έρχεται σύντομα αντιμέτωπος με την αλαζονεία της οικογένειας του τοπικού κόμη, την τραχύτητα και τη βαρβαρότητα των συνήθως άξεστων κατοίκων της Αμπρικούρ, τον χλευασμό της δωδεκάχρονης που είναι το πιο έξυπνο και ταλαντούχο παιδί του κατηχητικού.

Παράλληλα ένας ιερέας μιας γειτονικής ενορίας τον προειδοποιεί πως οι ιερείς δεν πρέπει να κλαψουρίζουν, όπως τόσο συχνά κάνει η νεότερη γενιά εφημερίων, αλλά να δίνουν διαταγές. Η αλαζονεία, μεταμφιεσμένη σε αποφασιστική διαποίμανση και διαχείριση της ενορίας, συνιστά απαραίτητο προσόν του εφημερίου. Σύμφωνα με μια αξιομνημόνευτη φράση του Μπερνανός, «το χωριό έμοιαζε να περιμένει έναν αφέντη για να τον ακολουθήσει σε κάποιο πιθανό καταφύγιο απρόσιτο στη φαντασία».

Εντούτοις ο εφημέριος της Αμπρικούρ διαθέτει δυνάμεις μη διακρινόμενες με την πρώτη ματιά. Στη μακρά και εντυπωσιακή συζήτηση με την κόμισα αποσπά απρόσμενες εκμυστηρεύσεις, μια ρωγμή αυτογνωσίας και μετάνοιας, μια αναγνώριση της σκληρότητας και της αλαζονείας της. Ο επαρχιακός εφημέριος φανερώνει πως η αλαζονεία του ποιμνίου δεν νικιέται από μια ισχυρότερη αλαζονεία του ιερέα: «Και επιτρέπω στον εαυτό μου να σας ταπεινώσει μόνο και μόνο επειδή ελπίζω να σας προστατεύσω από μια ταπείνωση περισσότερο οδυνηρή, ανεπανόρθωτη, που θα σας μείωνε στον ίδιο τον εαυτό σας για πάντα».

 Όπως αναγνωρίζει ο εφημέριος: «Εκείνο που υπερισχύει πάντα σ’ εμένα είναι το αίσθημα της αδυναμίας όλων των ανθρώπων, όλων των δύστυχων πλασμάτων, της ανίκητης τύφλωσής μας».

Φάρμακο: Η ταπεινότητα προκύπτει όχι από την κατίσχυση μέσω μιας ανώτερης αλαζονείας αλλά από την αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης αδυναμίας.

Με τα λόγια του Μπερνανός: «Ο Θεός το θέλησε έτσι ώστε ο φτωχός να ζητιανεύει το μεγαλείο, όπως και όλα τα άλλα, ενώ ο ίδιος ακτινοβολεί μεγαλείο εν αγνεία του».

Ο Έρικ Πάκερ, ήρωας του μυθιστορήματος Κοσμόπολις του Ντον ΝτεΛίλλο, είναι ένας εικοσιοκτάχρονος Αμερικανός δισεκατομμυριούχος που ζει μόνος σε ένα σπίτι εικοσιοκτώ δωματίων, σε ένα κτήριο ογδόντα εννέα ορόφων με διακόσια πενήντα δύο μέτρα ύψος, το ψηλότερο κτήριο κατοικιών στη Νέα Υόρκη.

Έχει αγοράσει το σπίτι του έναντι εκατόν τεσσάρων εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν αναρωτιέται τι ακριβώς αγόρασε με αυτά τα λεφτά (τα δωμάτια, την ασύγκριτη θέα, τους ιδιωτικούς ανελκυστήρες, τη πισίνα με τον καρχαρία;) η απάντηση θα είναι: «Όχι, τα λεφτά τα πλήρωσε για το ποσό και μόνο. Εκατόν τέσσερα εκατομμύρια, αυτό αγόρασε. Και αξίζει. Ο αριθμός δικαιολογεί τον εαυτό του».

Ο Πάκερ δανείζεται χρήματα και ποντάρει συνεχώς στην πτώση του γιεν. Παρ’ όλες όμως τις λογικές προβλέψεις, παρ’ όλα τα σημεία μελλοντικής κάμψης, το γιεν συνεχίζει να ανεβαίνει και ο Πάκερ σταδιακά χάνει όλα τα χρήματά του. Παραθεωρώντας τις προειδοποιήσεις των οικονομικών συμβούλων του να σταματήσει να ποντάρει στην πτώση του γιεν, αυτός δαιμονισμένα ρίχνει συνεχώς χρήματα σ’ αυτή την απύθμενη χοάνη. «Το να αποτραβηχτείς τώρα δεν θα ήταν αυθεντικό. Θα ήταν σαν να αντιγράφεις τις ζωές κάποιων άλλων».

Παράλληλα, οι σύμβουλοι ασφαλείας του τον προειδοποιούν για μια πιθανώς σχεδιαζόμενη δολοφονία του. Ο ίδιος συνεχίζει απρόσκοπτα την πορεία του. Σε μια κρίση παραλογισμού θα σκοτώσει τον Τορβάλ, τον σωματοφύλακά του. «Ο Τορβάλ ήταν εχθρός του, απειλούσε τον εγωκεντρισμό του. Αυτός που πληρώνεις για να σε κρατάει ζωντανό αποκτά κάποιο ψυχολογικό πλεονέκτημα». Αυτό το πλεονέκτημα στους άλλους ο Πάκερ δεν θα το παραχωρήσει ποτέ, επί ποινή θανάτου, του δικού του θανάτου. «Κατάλαβε τι του έλειπε: η αρπαχτική παρόρμηση, η αίσθηση της έντονης συγκίνησης που τον κινούσε τόσα χρόνια, η καθαρή και μεθυστική ανάγκη να υπάρχει».

Θα αντιμετωπίσει μονάχος τον μνησίκακο δολοφόνο του, έναν πρώην εργαζόμενο στις επιχειρήσεις του. Ο Πάκερ παραδίνεται στον θάνατο γιατί «Αν σε σκοτώσουν θα είναι γιατί το επιτρέπεις, σαν να επιβεβαιώνεις την ιδέα που μας διακατέχει όλους, την ιδέα της καταστροφής». Στα εικοσιοκτώ του χρόνια κάνει πράξη το σύνθημα της πολιτισμικής επανάστασης: ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος.

Η ανία τον κατατρώει: «Θέλει να βρίσκεται έναν πολιτισμό πιο μπροστά από τούτον εδώ». Κι ο θάνατος γίνεται η έξοδος που τον οδηγεί στην εκπλήρωση της βαθύτερης επιθυμίας του. «Ανέκαθεν ήθελε να γίνει σκόνη από κβάντα, υπερβαίνοντας τη σωματική του μάζα… Ο στόχος ήταν να ζήσει έξω από τα δεδομένα όρια, σ’ ένα μικροτσίπ, σ’ έναν δίσκο, με τη μορφή δεδομένων που στροβιλίζονται ακτινοβολώντας –μια συνείδηση λυτρωμένη από το κενό».

Αλαζονεία: να θέλεις να γίνεις ένα αστέρι που θα πυρακτωθεί πριν καταρρεύσει. Η ζωή σαν μαύρη τρύπα.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1915, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν λαμβάνει έναν φάκελο στο σπίτι του στο Βερολίνο σταλμένο από τα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Έκπληκτος, διαβάζοντας τον βρώμικο και τσαλακωμένο φάκελο, αναγνωρίζει τη λύση στις εξισώσεις της γενικής θεωρίας της σχετικότητας. Εξισώσεις που ο Αϊνστάιν είχε διατυπώσει πρόσφατα, αλλά δεν είχε καταφέρει να λύσει παρά μόνο προσεγγιστικά. Πώς ήταν δυνατόν μέσα σε ελάχιστο καιρό μετά τη δημοσίευση της θεωρίας να βρεθεί η λύση και μάλιστα στο μέτωπο του πολέμου; Ο Αϊνστάιν θα γράψει αμέσως μια ενθουσιώδη απάντηση στον αποστολέα Καρλ Σβάρτσιλντ, μη γνωρίζοντας ότι αυτός δεν ήταν πια εν ζωή. Είχε πεθάνει από μια σπάνια αυτοάνοση ασθένεια, στην οποία οι Εβραίοι Ασκενάζι, όπως εκείνος, ήταν ιδιαιτέρως ευπαθείς.

Η λύση των εξισώσεων του Σβάρτσιλντ εμπεριείχε όμως και μια περιπλοκή. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, όταν συγκεντρωνόταν υπερβολικά μεγάλη μάζα σε μια πολύ μικρή περιοχή, αυτό θα οδηγούσε στην κατάρρευση αυτής της μάζας. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια αναπόφευκτη άβυσσος, αποκομμένη από το υπόλοιπο σύμπαν. Τα παράδοξο αυτό ονομάστηκε ιδιομορφία Σβάρτσιλντ.

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, την ίδια ημέρα που ένας άνθρωπος, ο οποίος συνιστούσε την πεμπτουσία της αλαζονείας, οδηγούσε το έθνος του και τον κόσμο όλο στον πιο καταστροφικό μέχρι τότε πόλεμο, οι Ρόμπερτ Οπενχάιμερ και Χάρτλαντ Σνάιντερ δημοσίευαν ένα άρθρο στο περιοδικό Physical Review το οποίο αποδείκνυε, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως η ιδιομορφία του Σβάρτσιλντ μπορούσε όντως να υπάρξει στο σύμπαν. Η δημιουργία μιας μαύρης τρύπας (έτσι θα ονόμαζε το φαινόμενο ο Τζον Γουίλερ το 1967) δεν συνιστούσε επιστημονική φαντασία, αλλά επιστημονική αλήθεια. Το 2019 θα έρθει η ώρα να παρουσιαστεί και η πρώτη φωτογραφία μιας μαύρης τρύπας, όπως είχε αποτυπωθεί από το Event Horizon Telescope 2017.

Λίγο πριν πεθάνει ο Σβάρτσιλντ είχε μια συζήτηση στο στρατιωτικό νοσοκομείο με έναν σοβαρά τραυματισμένο μαθηματικό, μαθητή του Χίλμπερτ. Προς το τέλος της συζήτησης ο Σβάρτσιλντ αναρωτήθηκε: αν η ύλη επιτρέπει τη γένεση της μαύρης τρύπας, μήπως υπάρχει κάποια αντιστοιχία και στην ανθρώπινη ψυχή; Θα μπορούσε άραγε μια τρομακτική συγκέντρωση ανθρώπινης βούλησης, συμπιεσμένη στον ψυχικό χώρο ενός ηγέτη ή και ενός έθνους, να γεννήσει μια ανάλογη ιδιομορφία; Ο Σβάρτσιλντ γνώριζε πως η ιδιομορφία δεν προειδοποιεί. Το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή, δεν είναι ορατό και αναγνωρίσιμο. Όποιος το διαβαίνει, έχει περάσει το κατώφλι κάθε ελπίδας, έχει εισέλθει στη δαντική κόλαση.

Ο Σβάρτσιλντ πίστευε πως όχι μόνο ήταν δυνατόν, αλλά πως ήδη συνέβαινε στη χώρα του. Δεν έζησε για να το δει να πραγματώνεται με ακόμα μεγάλη μεγαλύτερη βία και σφοδρότητα λίγα χρόνια αργότερα υπό την καθοδήγηση ενός, πέρα από κάθε όριο αλαζόνα, Φύρερ.

Ο Ντάβιντ Χίλμπερτ, σε μια ομιλία του προς τους μαθηματικούς το 1900, είχε εμφανιστεί ιδιαίτερα αισιόδοξος. Ήταν βέβαιος ότι η απόδειξη της συνέπειας της αριθμητικής δεν θα αργούσε να βρεθεί. Παράλληλα πρότεινε μια λίστα από 23 θεμελιώδη μαθηματικά προβλήματα, τα οποία πίστευε πως σύντομα θα έβρισκαν τη λύση τους.

Σύντομα μια σειρά παραδόξων, με σημαντικότερο το παράδοξο του Ράσελ (1902), έδωσε στον Χίλμπερτ να καταλάβει ότι όραμά του ήταν ανέφικτο. Ήταν όμως οι επιπτώσεις της απόδειξης των θεωρημάτων του Κουρτ Γκέντελ αυτές που στάθηκαν συντριπτικές για το όραμα του Χίλμπερτ.

Ο Χίλμπερτ αναγκάστηκε εντέλει να αναρωτηθεί: «Αν στη μαθηματική σκέψη υπάρχουν ψεγάδια, τότε πού πρέπει να αναζητήσουμε την αλήθεια και τη βεβαιότητα;»

Το συμπέρασμα του Γκέντελ ήταν ότι υπάρχει γνώση που μπορεί να εκφραστεί, αλλά δεν μπορεί να τυποποιηθεί. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι γνωρίζομε όλα αυτά που νομίζουμε πως γνωρίζουμε, αφού όλα αυτά που νομίζουμε πως γνωρίζουμε είναι αδύνατο να τυποποιηθούν.

Στον τάφο του Χίλμπερτ είναι γραμμένο το επίγραμμα: Wir müssen wissen. Wir werden wissen. (Εμείς πρέπει να γνωρίζουμε. Εμείς θα γνωρίζουμε).

Χίλμπερτ: η αλαζονεία όταν διαψεύδεται ανάγεται σε μελλοντική ουτοπία.

Η μετα-μαθηματική άποψη του Γκέντελ, η πίστη του στην αντικειμενική και ανεξάρτητη ύπαρξη της μαθηματικής πραγματικότητας, αποτέλεσε κεντρικό άξονα της ζωής του γενικότερα. Το γεγονός ότι το έργο του όχι απλώς συνδέθηκε με την επανάσταση κατά της αντικειμενικότητας, αλλά ερμηνεύθηκε και ως μια από τα βασικές κινητήριες δυνάμεις της, αγγίζει την τραγική ειρωνεία.

Η ιστορία είναι σκληρή και ειρωνική απέναντι και στην παραμικρή υποψία αλαζονείας.

Τα θεωρήματα του Γκέντελ ίσως αντανακλούν με κάποιον τρόπο την ψυχοπαθολογία του: όπως ακριβώς η απόδειξη της συνέπειας ενός τυπικού συστήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί εντός αυτού του συστήματος, έτσι και η λογική μας –η πνευματική μας υγεία– δεν μπορεί να πιστοποιηθεί μέσω της λογικής. Πώς μπορεί ένα άτομο που λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα πεποιθήσεων να βγει έξω από αυτό για να πιστοποιήσει την ίδια του τη λογική;. Ο Φουρτβένγκλερ, φίλος του Γκέντελ και καθηγητής μαθηματικών και ο ίδιος, αναρωτήθηκε: «Άραγε, η ασθένειά του να οφείλεται στο γεγονός ότι απέδειξε τη μη αποδειξιμότητα ή μήπως μόνο ένας άνθρωπος με την ασθένειά του θα καταπιανόταν με κάτι τέτοιο;»

Γκέντελ: ένας ρεαλισμός που, ερχόμενος αντιμέτωπος με τα όρια της γνώσης, συντρίβεται. Δε είναι κάθε απόρριψη της αλαζονείας θεραπευτική.

Ο Οπενχάιμερ, σε μια κρίσιμη για την ανθρωπότητα περίοδο, αποφασίζει να διαβεί το κατώφλι που οδηγεί από τη δήθεν αμόλυντη, αποκομμένη στο εργαστήριο επιστήμη, στην εφαρμοσμένη επιστήμη υπό τις προσταγές της πολιτικής. Το 1942, σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών, θα αναλάβει τη θέση του διευθυντή στο Μανχάταν Πρότζεκτ, την προσπάθεια να φτάσει η Αμερική στην κατασκευή της ατομικής βόμβας πριν τη Γερμανία.

Υπήρχε όμως κι άλλος τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα. Ο Νιλς Μπορ πήγε στο Λος Άλαμος με σκοπό να προωθήσει τη διαφάνεια και τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης με τους Σοβιετικούς. Πίστευε πως ο Στάλιν έπρεπε να ενημερωθεί για το σχέδιο Μανχάταν. Οι στρατηγοί διαφώνησαν. Οι στρατηγοί επικράτησαν.

Σταδιακά ο αντίπαλος άλλαζε. Όταν φάνηκε πως η Γερμανία δεν θα μπορούσε να φτάσει πρώτη στην κατασκευή της ατομικής βόμβας και παράλληλα έμοιαζε έτοιμη να συνθηκολογήσει, κύριος αντίπαλος φάνηκε να γίνεται αρχικά η Ιαπωνία και εντέλει η Σοβιετική Ένωση. Ο Ψυχρός Πόλεμος που ακολούθησε (όπως άλλωστε και ο σύγχρονος πόλεμος στην Ουκρανία) φανέρωσε πως το δίλημμά του φυλακισμένου δεν λύνεται συνήθως με την αμοιβαία εμπιστοσύνη του ενός προς τον άλλο. Όταν αντικείμενο είναι η γεωπολιτική, η αμοιβαία εχθρότητα και η αλαζονεία δίνουν τον τόνο.

Η συνάντηση του Οπενχάιμερ με τον Πρόεδρο Τρούμαν μετά τον πόλεμο φανερώνει πως όταν στις Συρακούσες ο επιστήμονας παίρνει τη θέση του φιλοσόφου, τα πράγματα δεν αλλάζουν.

«Κύριε Πρόεδρε, αισθάνομαι πως έχω βάψει τα χέρια μου με αίμα», θα πει ο Οπενχάιμερ.

Για την απάντηση του Τρούμαν υπάρχουν τρεις εκδοχές,. Σύμφωνα με την πρώτη ο Τρούμαν είπε στον Οπενχάιμερ πως το αίμα ήταν στα δικά του χέρια, ας άφηνε να ανησυχεί ο ίδιος γι’ αυτό. Σύμφωνα με μια άλλη μαρτυρία απάντησε «Δεν πειράζει, όλα φεύγουν με το πλύσιμο». Κατά μια τρίτη εκδοχή, τράβηξε το μαντίλι από την τσέπη του και το προσέφερε στον Οπενχάιμερ λέγοντας: «ορίστε λοιπόν, θα ήθελες να σκουπίσεις τα χέρια σου;».

Μια σκηνή που ξεκινά παραπέμποντας στον Μάκβεθ, καταλήγει σε κυνική φάρσα.

Οι διαθέσεις του Προέδρου φάνηκαν ξεκάθαρα λίγο αργότερα, όταν διαμήνυσε στον Υπουργό Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον: «Δεν θέλω να δω εκείνον τον μπάσταρδο σ’ αυτό εδώ το γραφείο ποτέ ξανά».

Το στρατιωτικο-πολιτικό σύστημα δεν αρκέστηκε σ’ αυτήν τη χλευαστική στάση έναντι του μεγάλου επιστήμονα. Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι πήραν την εξουσία, ο Οπενχάιμερ υπέστη μια εξαντλητική και εξευτελιστική διαδικασία ανάκρισης τεσσάρων εβδομάδων από μια μακαρθικής έμπνευσης επιτροπή. Δεν καταδικάστηκε ούτε έχασε τα ακαδημαϊκά του προνόμια, αλλά του αφαιρέθηκε το πιστοποιητικό ασφαλείας. Δεν θεωρείτο πλέον έμπιστο πρόσωπο λόγω των φιλοαριστερών πολιτικών του αντιλήψεων, αλλά και της απροθυμίας του να συμβάλει στο επόμενο σχέδιο των στρατιωτικών: τη βόμβα υδρογόνου. Ήταν πολύ διάσημος για να εξοντωθεί ακαδημαϊκά, αλλά ποτέ πια δεν έγινε δεκτός στον στενό κύκλο της εξουσίας.

Κάποιοι είδαν στην περίπτωση Οπενχάιμερ έναν νέο Γαλιλαίο ή Ντρέιφους.

Άλλοι, πιο ρεαλιστές, είδαν στο πρόσωπό του τη μοιραία πτώση μιας αλαζονικής προσωπικότητας. «Πάντα έδινε την εντύπωση ματαιόδοξου και εξεζητημένου ανθρώπου», δήλωνε ακόμα κι ο μόνος που ψήφισε στην επιτροπή υπέρ της πλήρους αθώωσής του. «Νομίζει ότι είναι ο Θεός», θα πει ο Φίλιπ Μόρρισον, φίλος από τα προπολεμικά χρόνια και ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς που τον είχε ακολουθήσει στο Λος Άλαμος. Ο δε αδερφός του Φρανκ, ο οποίος δεν μπόρεσε να δουλέψει για δέκα χρόνια στο πανεπιστήμιο λόγω των αριστερών καταβολών του και αναγκάστηκε να γίνει ιδιοκτήτης φάρμας για να ζήσει, θεωρούσε ότι ο Ρόμπερτ ένιωθε αναστατωμένος πρωτίστως γιατί δεν έβρισκε την οδό επιστροφής στον κύκλο της εξουσίας.

Το 1966 ο Οπενχάιμερ επισκέφθηκε το Τόκιο και οι δημοσιογράφοι τον υποδέχθηκαν με έναν χείμαρρο ενοχλητικών ερωτήσεων. Αρκέστηκε σε μια σιβυλλική απάντηση: «Δεν μετανοώ που είχα κάποια σχέση με την τεχνική επιτυχία της ατομικής βόμβας. Δεν είναι ότι δεν αισθάνομαι άσχημα· απλώς δεν αισθάνομαι χειρότερα σήμερα το βράδυ από ό,τι το προηγούμενο βράδυ». Δεν το λες και αυτοκριτική…

Σε άλλη συγκυρία αρκέστηκε να ομολογήσει την πολιτική του αφέλεια.

Αλαζονεία: να θεωρείς πως η επιστημονική γνώση είναι ανεξάρτητη από την κοινωνία και τις επιθυμίες των ισχυρών.

Ο Αλεξάντερ Γκρότεντικ μεσουράνησε στο μαθηματικό στερέωμα από το 1958 έως το 1973. Επεδίωκε, σε σημείο παροξυσμού, την αφαίρεση, τη γενίκευση, τη μεγάλη εικόνα. Για τους ανθρώπους που τον γνώρισαν ήταν συναρπαστικός και τρομακτικός. Ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ είπε γι’ αυτόν: «η πρώτη μου εντύπωση όταν τον είδα να δίνει μια διάλεξη, ήταν ότι είχε έρθει στον πλανήτη μας από έναν εξωγήινο πολιτισμό κάποιου μακρινού ηλιακού συστήματος για να επιταχύνει την πνευματική μας εξέλιξη».

Το 1966 του απονεμήθηκε το βραβείο Φίλντς, το Νόμπελ των Μαθηματικών, αλλά αυτός αρνήθηκε να πάει στη Μόσχα και να το παραλάβει σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη φυλάκιση δυο σοβιετικών συγγραφέων.

Το 1967 παρέδωσε ένα σεμινάριο σε ερευνητικό κέντρο στο Βιετνάμ. Λίγο αργότερα το κέντρο βομβαρδίστηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα, δυο καθηγητές και δεκάδες φοιτητές έχασαν τη ζωή τους. Συγκλονισμένος από το γεγονός, αλλά επηρεασμένος κι από τον Μάη του ʼ68 στη Γαλλία, άρχισε να συνειδητοποιεί πως οι επιστήμονες μπορεί να γίνουν πιο επικίνδυνοι για την ανθρωπότητα από τους πολιτικούς.

Το 1970, στο απόγειο της φήμης του, παραιτήθηκε από το IHES όταν έμαθε ότι δεχόταν χρηματοδότηση από το γαλλικό Υπουργείο Άμυνας.

Έζησε μέχρι το 2014, αποτραβηγμένος από τον κόσμο. Δίχως υλικές ανέσεις, φορώντας κάτι που έμοιαζε με μοναχικό ράσο. Ήθελε να εξαφανίσει την επιρροή του, να εξαφανίσει κάθε ίχνος της παρουσίας του στον κόσμο. Σε μια συνάντηση με την Αμερικανίδα μαθηματικό Λέιλα Σνέιπς, η οποία τον αναζήτησε και τον ανακάλυψε κάπου στα Πυρηναία, είπε πως δεν ήθελε να υποφέρει κανείς εξαιτίας αυτών που είχε ανακαλύψει (να είχε άραγε στο μυαλό του τον Οπενχάιμερ;) Αρνήθηκε να αποκαλύψει τι ήταν αυτό, παρά μίλησε για «τον ίσκιο μιας νέας φρίκης», θυμίζοντας τον ήρωα από την Καρδιά του σκότους του Κόνραντ.

Ο Πάβελ Φλορένσκι κληρονόμησε από τον πατέρα του την αγάπη για την επιστήμη, από τη μητέρα του την αγάπη για την τέχνη κι από τους δυο μαζί τη θρησκευτική αδιαφορία. Μεγαλώνοντας σπούδασε Φυσική και Μαθηματικά. Πέρασε όμως μια σειρά από πνευματικές κρίσεις που τον οδήγησαν στην Ορθοδοξία. Στη συνέχεια, σπούδασε Θεολογία και Φιλοσοφία και χειροτονήθηκε ιερέας.

Ο Φλορένσκι εστίασε στην αντινομική φύση της χριστιανικής αλήθειας. Μιας αλήθειας διαφορετικής από αυτήν του ορθού λόγου, η οποία άπαξ και αποδειχθεί καθίσταται αναντίρρητη. Όμως ο ορθός λόγος έχει πάντα κάποιες προκείμενες, όχι συνήθως αντιληπτές, οι οποίες είναι αυθαίρετες. Ως εκ τούτου διαφορετικές προκείμενες οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα, που όμως μοιάζουν αναντίρρητα για τους υποστηρικτές τους. Οποίος τα αρνείται μοιάζει να αρνείται τον ορθό λόγο. Έτσι ο ορθολογισμός, στο πεδίο της καθημερινής ανθρώπινης ζωής, οδηγεί σε ασυμφιλίωτες διενέξεις και συγκρούσεις δίχως τέλος.

Αντιθέτως ο αντινομικός χαρακτήρας της αλήθειας ζητά την ελεύθερη αποδοχή της πίστης κι όχι την αναγκαστική της απόδειξη. Ζώντας σε έναν κόσμο κατακερματισμένο από την αίσθηση του πεπερασμένου, θα ήταν δίχως νόημα να αποζητούμε τη βεβαιότητα, τη ζωή σε έναν πλήρως διαφανή κόσμο. Αν ο Γκέντελ υποστήριξε πως κάτι μπορεί να είναι διαισθητικά σωστό αλλά εν τούτοις μη αποδείξιμο, ο Φλορένσκι υπέδειξε πως η πίστη στο Θεό δεν είναι προϊόν αριθμητικού υπολογισμού και αποδείξιμη. Η πίστη δεν αποδεικνύεται, αλλά δείχνεται μέσω της ορθόδοξης εμπειρίας. Συνιστά με άλλα λόγια μαρτυρία (σαν αυτή που έκανε τον Γρηγόριο και τον Ισαάκ να παραιτηθούν από τους θρόνους τους και τον Ακινάτη να θεωρήσει το βαθιά διαποτισμένο από τον ορθολογισμό έργο του ως άχυρο).

Μόνο η αλαζονεία κάνει την μαρτυρία της πίστης υποχρεωτική για όλους. Ένας δρόμος στρωμένος βεβαιότητες οδηγεί στην αλαζονεία. Φάρμακο: να μάθει κανείς να ζει δίχως βεβαιότητες, να θεωρήσει μια ζωή γεμάτη παράδοξα και αντινομίες, γοητευτική κι αντάξια δημιουργία ενός Θεού που δεν σταματά να μας εκπλήσσει.

Ο Φλορένσκι υπήρξε ο κύριος θεολογικός ηγέτης του κινήματος των «ονοματολατρών», κινήματος που βασίζεται στη δοξασία ότι το όνομα του Θεού προϋπάρχει και δεν επινοείται από τον άνθρωπο. Η καταγωγή του κινήματος έρχεται από μακριά, εκφράζει την προαιώνια επιθυμία του ανθρώπου να ονοματίσει τον Άπειρο με τον οποίο αναμετριέται. Η πάλη του Ιακώβ με τον μυστηριώδη ξένο και ο διάλογος του Μωυσή με τον Θεό καταλήγουν στο ίδιο αίτημα: «ποιο είναι το όνομά σου;»

Ο Φλορένσκι έβλεπε τόσο στα μαθηματικά όσο και στη θεολογία την αφορμή για μια ταπεινότητα μπροστά στο μυστήριο τόσο του κτιστού όσο και του ακτίστου. Η επίκληση του ονόματος δεν σήμαινε σφετερισμό της θεϊκής ιδιότητας, σύμφωνα με την οποία ο Θεός είπε και εγεννήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν. Όμως ο Φλορένσκι ήταν αντίθετος με τον νομιναλισμό (δεν κρατάμε γυμνά ονόματα, όπως υποστήριξε ο νομιναλιστής ήρωας του Έκο στο Όνομα του Ρόδου). Όπως οι μαθηματικές έννοιες υπάρχουν στον κόσμο και μπορούμε να τις ονοματίσουμε, έτσι και η επίκληση του ονόματος του Θεού δήλωνε αυτή την επαφή με το πραγματικό, κάτι που δεν είναι επινόηση του ανθρώπινου μυαλού. Για τον Φλορένσκι (όπως και για τον Γκέντελ), τον Θεό και τα μαθηματικά τα ανακαλύπτουμε, δεν τα επινοούμε.

Κι αυτή η συνειδητοποίηση ίσως λειτουργήσει ως λυδία λίθος για να διακρίνουμε πότε οδηγούμαστε στην αλαζονεία και πότε στην ταπεινότητα.

Ο Φλορένσκι δεν ενέδωσε στα θέλγητρα της εξουσίας. Ανεξάρτητα από το αν έδινε διαλέξεις για θέματα θεολογικά ή επιστημονικά φορούσε πάντοτε το ράσο και τον σταυρό του. «Ποιος είν’ αυτός» αναφώνησε με έκπληξη και δυσφορία ο Τρότσκι όταν τον είδε να παρουσιάζει μια επιστημονική εργασία φορώντας ράσο. Και δεν δίστασε να κάνει δημόσια ένα κήρυγμα ενάντια στη θανατική ποινή για τους αντιφρονούντες, θεωρώντας την εντελώς αντίθετη με το πνεύμα του Ευαγγελίου. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από διώξεις και εξορίες και εντέλει το εκτελεστικό απόσπασμα στις 8 Δεκεμβρίου 1937. Για χρόνια κανείς δεν ήξερε αν ζούσε ή όχι ή πού ήταν ο τάφος του.

Ποιος είπε πως η ευφυΐα και ο συγχρωτισμός με την εξουσία οδηγούν νομοτελειακά στην αλαζονεία;

 Ο Άρνολντ Γκέλεν εστίασε στη σημασία της φράσης του Νίτσε που ονόμαζε τον άνθρωπο «το όχι ακόμα καθορισμένο ζώο». Αυτό κατά τον Γκέλεν σημαίνει δυο πράγματα: πως δεν είναι apriori καθορισμένο ποιος είναι ο άνθρωπος και πως η ανθρώπινη ύπαρξη είναι κατά κάποιον τρόπο ημιτελής, δεν είναι σταθερά και αμετάκλητα καθιερωμένη και εδραιωμένη. (Ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν θα έλεγε πως είναι ρευστή). Στη θέση των αμετάκλητα καθοριστικών ενστίκτων, ο άνθρωπος διαθέτει συμβολικούς μηχανισμούς που μεταμορφώνουν το βιολογικό μέγεθος της «αυτοσυντήρησης» σε ιδεατό μέγεθος, το μετατρέπουν σε πρόβλημα ταυτότητας, σε πρόβλημα συγκρότησης του εαυτού.

Η αναμέτρηση με το πάθος της αλαζονείας οδηγεί τον άνθρωπο σε ενέργειες που το τελικό τους αποτέλεσμα κινείται σε όλο το φάσμα ανάμεσα στον φόνο και την αυτοθυσία. Στις ιστορίες που διηγηθήκαμε αυτό έγινε νομίζω φανερό.

Αυτό που δεν είναι άμεσα φανερό είναι τι συνιστά φάρμακο και τι φαρμάκι. Ίσως δεν είναι τυχαίο που οι λέξεις στα ελληνικά ηχούν σχεδόν ίδιες.

Η μακρά έρευνα και μελέτη των ποικίλων ανθρώπινων κοινωνιών ανά τους αιώνες οδήγησε τον Μάρσαλ Σάλινς σε ένα διπλό συμπέρασμα. Πρώτον: «ο δυτικός πολιτισμός έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια διεστραμμένη και λανθασμένη ιδέα. Δεν είμαστε καταδικασμένοι από μια ακαταμάχητη ανθρώπινη φύση να κοιτάμε μόνο το δικό μας όφελος σε βάρος οποιουδήποτε βρεθεί στον δρόμο μας, αμφισβητώντας και απειλώντας έτσι την κοινωνική μας ύπαρξη. Είναι όμως πιθανότατα σωστό ότι αυτή η διεστραμμένη ιδέα περί ανθρώπινης φύσης βάζει σε κίνδυνο την ύπαρξή μας». Και δεύτερον: «στα συμβολικά συστήματα υπάρχουν πιο ακαταμάχητοι τρόποι για να κερδίσεις την αθανασία από το ανεξιχνίαστο μυστήριο του “εγωιστικού γονιδίου”».

«Οι τελώνες και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την Βασιλεία των Ουρανών». Και στην κορυφή της κλίμακας που οδηγεί στη Βασιλεία βρίσκουμε τον εσταυρωμένο Μεσσία, την απόκτηση της όντως ζωής δια της συμβολικής απαξίωσης (βλ. την ειρωνική επιγραφή επί του σταυρού: Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων). Μια πνευματική-«καρναβαλική» ανατροπή, όπου το βάρος της ανατροπής δεν δίνεται πλέον στο υλικό-σωματικό κάτω (σύμφωνα με την ορολογία του Μπαχτίν), αλλά (ας μας επιτραπεί η ανάλογη ορολογία) στο ψυχικό-πνευματικό άνω. Πρόκειται για μια μεταξίωση ανάλογη αυτής του Νίτσε, με αντίστροφα βεβαίως πρόσημα.

Οφείλουμε τέλος να παραδεχθούμε πως η δημιουργία μιας ανθολογίας περί αλαζονείας ενέχει κι αυτή με τη σειρά της τον κίνδυνο να συνιστά μια πράξη αλαζονείας, ανάλογη με αυτές που καταγράφει. Κι αυτό γιατί περιορίζεται στο πεδίο της περιγραφής, ενώ μονάχα το πεδίο της πράξης είναι εκείνο που καταδεικνύει ποιος μπόρεσε να παραμείνει ανεπηρέαστος από τις σειρήνες που τραγουδούν τα άσματα της αλαζονείας.

Γι’ αυτό σκοπός αυτής της ανθολογίας, που θα μπορούσε να επεκτείνεται αδιάκοπα με νέα παραδείγματα, δεν ήταν η ηθική ετυμηγορία επί των ανθρωπίνων παθών, αλλά η ανάδειξη μιας δυνατότητας, ακόμα κι αν είναι στατιστικά σπάνια και δυσθήρατη: να ζήσουμε, είτε ως άτομα είτε ως συλλογικά υποκείμενα, διαφορετικές ζωές, απαλλαγμένες από το φαρμάκι της αλαζονείας.

⸙⸙⸙

Βιβλιογραφία

  • Georges Bernanos, Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου, μετάφρ. Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, Πόλις, 2017.
  • Kai Bird, Martin J. Sherwin, Ο θρίαμβος και η τραγωδία του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, μετάφρ Μαριλένα Κορωναίου, Τραυλός, 2023.
  • Emily Dickinson, Ποιήματα, μετάφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη, 2023,
  • Roger Martin du Gard, Ζαν Μπαρουά, μετάφρ. Κωστής Σωχωρίτης, Πόλις, 2014.
  • Pavel Florensky, The Pillar and the Ground of the Truth, transl. Boris Jakim, Princeton University Press, 1997.
  • Clifford Geertz, Η ερμηνεία των πολιτισμών, μετάφρ. Θεόδωρος Παραδέλλης, Αλεξάνδρεια, 2003.
  • Arnold Gehlen, Man. His nature and place in the world, Transl. Clare McMillan and Karl Pillemer, Columbia University Press, 1988.
  • Rebbecca Goldstein, Αιχμάλωτος των μαθηματικών. Ο Κουρτ Γκέντελ και το θεώρημα της μη πληρότητας, μετάφρ. Έλενα Πισσία, Τραυλός, 2006.
  • David Graeber & David Wengrow, Η αυγή των πάντων. Μια καινούργια ιστορία της ανθρωπότητας, μετάφρ. Χριστόδουλος Λιθαρής, Διόπτρα, 2023.
  • Loren Graham, Jean-Michel Kantor, Ονοματίζοντας το άπειρο. Μια αληθινή ιστορία θρησκευτικού μυστικισμού και μαθηματικής δημιουργικότητας, μετάφρ. Τεύκρος Μιχαηλίδης, Αλεξάνδρεια, 2013.
  • Ronald Hayman, Friedrich Nietzsche. Η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυίας, μετάφρ. Μαρία Αναγνώστου, Νεφέλη, 2005.
  • Ισαάκ Σύρου, Οι Ασκητικοί Λόγοι, Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, 1998.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Θεμέλιο, 1987.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Μελαγχολία και πολεμική, Θεμέλιο, 2002.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Θεμέλιο, 2007.
  • Μπενχαμίτ Λαμπατούτ, Όταν παύουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο, μετάφρ. Αγγελική Βασιλάκου, Δώμα, 2022.
  • Mark Lilla, Η σαγήνη των Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική, μετάφρ. Χρυσούλα Μεντζαλίρα, The Athens Review of Books, 2014.
  • Andrew Louth, Modern Orthodox Thinkers, IVP Academic, 2015.
  • Karl Löwith, Οι πολιτικές συνέπειες του υπαρξισμού του Χάιντεγκερ, μετάφρ. Στέφανος Ροζάνης, Εκδόσεις Έρασμος, 1991.
  • Catherine Millot, Η ζωή με τον Λακάν, πρόλογος Massimo Reccalcati, μετάφρ. Μαρίνα Κουνεζή, Κέλευθος, 2018.
  • Μιχαήλ Μπαχτίν, Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, μετάφρ. Γιώργος Πινακούλας Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017.
  • Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, μετάφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005.
  • Friedrich Nietzsche, Ο Αντίχριστος. Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού, μετάφρ. Βαγγέλης Δουβαλέρης, Ιδεόγραμμα, 2007.
  • Ντον ΝτεΛίλλο, Κοσμόπολις, μετάφρ. Θωμάς Σκάσσης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
  • Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Το Υπόγειο, μετάφρ. Ρούσσος Βρανάς Αποσπερίτης, 1985.
  • Πλάτων, Επιστολή Ζ΄, μετάφρ. Ηρώ Ε. Κορμπέτη, Στιγμή, 1997.
  • Elizabeth Roudinesco, Ζαν Λακάν. Σχεδίασμα μιας ζωής, ιστορία ενός συστήματος σκέψης, μετάφρ. Νίκος Ηλιάδης, Ίνδικτος, 2007.
  • Marshall Sahlins, Η δυτική ψευδαίσθηση της ανθρώπινης φύσης, μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις το Εικοστού Πρώτου, 2010.
  • William Shakespeare, Ο Βασιλιάς Ληρ, εισαγωγή-μετάφραση Διονύσης Καψάλης, Εκδόσεις Άγρα, 2020.
  • Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, Κίχλη, 2018.
  • Jean-Pierre Torrell, O.P., Aquinas’s Summa. Background, Structure and Reception, transl. Benedict M. Guevin, O.S.B., The Catholic University of America Press, 2005.
  • Τζέην Ώστιν, Υπερηφάνεια και προκατάληψη, μετάφρ. Δημήτρης Γ. Κίκιζας, Σμίλη, 1996.
  • Ένας στοχαστής στον σύγχρονο κόσμο. Ο Martin Heidegger για τη σχέση του με τον Ναζισμό. Η συνέντευξη στον Spiegel, μετάφρ. Κώστας Γεμενετζής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1989.
  • Βίος Γρηγορίου Θεολόγου, PG 35.
«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή