Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Φιλημένοι Φίλοι Φιλήθηκαν, 1

[Μεταξύ άλλων: Καλλιόπη Αλεξιάδου, Ευγένιος Αρανίτσης, Αννίτα Αργυριοπούλου, Χρήστος Βακαλόπουλος, Νίκος Καρούζος, Εμμανουήλ Κουτσουρέλης, Ηλίας Λάγιος, Πάνος Μαμασούλας, Κωστής Παπαγιώργης, Γεωργία Σαγρή, Θάνος Σταθόπουλος, Γιάννης Τζώρτζης, Σώτη Τριανταφύλλου, Γιώργος Τσάκαλος, Κώστας Τσώλης, Νίκος Φατούρος]

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗ ΜΥΧΙΟΘΗΚΗ

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΤΑΜΦΙΕΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ

Ήδη από τις αρχές της εξέχουσας για μας δεκαετίας του 1980, κινούμενοι ανάμεσα στον Κολωνό, το Κολωνάκι, τα Εξάρχεια, το Σύνταγμα, την Ομόνοια, την Κυψέλη, φροντίζαμε πάντα να φτάνουν στα γυαλιά μας κείμενα υψίστης σημασίας, και να φτάνουν στα αυτιά μας, ηχοτοπία πολύτιμης λεπταισθησίας.

[Be a Star-Screwer!]

Ήδη από την εφηβεία, πειραματόζωα του ίδιου μας του εαυτού, μπορείς να πεις, αναζητούσαμε, ο καθένας με τον τρόπο του, το βορειοδυτικό πέρασμα από την έγγραφη ποίηση στην εμπράγματη και πραγματωμένη ποιητικότητα, ο Θάνος ανταμώνοντας τον Μάνο Χατζιδάκι και θητεύοντας στην πολύπτυχη διάνοιά του, βολτάροντας με τον Μιχάλη Κατσαρό (αυτό το περιπλανώμενο ποίημα), σμίγοντας με την υψιπετή μουσική ιδιοφυΐα της Λένας Πλάτωνος, ο δε γράφων ανταμώνοντας, στον Βόλο, τον Γιάννη Τζώρτζη και τον Νίκο Λουδοβίκο, συνομιλώντας αμέτρητες ώρες με τους δύο αυτούς συμμαθητές του στο περιλάλητο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων, αμούστακα εμπλεκόμενος με την παρέα της Θεατρικής Λέσχης Βόλου και τον Άγγελο Σφακιανάκη, θητεύοντας ασμένως στον λυτρωτικό ολετήρα Λεωνίδα Χρηστάκη.

[Notre vie est un voyage / Dans l’Hiver et dans la Nuit / Nous cherchons notre passage]

Ο Σταθόπουλος οδηγήθηκε στον ορκισμένο μινιμαλισμό, κόβοντας δρόμο μέσα από τον κινηματογράφο, τη μουσική, και τα εικαστικά, περνώντας από τον Πρώτο Έρωτα του Samuel Beckett στα αναδυόμενα πράγματα των παραστάσεων της Laurie Anderson, από το Μακρύ Γράμμα για Έναν Σύντομο Αποχαιρετισμό του Peter Handke στην αστρόσκονη του David Bowie, και από τον εστιασμένο (στα φαινομενικά τετριμμένα) κινηματογράφο του Wim Wenders στα τέμνοντα τον χρόνο πλέγματα του Νίκου Αλεξίου.

[Aber ich lebe nur von den Zwischenräumen]

Παραλλήλως, συναντιέται με τον στοχασμό του Jean-Paul Sartre, ιδίως με τις αντιλήψεις του σχετικά με το βλέμμα όπως εκπτύσσονται στο μνημειώδες Το Είναι και το Μηδέν, ενώ δεν παραλείπει, φυσικά, να κάμει το πέρασμά του από τα εστέτ έργα του Roland Barthes – όπως θα διαπιστώσει ο εξοπλισμένος αναγνώστης, η σκιά του Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρ. Μπ. απλώνεται στις πενήντα δύο σελίδες του δέκατου βιβλίου που μας προσφέρει ο Θάνος Σταθόπουλος με τον σημαίνοντα τίτλο Η πρόσληψη τροφής και που μόλις κυκλοφόρησε από τις κυπριακές εκδόσεις Τεχνοδρόμιον.

[Je n’avais d’autre solution que de me ré-écrire — de loin, de très loin — de maintenant : ajouter aux livres, aux thèmes, aux souvenirs, aux textes, une autre énonciation, sans que je sache jamais si c’est de mon passé ou de mon présent que je parle. Je jette ainsi sur l’œuvre écrite, sur le corps et le corpus passés, l’effleurant à peine, une sorte de patch-work, une couverture rhapsodique faite de carreaux cousus.]

Σχεδόν μισόν αιώνα τώρα –ενίοτε οδυνηρά, πάντως με αξιοθαύμαστη συνοχή— ο Σταθόπουλος μοχθεί για τη συγκρότηση του εαυτού του ως αποκρυπτογράφου συμβάντων και ως στενογράφου γεγονότων, εργάζεται με πείσμονα ακρίβεια για τη μεθοδική οργάνωση της μυχιοθήκης του και για την, εν συνεχεία, κοινοποίηση επιλεγμένων τμημάτων της εν λόγω μυχιοθήκης. Ναι, ο Σταθόπουλος μυχιούται τα συμβάντα και τα γεγονότα (τόσο αυτά που του λαχαίνουν όσο και αυτά που ο ίδιος προκαλεί – ενίοτε μάλιστα με λίαν κινδυνώδεις τρόπους). Ψηλαφούσα ένα κείμενο πεδίο μάχης, διαβάζουμε στη σελίδα 26 της Πρόσληψης. Έχοντας διαισθανθεί πόσο κρίσιμο είναι το πέρασμα από την έγγραφη ποίηση στην εμπράγματη και πραγματωμένη ποιητικότητα (όπως ειπώθηκε προ ολίγου), εμβυθίζεται αποφασιστικά σε δέκα χρόνια έντυπης σιωπής, στη διάρκεια των οποίων αναζητά τρόπους έκφρασης όπου συναρμόζονται οι τέχνες, αλληλεπιδρούν, συμπράττουν με τη θεωρία και τη φιλοσοφία, κοιτάνε κατάματα την υπαρξιακή αγωνία, ανοίγονται στο αίνιγμα.

[Language is a Virus]

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, διαπιστώνει επώδυνα, αλλά τόσο γόνιμα: Το ποίημα έπνεε τα λοίσθια μέσα μου – κι έτσι συνθέτει την ενότητα Η Ιστορία της Μουσικής που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίκαρος το 1994, σηματοδοτώντας τη συγγραφική καμπή του, το τέλος μιας εποχής και την αρχή της διακονίας του στο υβρίδιο, στον τόπο συνάντησης των εικαστικών με τη μουσική, του κινηματογράφου με το δοκίμιο, της ποίησης με τη φιλοσοφία. Έκτοτε, εδώ και τριάντα δύο χρόνια, αποκαλεί κείμενα τα όσα γράφει και εκδίδει.

[ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν]

Για τον William Seward Burroughs έχει ειπωθεί ότι πηγαινοερχόταν στην Κόλαση για να μας στείλει ανταποκρίσεις από εκεί και να στήσει παγίδες στο στούντιο της πραγματικότητας, ενώ για τον Σκωτσέζο φίλο του και καταστασιακό (situationniste) Alexander Whitelaw Robertson Trocchi έχει γραφτεί ότι είναι ένας κοσμοναύτης του έσω διαστήματος. Ο Σταθόπουλος, γνώστης και των δύο αυτών πειραματιστών, έχοντας ακροβατήσει τελεσφόρα στην κρημνώδη μεθόριο ανάμεσα στην ομιλία και τη σιγή, μας λέγει: Έγραψα ελάχιστα τη δεκαετία του ʼ80. Υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία απαγόρευσα στον εαυτό μου να γράψει εξαρχής. Υπ’ αυτό το πρίσμα είμαι προγραμματικός συγγραφέας ή εκτοπισμένος: έρχομαι απ’ τα γκουλάγκ του εαυτού μου (Η πρόσληψη τροφής, σ. 26).

[cosmonaut of inner space]

Ο Σταθόπουλος είναι, χρόνια τώρα, ένας επαγγελματίας ακτινολόγος του άστεως, η πόλη έχει καταστεί matrix και μούσα του, οι συναντήσεις σε δρόμους και στέκια (τόσο οι προγραμματισμένες όσο και οι απρογραμμάτιστες) γίνονται η πρώτη ύλη των συνθέσεών του, οι φιλίες και οι έρωτές του λειτουργούν ως οδοδείκτες στην ατέρμονη περιπλάνησή του μες στα αστικά δίκτυα/πλέγματα, τον οδηγούν στο να αναχθεί σε δοξολόγο των συναναστροφών, τα κείμενά του ορίζονται ως ευγνώμονες προσευχές για τα όσα του δόθηκαν από τους συνοδοιπόρους του, και ως καταγραφές/λίστες όσων και ο ίδιος έδωσε σε αυτούς. Αυτά που διαβάζουμε στην Πρόσληψη Τροφής ας εκληφθούν ως προσευχές, αίνοι, δοξολογίες, κοντάκια, απολυτίκια, ψαλμοί, με δύο λέξεις: μνήμες αλληλοπεριχώρησης.

[υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;]

Στα (σε λίγο) σαράντα πέντε έτη της γνωριμίας, των συνομιλιών και της φιλίας με τον Θάνο συγκρουστήκαμε πλειστάκις και πολλαχώς, κι ωστόσο η συνύπαρξή μας, έχοντας περάσει από σαράντα κύματα, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) εξόχως γόνιμη, διαπιστώνουμε μάλιστα, μέσα και από τα κείμενα της Πρόσληψης ότι, στατιστικά, συμβαίνει να έχουμε συναγελαστεί, ακόμα και ποικιλοτρόπως συνεργαστεί, κατά ένα εντυπωσιακό ενενήντα τοις εκατό, με τους ίδιους ανθρώπους (Νίκος Καρούζος, Τάσος Δενέγρης, Ευγένιος Αρανίτσης, Ηλίας Λάγιος, Γεωργία Σαγρή, Χρήστος Βακαλόπουλος, Εμμανουήλ Κουτσουρέλης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Κωστής Παπαγιώργης, Λένα Πλάτωνος, Γιάννης Τζώρτζης, Θοδωρής Μανίκας, Γιώργος Κακουλίδης – δεν μου έλαχε να γνωριστώ με τον Μάνο Χατζιδάκι, την Κούλα Σαββίδου, και τον Νίκο Αλεξίου, ενώ η γνωριμία μου με τη Λίζυ Λασιθιωτάκη, μέσω του Σταθόπουλου, ήταν συντομότατη).

[όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη ζωή]

Επίσης στατιστικά, είναι εξίσου εντυπωσιακό το ποσοστό, σχεδόν ή ίσως και εκατό τοις εκατό, των δημιουργών και των ρευμάτων τέχνης και σκέψης που συνέβαλαν καταλυτικά στην εναρκτήρια διάπλασή μας, τόσο ως προς τη γραφή μας όσο και (κυρίως!) ως προς τον τρόπο ζωής μας – τους κατονομάζει ο Θάνος στις σελίδες 17 και 18 της Πρόσληψης: Heinrich von Kleist, Thomas Mann, Gustav Mahler, ο γερμανικός ρομαντισμός, η Σχολή της Βιέννης, ο γερμανικός εξπρεσιονισμός, το Dada, Kurt Schwitters, Kurt Weill, Rainer Werner Fassbinder, Peer Raben, Ingrid Caven, Can, Kraftwerk, Nico, Einstürzende Neubauten, Gustav Flaubert, Charles Baudelaire, Arthur Rimbaud, Jean Genet, Jim Morrison (Σημειώσεις για την Όραση), η αμερικανική ποίηση και πεζογραφία, John Cassavetes, Beat Generation, John Barry, Velvet Underground, Siouxsie and the Banshees, Cure, Stranglers, Talking Heads, Tuxedomoon, Laurie Anderson, David Bowie. Σε άλλες σελίδες κάνει λόγο για όσους τον καθόρισαν μες στα μετέπειτα χρόνια: Samuel Beckett, Thomas Bernhard, Peter Handke, Francis Bacon, E. M. Cioran, Botho Strauss, Ernesto Sabato, Gregory Corso, Philip Lamantia, Τ. S. Eliot, Léo Ferré, Nick Cave (μεταξύ άλλων).

[Footfalls echo in the memory /
Down the passage which we did not take /
Towards the door we never opened /
Into the rose-garden. My words echo /
Thus, in your mind.]

Η ατέρμονη μαθητεία μας, μετά την εναρκτήρια διάπλασή μας, συχνά έχει να κάνει με τους ατέρμονους διαλόγους μας και με αμοιβαίες συστάσεις, ενίοτε υπό την επήρεια αιθυλικής αλκοόλης, ιδίως όμως σε καθεστώς νηφαλίου μέθης – ο Θάνος μού σύστησε, και είμαι ευγνώμων, τον αδιανόητο Delmore Schwartz, από κοινού εντρυφήσαμε στον Édouard Levé, του σύστησα τον William H. Gass, και εξακολουθούμε να συζητούμε με τις ώρες βιβλία που προτείνει μια ο ένας και μια ο άλλος. Οι ώρες που έχουμε περάσει, και ακόμη περνάμε, ακούγοντας μουσική και τραγούδια είναι αρίφνητες και πάντα παραγωγικές – μπορείς κάλλιστα να πεις ότι παραμένουμε ο ένας μαθητής του άλλου, μες στην παρατεταμένη (παρά τα εξήντα και βάλε χρόνια μας) εφηβεία μας, αείζωοι μαθητευόμενοι μάγοι, ξορκίζοντας έτσι την αδυσώπητη παρέλευση των δευτερολέπτων.

[Wincing, marvelous in their sweetness, whence rises / the future.]

Διόλου τυχαία, εξάλλου, μας συνδέει και μια διπλή, ας πούμε, κουμπαριά: ο Θάνος με πάντρεψε με τη δεύτερη σύζυγό μου, και ο κοινός μας φίλος Ευγένιος Αρανίτσης πάντρεψε τον Θάνο με την πρώτη του σύζυγο.

Κυψέλη, Απρίλιος 2026

Κύλιση στην κορυφή