Γεννιέμαι το 1992 από γονείς του ʼ60. Τριαντάρηδες, λίγο μεγαλύτερος ο μπαμπάς. Όλα ξεκινούν από το σπίτι μας κι ακόμα πιο πολλά από τα όλα ξεκινούν από το σχολείο, τις πρώτες παρέες και τα σημεία που το παιδί βρίσκει τον εαυτό του σε ξένα μέρη: σελίδες με γραπτά που έπεσαν τυχαία στα χέρια του, ένα τραγούδι που έβαλε ένας dj σε ένα πάρτυ.
Σημασία παίζει κι ο τόπος. Μοσχάτο, εδώ. Άρα, αναπόφευκτα, παιδικότητα και νιότη σε Πειραιά, Καστέλλα, Μικρολίμανο, Φάληρα και Καλλιθέες. Στο Δημοτικό διαβάζαμε Φρουτοπία και Ανατριχίλες, τραγουδούσαμε «Συννεφούλα» και «Καραγκιόζη», χορεύαμε χασάπικο με το «Να’ τανε το ʼ21» και η banda sonora της πρώτης δεκαετίας της ζωής μας ήταν ό,τι άκουγαν οι γονείς μας και ό,τι έπαιζε στα πάρτυ. Εμένα σπίτι μου πολύ κλασικό ροκ (α, ρε μάνα, με τους Pink Floyd σου!) και στα πάρτυ Μάκα Μάκα φον (freestyler!), Χατζηγιάννης, Βίσση, Βανδή, Άντζυ Σαμίου, Hi-5 και Μπιγιονσέ. Τι κακό ήταν με αυτόν τον δίσκο, το Naughty Girl. Τον είχαμε λιώσει. Οι λίγο μεγαλύτερες, οι του ʼ89, ας πούμε, μας μυούν στο «Ooops, I did it again». Στήνουμε ποπ χορευτικά στους δρόμους της γειτονιάς, είμαστε η τελευταία γενιά που παίζει στη γειτονιά της πόλης της. Δεν το ξέρουμε.
Οι φίλες μου βλέπουν Μαριμάρ, Ατρόμητους (όλε, ολά!), Φλορισιέντα κι άλλα μεξικάνικα. Οι γονείς δεν με αφήνουν να βλέπω πολλή τηλεόραση. Όλες οι βιντεοκασέτες του Ντίσνεϋ, όμως, κάνουν γιορτή στην οθόνη. Με τον μικρό μου αδερφό, βλέπω Lion King, Πεντάμορφη και Τέρας, Αλλαντίν, Ποκαχόντας, Άριελ και Αριστόγατες. Ξέρω όλα τα τραγούδια απ’ έξω, μέχρι σήμερα. Πηγαίνουμε σινεμά. Δεν θυμάμαι πολλά. Πηγαίνουμε θέατρο, με γονείς και με σχολείο. Τα Ρούχα του Αυτοκράτορα, Κάρμεν Ρουγγέρη, Θέατρο κάτω από την Γέφυρα. Μαγεία. Διαβάζω Κατερίνα, Αφισόραμα και Σούπερ Κατερίνα. Στην εφηβεία ανακαλύπτω τις εφημερίδες και τα ένθετα. Κάθε Κυριακή, πολλή χαρτούρα στο σαλόνι μας. Κόβω εικόνες και λεζάντες, στήνω τα πρώτα περιοδικά της ζωής μου, δεκατριών ετών, στο δωμάτιό μου.
Τα καλοκαίρια, από τα επτά μέχρι τα δεκάξι μου, πηγαίνω κατασκήνωση. Ένας θαυμαστός, καινούργιος κόσμος. Γράφω τα πρώτα μου ποιήματα. Τραγουδάμε Αλκίνοο με κιθάρες. Πυξ Λαξ, Ξύλινα Σπαθιά, Μαχαιρίτσα. Διαβάζω ό,τι πέφτει στα χέρια μου. Και, φυσικά, γράφω στην εφημερίδα της κατασκήνωσης. Χορεύω λάτιν («Let’ s get loud», «Obsesion», όλες Σακίρες!). Τα κουλ παιδιά της γενιάς μου φορούσαν μπλούζες από πανκ και μέταλ μπάντες. Είμαι μακριά από αυτό. Ακούω, όμως, Linkin Park και Evanescence. Πηγαίνω στις συναυλίες τους. Κρυφά, ακούω Celine Dion. Κλαίω μέχρι σήμερα με τα κομμάτια της. Στα 17 μου, ανακαλύπτω τον Παπαδημητρίου, τον Κότσιρα, το έντεχνο. Ο πρώτος μου έρωτας ήταν μουσικός και τραγουδιστής. Μαζί ακούγαμε αγκαλιασμένοι όλα τα τραγούδια του Κραουνάκη και της Λίνας –αργότερα, ανακάλυψα ότι η μάνα μου είχε όλα τα Cd. Με Τάνια, με Γαλάνη, με Πρωτοψάλτη…
Ενηλικιώνομαι στην κρίση. Έχω καταβροχθισμένους Καζαντζάκη, Καρυωτάκη (είμαι σε σχέση πάθους μαζί τους) και, επίσης, Ζυράννα Ζατέλη, Ρόζαμουντ Πίλτσνερ, Καβάφη κατ’ εντολή σχεδόν της μητρός (ποτέ δεν μου μίλησε ως ποιητής, ακόμα ντρέπομαι λιγάκι γι’ αυτό), τα άπαντα της Αγκάθα Κρίστι και του Αντώνη Σαμαράκη, άλλα μεγαλίστικα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα, από την οικιακή βιβλιοθήκη (Σαν Χειμωνιάτικη Λιακάδα, Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα, το Σοφό Παιδί, τους Ανήλικους του Τατσόπουλου και, στη ζούλα, λίγη Μαντά και Θέμελη και Στίβεν Κινγκ). Όμως τώρα, είμαι δεκανενιά χρονών και σπουδάζω Νομικά και μπλέκω με τρομερά μυαλά –πού οι πρωτιές μου στα σχολεία του Μοσχάτου, εδώ μιλάμε για τον αφρό, παιδιά που έχουν ροκανίσει τη μισή ελληνική ποίηση, που γράφουν, που χορεύουν, που παίζουν θέατρο και μουσική. Πολύ ψηλά ο πήχης. Η καταπληκτική ποιήτρια και για πολλά έτη φίλη Εσμεράλδα Γκέκα με μύησε στον Ελύτη και στους Άγγλους ποιητές, ο Ιάσων Κουτούφαρης-Μαλανδρίνος στη φιλοσοφία (όχι ότι τα κατάφερα ποτέ με δαύτην, αλλά το όσο λίγο το οφείλω στον λαμπρό αυτόν συμφοιτητή και φίλο). Ο Στράτος, όμως, ο Νικολούδης μου έδωσε να καταλάβω ότι η καρδιά μου κατοικεί στην Οριάνα Φαλάτσι, στον Μάνο Λοΐζο, στον Ναζίμ Χικμέτ. Και, εν τω μεταξύ, είχα ανακαλύψει, ως αριστερή, αγωνίστρια φοιτήτρια τα ρεμπέτικα. Λίγο αργότερα, και τα λαϊκά: Καζαντζίδης, Γαβαλάς, Ρίτα. Ως παιδί μιας γενιάς καραβοτσακισμένης, με Γρηγορόπουλο, Φύσσα, μνημόνια, πάνω και κάτω πλατείες, πρώτη φορά αριστερά, είναι δίκαιο να πω ότι ένα από τα κορυφαία soundtrack της νιότης μου ήταν το «Σιγά μην κλάψω». Αγγελάκας και ξερό ψωμί. Φίλοι και συνάδελφοι ακούν Διάφανα Κρίνα, Mary and The Boy, Yiannis, Monica. Εμένα η καρδιά μου φτερουγά στις πενιές του Τσιτσάνη, μπλέκω με παρέες (πολύ) μεγαλύτερων, αρχίζω να δουλεύω ως τραγουδίστρια και ως δημοσιογράφος. Αναζητώ το παλιό, ψάχνω εκεί κάτι δικό μου. Όταν γνωρίζω από κοντά τη Νικολακοπούλου, τον Σπανό, τον Πλέσσα, τον Μητσιά, την Αγγελάκη-Ρουκ, τον Χρήστο Νικολόπουλο, εκστασιάζομαι.
Η γενιά μου οδεύει προς τα 30, αλλά έχει δρόμο ακόμα. Συνωστίζεται στις συναυλίες του Θανάση Παπακωνσταντίνου (λατρεύοντας, παράλληλα, και τον συνεπίθετό του Βασίλη, που είναι περισσότερο κεκτημένο των παιδιών των 80s), βγαίνει Αν club, Ψυρρή, χώνεται σε υπόγεια ρεμπετάδικα, ψάχνει το ψαγμένο, παθαίνει FOMO, ρυθμίζει το καλοκαίρι της με βάση τα μεγάλα φεστιβάλ ανά την Ελλάδα, αγοράζει σκηνές και είδη camping, απενοχοποιεί το σκυλάδικο, το νεότερο λαϊκό, έτσι, πηγαίνει Μαζωνάκη, θεοποιεί την Καιτούλα στα σόσιαλ, ακούει ειρωνικά ή και όχι Άντζελα Δημητρίου, Κατερίνα Στανίση και Άννα Βίσση. Η γενιά μου κλαίει με τη φωνή της Μποφίλιου, τιμά τους Active Member, υποδέχεται με θόρυβο τον Λεξ, συνωστίζεται στην ταράτσα του Φοίβου, θρηνεί δημοσίως τον Σαββόπουλο, έχει λογαριασμό στο Spotify, με πρόσβαση σε τρομερές μουσικές ανά τον κόσμο, ταξιδεύει Βερολίνο, Ευρώπη, Ασία, ανακαλύπτει συνεχώς νέα πράγματα. Επιτέλους, εμείς οι όψιμοι τριαντάρηδες μπορούμε να ακούμε, να διαβάζουμε και να βλέπουμε ό,τι γουστάρουμε. Είμαστε η πρώτη γενιά που καθιέρωσε επίσημα-ανεπίσημα το α-τάμπελο, το ακατάταχτο. Βρήκε ωραίο έδαφος η φουριόζα Gen Z, να ακούει και τραπ και Ζαμπέτα και Σκιαδαρέσες (κορίτσια της γενιάς της δικής μας!), και Χατζιδάκι και Ροζαλία. Θυμόμαστε με νοσταλγία τα μεσημέρια μας, στα σπίτια κολλητών ή μόνες, στο δικό μας, τους μαραθώνιους με Mad και Μ-tv. Μετά την Επίδαυρο, πάμε κι εμείς Λεωνίδα και Ντίσκο Καπάκι, αλλά,τώρα χορεύουμε μη απολογητικά με Saske και Μαρίνα Σάττι. Ναι, ρε, μας αρέσει και η τραπ και ο Ευριπίδης!
Κι εκεί, στα τριάντα και κάτι μας, είμαστε γλυκά μπερδεμένοι απέναντι στο Καινούργιο που συνεχίζεται σε όλους τους τομείς. Και αρκετά διαφοροποιημένοι, πλέον, στα γούστα και τις κλίσεις. Λίγες κοινές αναφορές, με καταγωγή από τα παιδικά μας χρόνια, μας ενώνουν: το Παρά Πέντε, τα μεξικάνικα, το κυριακάτικο ραδιόφωνο που άκουγαν οι γονείς μας, το Sex and The City που ανακαλύψαμε και παραλάβαμε από τα μεγαλύτερά μας κορίτσια (αλλά μας συνέχει μέχρι σήμερα, εικοσιπεντάρες, τριανταπεντάρες και πενηντάρες!), τις διακοπές στις Κυκλάδες πριν γεμίσουν αργιλέδες και στις επαρχίες της Ελλάδας πριν αποκτήσουν φρέντο εσπρέσο. Οι τηλεοράσεις μας έπαιζαν ριάλιτι, σήριαλ και πρωινάδικα, αλλά τα κινητά μας, από αρκετά νωρίς άρχιζαν να παίζουν σημαντικότερο ρόλο. Από το My Space και το MSN στις οθόνες των PC μας, περάσαμε στο Facebook, στο Instagram, στο Twitter, στο Tik Tok. Μέσα από εκεί βρήκαμε γκόμενους, κανονίσαμε να πάμε σε φεστιβάλ που παίζουν πριόνια, αναζητήσαμε ναρκωτικά, εμπνεύσεις, κοινό και καινούργιους φίλους. Η μουσική, εν πολλοίς, πέρασε στα ακουστικά μας. Η βιβλιοθήκη μας ανανεώνεται με εγχώρια ποίηση, με ξένα σουξέ (Ιαπώνων, νομπελιστών, Αμερικανών μπητ, κουλ περιοδικάκηδων που βγάζουν μελέτες πάνω στο ροκ, στην πολιτική, στην πόλη), η κουζίνα μας ανανεώνεται με νέα μαγειρικά gadgets (όλ@ μαγειρεύουμε γλυκοπατάτες σε κάθε πιθανή μορφή), τα όνειρά μας έχουν μέσα μπόλικο Neftlix και, πια, Cinobo, ειδήμονες σε ζητήματα σινεμά, μουσικών παραγωγών, ταλαντούχοι νεόπτωχοι, ερωτευμένοι με την κατάθλα και τις μικρές-μεγάλες μας αποτυχίες. Ανάμεσα σε βιβλία της Αλεξάνδρας Κ*, του Χρήστου Βακαλόπουλου και του Μιχάλη Αλμπάτη, καίνε κεριά με άρωμα αγριοθύμαρο, ενώ τα φρι πρες που κάποτε είχαμε σαν θεούς, χρησιμεύουν ως σουβέρ και ως άτυπο διακοσμητικό των χώρων μας –κάτι οικείο, κάτι διαχρονικά cool, αλλά κάτι που μας επηρεάζει όλο και λιγότερο, τελικά.
Κάποιοι από εμάς, είμαστε οι νέοι γονείς. Φέρνουμε στον κόσμο παιδιά που δεν ακούνε Λιλιπούπολη, αλλά «Ελεφαντάκι» του Δεληβοριά. Δεν βλέπουν παιδικά στο Star, αλλά short video στο τάμπλετ τους. Κι εμείς, σχεδόν όλοι, ανατριχιάζουμε ακόμα όταν ακούμε Κατσιμιχαίους κι όταν πέφτουμε πάνω σ’ ένα γραφτό του Χρόνη Μίσσιου ή της Κατερίνας Γώγου. Η δική μας Πατησίων είναι το φριλανσιλίκι μας, ο μισθός μας που δεν φτάνει για όλο το μήνα, η εκνευριστική καλαισθησία μας, το mix & match μας, το ανυποχώρητο «ποπ και ροκ» του παρελθόντος μας. Είμαστε οι μουσικοί, οι γραφιάδες και οι κινηματογραφιστές του μέλλοντός σας. Ή τουλάχιστον, το φαντασιωνόμαστε. Και, σίγουρα, το παλεύουμε. Πολύ.

