Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Βασίλης Κάλφας

Για την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών

Η μετάλλαξη των ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων και της ακαδημαϊκής έρευνας ξεκίνησε την δεκαετία του 1990 στην Αγγλία επί Θάτσερ. Το Πανεπιστήμιο απώλεσε τη σταθερή του χρηματοδότηση από το κράτος και τον αυτόνομό του σχεδιασμό και συνέδεσε την επιβίωσή του με την εξωτερική χρηματοδότηση, είτε από υψηλά δίδακτρα είτε από τη βιομηχανία και την αγορά είτε από διεθνή ερευνητικά προγράμματα. Η σύνδεση βεβαίως της πανεπιστημιακής έρευνας και της αγοράς ήταν από καιρό δεδομένη, αφού ήδη από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση διαπιστώθηκε η δυνατότητα συνεργασίας επιστήμης και τεχνολογίας. Τώρα όμως η επιθυμητή αυτή συνεργασία γινόταν όρος επιβίωσης.

Η δομή της πανεπιστημιακής έρευνας άλλαξε και αυτή ριζικά. Καθώς κριτήριο επιβίωσης ενός πανεπιστημιακού Τμήματος δεν ήταν πλέον η ποιότητα των σπουδών αλλά η ελκυστικότητα, οτιδήποτε αμαύρωνε την καλή εικόνα προς τα έξω, καλύφτηκε. Απέκτησαν κυριαρχικό ρόλο οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων και Τμημάτων, που στηρίζονται σχεδόν ολοκληρωτικά σε ποσοτικά κριτήρια. Ο διδάσκων πρέπει να δημοσιεύει πολύ, αποκλειστικά ερευνητικά άρθρα (papers) και αποκλειστικά σε αγγλόφωνα περιοδικά, και να συγκεντρώνει ετεροαναφορές. Μια πρόταση διδακτορικού γίνεται δεκτή αν έχει εξασφαλισμένη εξωτερική χρηματοδότηση, ενώ ένα διδακτορικό που δεν ολοκληρώνεται σε 3 χρόνια στοιχίζει πόντους στον επιβλέποντα και στο Πανεπιστήμιο, οπότε τα διδακτορικά γίνονται εύκολα και ισοδυναμούν συνήθως με ένα διευρυμένο άρθρο. Το ακαδημαϊκό βιβλίο έχασε τη σημασία και την αξία του (άλλωστε στις θετικές επιστήμες κανείς δεν γράφει βιβλία) και, όταν εκδίδεται, κυκλοφορεί σε ελάχιστα αντίτυπα και εξωφρενική τιμή –πολλές φορές με την οικονομική συνδρομή του συγγραφέα του, ακόμη και σε έγκυρους εκδοτικούς οίκους. Έτσι κι αλλιώς η ακαδημαϊκή ερευνητική παραγωγή δεν διαβάζεται παρά μόνο από τους 3-4 ειδικούς του αντίστοιχου στενού κλάδου –οπότε μένουν σε ισχύ μόνο τα ποσοτικά κριτήρια.

Παρ’ όλα αυτά, επειδή κάποια από τα αγγλοσαξωνικά Πανεπιστήμια αποτελούν ναούς της γνώσης και συγκεντρώνουν ερευνητικό προσωπικό και φοιτητές υψηλής στάθμης, ερευνητικά αποτελέσματα εξακολουθούν να παράγονται, μόνο που ο χαρακτήρας τους είναι εξ ορισμού αποσπασματικός, μερικός και εξειδικευμένος, και αποκτά νόημα μόνο μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο δεν ελέγχεται από τον μεμονωμένο ερευνητή.

Το κύμα των αλλαγών παρέσυρε σιγά σιγά όλον τον χάρτη της ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Τα αγγλόφωνα τμήματα εξαπλώθηκαν παντού, ιδιωτικά πανεπιστήμια έκαναν την εμφάνισή τους και στις περισσότερες χώρες επιβλήθηκαν δίδακτρα κυρίως στα μεταπτυχιακά προγράμματα. Παρ’ όλα αυτά είναι αξιοσημείωτη η αντίσταση σε αυτό το ρεύμα που παρουσιάζεται ακόμη σε παραδοσιακά κέντρα της μάθησης της κεντρικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές αποτέλεσαν απλώς παράπλευρη απώλεια σε αυτήν τη μετάλλαξη. Όχι όλες, αλλά τουλάχιστον εκείνες που δεν παρουσιάζονταν ελκυστικές για την προσέλκυση φοιτητών και κεφαλαίων. Έτσι κλάδοι που αποτελούσαν παραδοσιακά κόσμημα για ένα Πανεπιστήμιο, όπως η Ιστορία, η Φιλολογία και οι Κλασικές Σπουδές, πέρασαν στο περιθώριο, ενώ άλλοι κλάδοι που φαίνονταν να προσφέρουν εφαρμογές σε τεχνολογίες αιχμής, όπως η Γλωσσολογία και η Ψυχολογία, ευνοήθηκαν από τη νέα κατάσταση. Η πολυμάθεια πάντως και η πολυμέρεια, που κάποτε αποτελούσαν εφόδιο για συνθετικές εργασίες στις ανθρωπιστικές επιστήμες, δεν λογίζονται πλέον ως σημαντικό προσόν. Ενώ η συνεχής πίεση για παραγωγικότητα και η ανασφάλεια που δημιουργεί ο πληθωρισμός διδακτόρων σε κλάδους που φθίνουν, δεν μπορούν να θεωρηθούν ιδανικές συνθήκες για απρόσκοπτη έρευνα.

Στην Ελλάδα τώρα το κύμα αυτό των αλλαγών δεν έχει φθάσει. Όχι εξαιτίας κάποιας ενδογενούς ερευνητικής παράδοσης που αντιτίθεται στην κυρίαρχη τάση, αλλά λόγω αδράνειας. Τα πανεπιστημιακά Τμήματα δεν αξιολογήθηκαν ποτέ ουσιαστικά, κανένα δεν έκλεισε ή δεν συγχωνεύθηκε με άλλο, αλλά αντιθέτως, παρά την οικονομική κρίση που μείωσε δραματικά τη χρηματοδότηση και το διδακτικό προσωπικό, δημιουργήθηκαν νέα Τμήματα χωρίς την παραμικρή προοπτική και συνέχισαν να διασπείρονται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, με αποκορύφωμα την ακαριαία μετατροπή όλων των ΤΕΙ σε ΑΕΙ, τη σκοπιμότητα της οποίας κανείς ποτέ δεν κατανόησε.

Οι πανελλαδικές εξετάσεις διατηρήθηκαν, στη λογική που όλοι γνωρίζουμε, με κάποια βελτίωση στα θέματα των εξετάσεων. Οι προσφερόμενες θέσεις στα ανώτατα ιδρύματα είναι στην ουσία περισσότερες από τους υποψηφίους, κι αν μένουν αρκετές θέσεις κενές οφείλονται στην δραματική ανεπάρκεια των εξεταζομένων. Πολλοί ωστόσο από τους επιτυχόντες δεν θα φοιτήσουν ποτέ στα Τμήματα που επέτυχαν είτε λόγω οικονομικής δυσπραγίας είτε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, αφού οι περισσότεροι καλούνται να φοιτήσουν σε κλάδους που δεν επέλεξαν. Υπάρχουν περιφερειακά Τμήματα που δεν έχουν βγάλει ποτέ κανέναν απόφοιτο, και όπου πιθανότατα τα μαθήματα δεν γίνονται, χωρίς κανείς να παρεμβαίνει. Στα μεταλυκειακά ΚΕΚ, που αποτελούν τη μόνη μορφή τεχνολογικής εκπαίδευσης που έχει απομείνει, το 30% των σπουδαστών είναι απόφοιτοι Πανεπιστημίου ή φοιτητές ανωτάτων σχολών.

Γιατί αναφέρομαι σε αυτά τα θέματα, ενώ κλήθηκα να μιλήσω για την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών; Γιατί απλούστατα στην Ελλάδα η γενικότερη κρίση της Παιδείας προηγείται και επικαλύπτει κάθε μέριμνα και προβληματισμό μας για τις ανθρωπιστικές σπουδές. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, παρά τις εμφανείς παθογένειές του, δεν είναι ο μεγάλος ασθενής της ελληνικής εκπαίδευσης. Ως κρατικός θεσμός είναι πολύ πάνω από το μέσο επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών άλλων θεσμών της πολιτείας (λ.χ. της Εφορίας, της Πολεοδομίας ή της Τοπικής αυτοδιοίκησης). Η εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο κατά βάση παρέχεται και η έρευνα κουτσά στραβά γίνεται, έστω και από έναν μικρό αριθμό σοβαρών Τμημάτων, σοβαρών διδασκόντων και σοβαρών φοιτητών. Άλλωστε η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ιδιαίτερα μεγάλους αριθμούς ικανών ερευνητών. Οι καλοί ερευνητές υπάρχουν –και αυτό ισχύει και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Εκείνη που πρέπει να αλλάξει ριζικά στην Ελλάδα είναι η Μέση Εκπαίδευση. Το ελληνικό σχολείο δεν προξενεί κανένα ενδιαφέρον στα παιδιά, απονεκρώνει τις όποιες κλίσεις τους και τα φορτώνει με άχρηστες γνώσεις. Οι ώρες της υποχρεωτικής διδασκαλίας (το λεγόμενο αναλυτικό πρόγραμμα) είναι πολύ περισσότερες από κάθε άλλο ευρωπαϊκό κράτος, ενώ ο μαθητής μένει λιγότερο χρόνο κάθε μέρα στο σχολείο. Ο απόφοιτος του σημερινού Λυκείου, όπως είδαμε και από την περίφημη PISA, είναι λειτουργικά αναλφάβητος. Αδυνατεί να λύσει προβλήματα και να κατανοήσει κείμενα –δεν διαθέτει δηλαδή τις απαραίτητες δεξιότητες για τη μελλοντική του ζωή. Στον αντίποδα έχει επιχειρήσει ματαίως να αποστηθίσει άχρηστες γνώσεις και πληροφορίες, που προσφέρονται ωστόσο έτοιμες παντού γύρω του. Οι ανεπάρκειες αυτές μεταφέρονται στο Πανεπιστήμιο με τους νέους φοιτητές και ναρκοθετούν κάθε δυνατότητα ουσιαστικής μύησης σε μία επιστήμη –ιδίως στις ανθρωπιστικές επιστήμες που απαιτούν εκ προοιμίου κριτική ικανότητα.

Το Γυμνάσιο και το Λύκειο χρειάζεται πλήρη αναδιοργάνωση, ένα ισχυρό σοκ, που ωστόσο κανείς από τους εμπλεκομένους δεν φαίνεται να επιθυμεί –εκτός ενδεχομένως από τους μαθητές, των οποίων η γνώμη όμως δεν μετρά. Αν έκανα μια πρόταση (αφού επιζητούμε προτάσεις) θα ήταν η άμεση μείωση του αναλυτικού προγράμματος στο μισό –από 36 ώρες την εβδομάδα σε 18. Τα υποχρεωτικά μαθήματα θα ήταν αυτά που όλοι θεωρούμε βασικά, κατά βάση γλώσσα, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες, με έμφαση στην καλλιέργεια δεξιοτήτων σε κάθε τομέα. Οι υπόλοιπες ώρες του σχολείου, που καλό θα ήταν να είναι περισσότερες από σήμερα, μπορούν να καλύπτονται από προαιρετικά μαθήματα, που θα αποφάσιζε ο Σύλλογος των εκπαιδευτικών του κάθε σχολείου σε συνεργασία με τους μαθητές. Μια τέτοια αλλαγή όμως δεν την θέλει ούτε η Πολιτεία, που θα χάσει τον έλεγχο και δεν θα μπορεί να επιβάλει τις ατελείωτες ώρες Θρησκευτικών, Αρχαίων, ακόμη και Λατινικών. Ούτε κατά βάση οι καθηγητές, αφού θα μείωνε τις αποδεκτές ειδικότητες στην Εκπαίδευση. Ούτε οι γονείς, που καλό θα ήταν ούτως ή άλλως να είχαν λιγότερη εμπλοκή στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Η επάρκεια των αποφοίτων του Λυκείου επηρεάζει άμεσα την ποιότητα των σπουδών στο Πανεπιστήμιο. Αν δεν αλλάξει κάτι στη Μέση Εκπαίδευση, οι προπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο θα τείνουν όλο και περισσότερο να καλύψουν κενά βασικής μάθησης, να προσανατολίσουν τους φοιτητές στην καλλιέργεια κριτικού πνεύματος και να ανοίξουν τους ορίζοντες τους προς νέα και γνήσια ενδιαφέροντα. Θα πρέπει μάλλον να αποδεχτούμε την ιδέα ότι το σημερινό πανεπιστημιακό Πτυχίο αντιστοιχεί σε αυτό που θα έπρεπε να είναι το απολυτήριο του Λυκείου, και να θεωρήσουμε ότι η επιστήμη θα ξεκινά για τους φοιτητές στο μεταπτυχιακό επίπεδο. Μια ρεαλιστική προοπτική θα ήταν να καθιερωθεί το τριετές πανεπιστημιακό πτυχίο. Και επειδή θα καλύπτει βασικές γνώσεις υποδομής, δεν έχει κανένα λόγο η πρόωρη (δήθεν) εξειδίκευση σε προπτυχιακό επίπεδο.

Αν εφαρμόσουμε αυτή τη συλλογιστική ειδικά στις ανθρωπιστικές επιστήμες, θα μπορούσα να οδηγηθώ σε κάποιες προτάσεις. Έχοντας προσωπική πείρα τόσο των σημερινών Τμημάτων όσο και της παλιάς ενιαίας Φιλοσοφικής, η γνώμη μου είναι ότι αν ο φοιτητής, με όλες τις ελλείψεις του και τη θολή εικόνα για το μέλλον και τα ενδιαφέροντά του, είχε εισαχθεί σε μια ευρύτερη ενότητα όμορων επιστημών, θα είχε περισσότερο χρόνο να αποφασίσει τι θέλει να πραγματικά να σπουδάσει και καλύτερα εφόδια για το επιτύχει. Επομένως (πρόταση) τριετές πανεπιστημιακό πτυχίο με εισαγωγή σε Σχολές και όχι σε Τμήματα. Επιλογή κλάδου μόνο σε μεταπτυχιακό επίπεδο, όπου μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ξεκινά και η μύηση στην έρευνα.

Συμπληρωματική πρόταση. Κλείσιμο ή ενοποίηση των μισών τουλάχιστον Τμημάτων που υπάρχουν σήμερα στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Αντίστοιχη μείωση των εισακτέων στα Πανεπιστήμια. Να σας θυμίσω ότι αυτή τη στιγμή στις ανθρωπιστικές επιστήμες έχουμε λ.χ. 4 Θεατρολογίες, καμιά 10αρια Θεολογίες και εκκλησιαστικές σχολές, 5-6 τμήματα Φιλοσοφίας κοκ. Πολλά από αυτά τα Τμήματα μένουν χωρίς φοιτητές ή με φοιτητές πλήρως ανεπαρκείς και αδιάφορους. Στον αντίποδα η Νομική σχολή κρατά το επίπεδο σπουδών της και τη ζήτηση της, όχι τόσο για τις επαγγελματικές προοπτικές που προσφέρει αλλά κυρίως γιατί δεν πολλαπλασιάστηκαν οι Νομικές και ο φοιτητής αισθάνεται δικαιωμένος για τη δύσκολη επιλογή του. Ευχής έργο θα ήταν να αποτολμήσει κάποια κυβέρνηση την επανίδρυση και τη στελέχωση της Τεχνικής Εκπαίδευσης. Αλλιώς με κακό δημόσιο Πανεπιστήμιο και απουσία Τεχνολογικών Τμημάτων, ο δρόμος των ιδιωτικών Κολλεγίων και Πανεπιστήμιων είναι ορθάνοικτος.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή