Kατά την ενδημία στον χώρο του ανοίκειου
Όταν φεύγει από τη ζωή ένας ποιητής/μια ποιήτρια που κάποια στιγμή συναντηθήκαμε μαζί του/της, νιώθουμε την ανάγκη να επιστρέψουμε στο έργο που άφησε. Ενδεχομένως, μια φυγόκεντρος αγωνία μας παρασέρνει ν’ ακολουθήσουμε την κατεύθυνση για την περιοχή εκείνη, στην οποία έπειτα απ’ την απώλεια καταφεύγουν τα ποιήματα για να βρουν σπλάχνιση, ή καλύτερα το θάλπος της δικής μας ανάγνωσης. Με την αναγγελία του θανάτου της αγαπημένης ποιήτριας και μεταφράστριας Τζένης Μαστοράκη, επέστρεψα στα Διόδια, στο Σόι, στις Ιστορίες για τα βαθιά και στο Μ’ ένα στεφάνι φως για εκείνη τη μετατόπιση στον χώρο του φιλόξενου ανοίκειου που είναι άμεσα δοσμένο, όπως συμβαίνει στα όνειρα ή αλλιώς σ’ ένα τόλμημα ενδοστρέφειας.
Με μια υποσχέση θνητότητας, «για πάντα δεν είναι κανείς, ούτε διαρκεί, κανείς δε θα ʼρθει απ’ την άλλη όχθη», η Τζένη Μαστοράκη δηλώνει τον θάνατο του ατόμου εντός της κοινωνίας, απαντώντας στον Jean-Luc Godard που τη δεκαετία του ʼ60 –τα χρόνια εφηβείας της ποιήτριας– ρωτούσε «does soul exist in the modern society?»
Κι έπειτα με τον τρόπο της, διεγείρει την αγωνία εντός της σφαίρας του μεταφυσικού, εκεί που συντελούνται του απείρου τα κρυφομιλήματα κι ακούγονται μέσ’ από δύσκολους καιρούς, σωσμένα λόγια των εξορκισμών. Κι ο τρόπος της συμβαίνει μέσω της εμπειρίας της γλώσσας, που βιώνεται σε κάθε λέξη, σε κάθε στίχο, σε κάθε ποίημα, στην άρθρωση μιας γλωσσικής περιπέτειας και ηχεί σαν μαγικό ξόρκι.
Δημιουργεί μια πολλαπλή ζωή που αφηγείται ιστορίες για τα βαθιά, και βιώνει την Ιστορία έως την άκρη ενός μακρινού μέλλοντος, που οριοθετείται κάθε φορά απ’ την απώλεια. Ενδυναμώνει τις πολλαπλές σημάνσεις του νοήματος με τον επιδέξιο ποιητικό της τρόπο. Κι εδώ έρχεται ο αναγνώστης-συνωμότης, (όπως η ίδια έχει πει) και γίνεται μέτοχος μιας ποίησης που μοιάζει να οργανώνεται τη νύχτα, γιατί «η νύχτα καταργεί τα εγκλήματα» ενίοτε και τα ποιήματα, αφού κατά την ίδια «Ποιήματα και εγκλήματα τρέφονται συνήθως απ’ το νυχτερινό κομμάτι μιας ζωής».
Γράφει ποίηση μέσα στη σιωπή αναιρώντας τη σιωπή. «Με το πείσμα λιθοξόου που καλεί το μαύρο του λιθάρι ν’ ανατείλει…» Γράφειποίηση «μέσα από μεγάλα σκότη»κι ανασύρει άλλοτε πάθη ερωτικά, άλλοτε τραύματα που προκλήθηκαν εντός της οικογένειας, της πολιτικής εξουσίας ή της πατριαρχίας. Γράφει ποίηση για την οποία οι μελλοντικές γενιές ποιητών/ποιητριών την ευγνωμονούν. Προ πολλού η ίδια έχει απεκδυθεί την ποιητική της ταυτότητα, λέει πως γράφει κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα.
Κάθε γειτνίασή της με τον θάνατο, τον αφανισμό αποτελεί μια διαπεραστική κραυγή απέναντι στην κατακερματισμένη αστική ζωή και ακόμη ένα καταστάλαγμα οδύνης που αγκαλιάζει τρυφερά τον εαυτό της, παραδεχόμενη την οριστικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ δίνει νέες ενάρξεις, εκλάμψεις ζωής.
Η Τζένη Μαστοράκη υπήρξε γενναιόδωρη. Η απεύθυνσή της, ήταν ένα κάλεσμα αυτογνωσίας. Παραφράζοντας τον στίχο «This is the way, step inside» των Joy Division ισχυρίζομαι ότι δείχνει τον τρόπο, δηλαδή πώς συντελείται το κάθε βήμα προς τα μέσα, στο εντός εκείνο όπου οι ένοικοι είμαστε εμείς, ανεξουσίαστοι και πάντα ατελείς.

