Είχα την ευτυχία να γνωρίσω τον Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο μέσω της αγαπητής συζύγου του Ρίτας Λυτού και των κοινών φίλων μας, της ηθοποιού Κάτιας Γκουλιώνη και του σκηνοθέτη Άγγελου Φραντζή.
Κρατώ πάντα δίπλα μου το αντίδωρό του Θαλασσόκεδρος και τα ευγενικά λόγια του στην συνοδευόμενη κάρτα, έπειτα από το στάλσιμο της πρώτης ποιητικής μου συλλογής. Δεν του είχα εξομολογηθεί έως τότε ότι αγαπούσα να δοκιμάζω κάποιους στίχους, με γνώρισε ως μία ηθοποιό της παράστασης Ευτυχισμένες μέρες στους τεφρούς κήπους –τίτλος δικής του επινόησης– σε σκηνοθεσία της Κάτιας Γκουλιώνη.
Ένα απόγευμα, θυμάμαι, επισκέφτηκα το σπίτι της οδού Τσάμη Καρατάσου στον λόφο του Φιλοπάππου για να επιχειρήσουμε μια πρώτη ανάγνωση οι τρεις γυναίκες του βιβλίου Το τέλος της μικρής μας πόλης του Δημήτρη Χατζή, το οποίο εκείνος μας είχε υποδείξει. Όταν έφτασα, με ρώτησε αν το είχα διαβάσει. Του απάντησα πως όχι, παρ’ όλο που γνώριζα τον συγγραφέα, αν και το επιθυμούσα πολύ. Με κοίταξε με μια ελαφριά απογοήτευση και είπε «δώστε προσοχή στον “ντετέκτιβ”». Όση ώρα κάναμε την ανάγνωση, εκείνος καθόταν στο γραφείο του κι έγραφε, αλλά ήμουν πεπεισμένη ότι ταυτόχρονα μας άκουγε. Γιατί είχα διακρίνει στην αβρότητα των τρόπων του και στην ιερατική φυσιογνωμία του ότι πάντα διέθετε εκείνη την ποιητική ευαισθησία ανίχνευσης και ανάλυσης του περιβαλλόμενου κόσμου στον οποίο ενοικούσε. Φεύγοντας, με κοίταξε σαν να ζητούσε να μάθει τις εντυπώσεις μου. Εξαιρετικό, είπα. Και μου έγνεψε καταφατικά με ένα βλέμμα ειλικρινούς τρυφερότητας.
Ο ποιητής του Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια, ο εκλεκτός Νίκος Παναγιωτόπουλος, ήταν άνθρωπος των βαθύρριζων στοχασμών, όπως διαφαίνεται στο έργο του, με τις λέξεις του πάντα προσεκτικά επιλεγμένες, σαν εκείνες να είναι σπάνια δείγματα ενός κόσμου που κινδυνεύει να εξαφανιστεί στην παρακμή, ή σε ένα απερίσκεπτο ξόδεμα.
Θυμάμαι τον τρόπο που μιλούσε για τον Άρθουρ Σνίτσλερ, έπειτα από ταξίδι του στη Βιέννη, λακωνικά, χωρίς να υπονομεύει τον θαυμασμό του για τον Αυστριακό συγγραφέα. Και με την ίδια διαύγεια και απλότητα που θα μιλούσε έπειτα για την Κάρπαθο (τόπο καταγωγής της Ρίτας), ή την αρχιτεκτονική των χαμηλών σπιτιών στα Κουφονήσια, όπως και για τα τόσα άλλα με τα οποία η περιέργειά του εγειρόταν.
Δεν μπορώ να μη λυπάμαι που δεν θα συναντήσω ξανά τον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Όμως ξέρω ότι στον θάνατο δεν δοκιμάζει τη συντέλεια, αλλά βρίσκεται με το έργο του στη διαχρονία της ποιητικής τέχνης καθώς και στη σκέψη των αγαπημένων του, όπου πάντα εκεί θα μένει κι εγώ θα ανατρέχω.
«Δε θέλω φύλακες. Δε θέλω οι χειρότεροι άνθρωποι να πονάνε για μένα.
Ό,τι δε φυλάγεται είναι πιο καλά φυλαγμένο.
Το φυλάγω εγώ στην καρδιά μου»
Σύσσημον, κεφ. ΚΣΤ’

