Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Χρήστος Ράμμος

Γιάννης Κιουρτσάκης – το πρόσωπο και το έργο

Τον Γιάννη τον γνώρισα στο Νεοχώρι του Πηλίου, στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Περνούμε εμείς πάντα κάποιες μέρες του καλοκαιριού σε κάποιους φίλους εκεί και εκείνος παραθερίζει εκεί κάθε καλοκαίρι στο σπίτι του. Ένα απλό σπίτι που δεν ξεχωρίζει, που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι του φίλου μας. Μέχρι τότε τον είχα μόνο ακουστά. Δεν είχα τότε ακόμη διαβάσει κανένα βιβλίο του. Καθήμενος στην αυλή του σπιτιού του φίλου μας τον έβλεπα να διασχίζει το μεταξύ των δύο σπιτιών καλντερίμι, έχοντας δίπλα πάντα την φινετσάτη, λιγομίλητη και ευγενική Gisèle, πιστή παντοτινή σύντροφο της ζωής του. Πάντα συνεσταλμένος και σεμνός, να μας χαιρετάει με μια παλαιού τύπου αστική ευγένεια. Διανοούμενος, κάπως εύθραυστος, συνήθως βυθισμένος στις σκέψεις του και στις παρατηρήσεις του, κάπως «παράξενος» σε αυτό το χωριό με τους ελάχιστους ντόπιους και άλλους τόσους εξίσου λίγους παραθεριστές. Κάποια στιγμή γνωριστήκαμε καλύτερα. Μου έκανε εντύπωση η ευρυμάθειά του, η διαρκής πνευματική αναζήτηση και η περιέργεια για γνώση, καθώς και η επιθυμία του να συνομιλήσει για τα πάντα, να μεταδώσει κομμάτια από τις αποθησαυρισμένες γνώσεις του και κυρίως τις βιωμένες γνώσεις του και τις αγωνίες του. Πάντα με ταπεινότητα και αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Πρέπει στο σημείο αυτό, κάνοντας μια παρένθεση, να αναφερθώ σε κάτι που θα ήθελα να τονίσω προσωπικά. Όταν τελείωσε το σχολείο, όντας γιός δικαστικού, πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι (όνειρο της εφηβείας του προκειμένου να ξεφύγει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της Αθήνας της δεκαετίας του 1950) νομικά, με σκοπό να καταλήξει κάποια στιγμή στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Όταν γύρισε στην Ελλάδα από τις σπουδές του, έχοντας απομυθοποιήσει και τη Γαλλία, ήμασταν ήδη περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ʼ60, σε μια Ελλάδα που εξακολουθούσε να είναι μια καχεκτική δημοκρατία, αλλά στην οποία είχε αρχίσει να εκλείπει το δημόσιο ήθος και είχαν αρχίσει τα μεσαία στρώματα να πλουτίζουν ή καλύτερα να «νεοπλουτίζουν» και το χρήμα να γίνεται το κύριο, αν όχι το μοναδικό ιδανικό ή κριτήριο επιτυχίας. Ο Κιουρτσάκης κατάλαβε γρήγορα ότι και αυτή η νέα Ελλάδα που ξανασυνάντησε δεν ήταν ένας χώρος όπου μπορούσε να ευδοκιμήσει. Άρχισε μάλιστα να αισθάνεται μετέωρος μεταξύ των δύο. Δηλαδή ξένος στο Παρίσι, όπου νοσταλγούσε την Αθήνα, και ξένος στην Αθήνα, όπου νοσταλγούσε το Παρίσι. Την ψυχική αυτή κατάσταση και αυτό το κλίμα, τα περιγράφει γλαφυρά στο Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, στο Εμείς οι άλλοι. Πίστεψε προς στιγμήν ότι μια σταδιοδρομία στο Συμβούλιο της Επικρατείας θα μπορούσε να δώσει ένα νόημα στη ζωή του. Και ενώ πλησίαζε στο σημείο να ικανοποιηθεί το όνειρό του και να δώσει τις πολυπόθητες σχετικές εξετάσεις, στις οποίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πετύχαινε όντας πολύ καλά προετοιμασμένος, γίνεται κάτι αναπάντεχο. Η στρατιωτική δικτατορία της 21ηςΑπριλίου 1967. Και ο Κιουρτσάκης πήρε τότε μια θαρραλέα απόφαση, η οποία μόνο εύκολη δεν ήταν. Αποφάσισε να μη συμμετάσχει στην κωμωδία να υπηρετήσει σε ένα δικαστήριο που θα ήταν ένα απλό φύλλο συκής ψευτοδικαιοσύνης σε ένα καθεστώς που είχε καταλύσει κάθε έννοια κράτους δικαίου, αλλά και ανθρωπιάς. Και έτσι δεν συμμετείχε στις εξετάσεις εισόδου στο Συμβούλιο της Επικρατείας και θυσίασε μια καριέρα, που πάντως, αν μη τι άλλο, θα επέλυε το βιοποριστικό του πρόβλημα, προτάσσοντας μια ηθική κρίση στον σκληρό ρεαλισμό των απαιτήσεων της ζωής. Είπα ότι ήταν δύσκολη η απόφαση, διότι πολλοί άλλοι της γενιάς του έδωσαν εξετάσεις επί δικτατορίας και μπήκαν σε ένα Συμβούλιο της Επικρατείας, στο οποίο και σταδιοδρόμησαν παρά το ότι η χούντα το ευνούχισε. Είμαι σε θέση να γνωρίζω το θέμα, έχοντας υπηρετήσει επί πολλές δεκαετίες στο ΣτΕ. Έτσι τον κέρδισε η μελέτη του φαινομένου του Καραγκιόζη, του λαϊκού πολιτισμού, του καρναβαλιού και των συμβολισμών του, η δοκιμιογραφία και σύντομα και η μυθιστοριογραφία. Εν ολίγοις το γράψιμο και η παρατήρηση, η σύνθεση πολλών κόσμων πέρα από αυτόν στον οποίο τον ενέταξε η καταγωγή του. Μπορεί ο Κιουρτσάκης να χαρακτηρίζει τον εαυτό του αστόπαιδο, και όντως είναι γόνος μιας μεσοαστικής οικογένειας και έχει αυτό που λέμε συμβατικά «αστική ευγένεια»∙ όμως δεν υπηρέτησε ποτέ στη ζωή του αυτά που οι αστοί επιδιώκουν. Δηλαδή χρήμα, κοσμικότητα, δόξα και δεν είναι εφησυχασμένος αστός. Αντίθετα, όλο του το έργο, όλοι οι στοχασμοί του αμφισβητούν συθέμελα την ταπεινωτική ακινησία του βολέματος.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του Κιουρτσάκη, που σχετίζεται με την ανήσυχη και ασυμβίβαστη φύση του, είναι ότι οι δοκιμασίες της ζωής δεν μετρίασαν, δεν έφθειραν αυτά τα χαρακτηριστικά του. Στα 18 του χρόνια ήλθε αντιμέτωπος με το τραυματικό βίωμα του θανάτου, και ειδικότερα αλλά και ακόμη χειρότερα της δυσεξήγητης αυτοκτονίας του μεγάλου αδελφού του, του Χάρη. Όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο αλλά σε μεγαλύτερες ηλικίες, όχι όμως σε μια τόσο τρυφερή και αθώα ηλικία. Το ακόμη χειρότερο στην περίπτωση του Χάρη ήταν ότι ο θάνατος δεν ήταν συνέπεια ασθένειας ή ατυχήματος. Ήταν επιλογή του αγαπημένου προσώπου. Δηλαδή στην ουσία συμβόλισε την άρνηση της ζωής. Αυτό το συμβάν, που τον συνοδεύει ισοβίως, τον έκανε διαρκή αναζητητή της βαθύτερης ουσίας της ζωής. Μακριά από βεβαιότητες, ναρκισσισμούς, ανώριμες αλαζονείες και διδακτισμούς. Αναζητητής που πολέμησε το τραύμα αυτό, χωρίς ποτέ να το ξεπεράσει πλήρως (άραγε ξεπερνιούνται τα τραύματα ή απλώς μαθαίνουμε να ζούμε μαζί τους;), «μεταφέροντας» εσαεί πέρα από τον εαυτό του και τον νεκρό Χάρη, έτσι ώστε ο Χάρης, δηλαδή ο άλλος, να είναι ένα κομμάτι του εαυτού του. Θυμίζοντάς μας και μεταφέροντας λογοτεχνικά στα μυθιστορήματα του (κυρίως στο Σαν μυθιστόρημα) μια μορφή της ποντιακής λαϊκής παράδοσης, το Δίκωλον. Είναι αυτός που μεταφέρει εσαεί πάνω του τον νεκρό αδελφό του. Η επεξεργασία των τραυμάτων αυτών, των ενοχών και της απώλειας έκανε τον Κιουρτσάκη μυθιστοριογράφο. ‘Ώριμος καταλαβαίνει ότι αν υπάρχει ένα κανάλι σωτηρίας και προσωπικής ολοκλήρωσης, αυτό δεν είναι η προσωπική επαγγελματική επιτυχία (άραγε τι είναι αυτό;) ταυτιζόμενη με την προσωπική προβολή, αλλά η συνάντηση με τον άλλο. Τον συνομιλητή, τον φίλο, αλλά και τον αναγνώστη. Μόνο με τον άλλο είμαστε κάτι. Με την ετερότητα. Μόνοι δεν είμαστε τίποτε. Μόνο σε σχέση με τον άλλο καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας. Και ο άλλος δεν είναι καθόλου απαραίτητα για τον διανοούμενο Κιουρτσάκη ένας άλλος διανοούμενος. Είναι και ο λαϊκός άνθρωπος της Σκύρου, στην οποία καταφεύγει για να συγγράψει. Είναι και ο βοσκός Κωστής. Και φυσικά ο άλλος είναι και ο ξένος. Με τους διαφορετικούς ορίζοντες και ευαισθησίες. Με ρίζες βέβαια στην Ελλάδα (την Ελλάδα νοούμενη ως γλώσσα και ως παράδοση), μακριά όμως από εθνικισμούς που επιδιώκουν βεβαιότητες, αποκλειστικότητες, αυτοεπιβεβαιώσεις και ορθώνουν τείχη. Όπως γράφει στο Ζητούμενο του Ανθρώπου και στο Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή, αγαπάει τα πιο πάνω στοιχεία (ελληνική γλώσσα και ελληνικές λαϊκές παραδόσεις) διότι αυτά τον φέρνουν πιο κοντά στην οικουμενικότητα. Οικουμενικότητα δεν είναι ένας ρηχός, μιμητικός, ομογενοποιημένος κοσμοπολιτισμός. Διαβάζοντας τον Κιουρτσάκη, αλλά και συζητώντας μαζί του βλέπει ένα άνθρωπο που έχει την ίδια οικειότητα με τα γαλλικά γράμματα και τον γαλλικό πολιτισμό, όσο και με τα ελληνικά. Μας λέει: Είμαι οικουμενικός επειδή είμαι Έλληνας. Είμαι Ευρωπαίος επειδή είμαι Έλληνας. «Η αληθινή μας πατρίδα μας είναι το πρόσωπο του άλλου ανθρώπου» (Το ζητούμενο του ανθρώπου, σελ. 258). Ο Κιουρτσάκης συχνά αναφέρεται ή πάντως συχνά θυμίζει τη σεφερική ρήση «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας». Η προσέγγισή του με τη λαϊκή παράδοση, η οποία του άνοιξε καινούργιους δρόμους και με την οποία ασχολήθηκε πολύ, δεν είναι λαογραφική ή ηθογραφική. Μέσα από τον διάλογο με τον λαϊκό πολιτισμό βρήκε μια Ελλάδα που δεν την φανταζόταν στα παιδικά του χρόνια της οδού Κεφαλληνίας ή στη μυθοποίηση της Γαλλίας και του Παρισιού της πρώτης νεότητάς του, με λίγα λόγια στον δυτικό αστικό του τροπισμό (tropisme). Τα πάντρεψε και τα δύο. Και εκεί βρήκε την παράδοση. Διότι παράδοση δεν είναι αυτή η μουσειακή αποστεωμένη τουριστικο-φολκλορική εικόνα που έχουμε. Παράδοση είναι η ανάμιξη και η σύνθεση των εαυτών μας, η ζωντανή εξέλιξή της μέσα μας. Όπως έχει πει ο Gustav Mahler, παράδοση δεν είναι η λατρεία της στάχτης αλλά το συνδαύλισμα της φωτιάς.

Ο Κιουρτσάκης δεν είναι πιστός, είναι ένας μελαγχολικός αγνωστικιστής, αλλά όχι άνθρωπος χωρίς δίοδο ελπίδας, παθητικός, που δεν μάχεται και τα έχει παρατήσει όλα επιδιώκοντας τη ραστώνη. Την ελπίδα την γεννάει η συγγραφή. Επίσης δεν πιστεύει στις όποιες θεολογίες, και φυσικά ούτε στις πολιτικές θεολογίες. Γιατί να τον κατακρίνει κανείς γι’ αυτό, έτσι όπως έχει καταντήσει η πολιτική, ειδικά στον 21ο αιώνα; Πολιτικές θεολογίες ή ορθοδοξίες που είναι τάχα μου ορθολογική διαχείριση των ανθρωπίνων, που παρακάμπτει το ζητούμενο του ανθρώπου, που αποστεώνει και απομονώνει και που καταστρέφει το περιβάλλον και την ψυχική ακεραιότητα των ανθρώπων, οι οποίοι πολύ συχνά ζουν από την αρχή μέχρι το τέλος μια ματαιωμένη ζωή. Μια κατάσταση που τους «πραγμοποιεί», όπως γράφει στην εισήγησή του στο βιβλίο του Μπαχτίν Μορφές του χρόνου και του χρονοτόπου στο μυθιστόρημα. Πού να χωρέσει αυτός ο μέχρις αγωνίας ανήσυχος, ευαίσθητος και κυρίως ειλικρινής άνθρωπος στις μικροπολιτικές ή κοσμικές σκοπιμότητες; Μια φορά που συζητούσαμε μου είπε ότι κάποιες φορές αισθάνεται ότι, ασχοληθείς μόνο με τη μελέτη και τη συγγραφή, ίσως έμεινε στο περιθώριο της «πραγματικής» ζωής. Μου είχε πει: «μη νομίζεις ότι είναι στοιχείο υπερηφάνειας για μένα, διότι δεν αισθάνομαι ότι πολέμησα ενεργά για να αλλάξω τα πράγματα. Αλλά γράφω, γράφω συνεχώς, διότι μόνο αυτό μπορώ να κάνω και θέλω να ελπίζω στους λίγους αναγνώστες στους οποίους θα φτάσει το έργο μου. Και αυτό είναι μια αλλαγή για μένα». Δεν θυμάμαι πώς του απάντησα τότε, αλλά μπορώ τώρα να απαντήσω σε αυτή την αμφιβολία που διαφαίνεται και στα βιβλία του (κυρίως στο Ζητούμενο του Ανθρώπου και στο Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή), ότι για μένα είναι προσόν το ότι δεν εντάχθηκε ποτέ σε κυκλώματα και ομαδοποιήσεις πολιτικές, λογοτεχνικές και άλλες. Αν μη τι άλλο, διότι σε αυτό το γεγονός οφείλεται η σχεδόν εφηβική αυθεντικότητα και η παρρησία των κειμένων του. Η προσπάθεια αλλαγής των συνειδήσεων, η πνευματική συνάντηση και η ωρίμανση εαυτών και αλλήλων είναι τελικά μια πιο σημαντική αλλαγή, με την έννοια ότι είναι πιο βαθιά, αν και πιο αργή από αυτήν που μπορεί να δώσει η στράτευση σε μια ομάδα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η μοναχική δουλειά του στοχαστή και του συγγραφέα σημαίνει πολύ συχνά μοναξιά, αγνόηση και την αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται στο περιθώριο, ξεχασμένος.

Ο Κιουρτσάκης αμφιβάλλει συνεχώς για τους κόσμους του, τις «ουτοπίες» του. Θέλει τον διάλογο με όσους αμφισβητούν τις θέσεις του. Στο Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή ασκεί αυστηρή κριτική στις ίδιες τις θέσεις που υποστηρίζει και βάζει απέναντι του έναν φανταστικό συνομιλητή, ο οποίος προβάλλει αντίλογο σε όλες τις θέσεις του. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στο Ζητούμενο του Ανθρώπου, διατυπώνει και μια σαρωτική κριτική στο αφήγημα της «ανάπτυξης», στον σύγχρονο νεοφιλελεύθερο, τεχνοκρατικό και καταναλωτικό πολιτισμό, ο οποίος όλο και πιο πολύ ομογενοποιεί τον πλανήτη, καταστρέφοντας το οικιστικό και φυσικό περιβάλλον, σκοτώνοντας τις ποικιλίες πολιτισμών, τις κοινότητες (τις συλλογικότητες που ήξεραν να κάνουν μαζί τα πράγματα), οδηγώντας στην απομόνωση και στη νεύρωση τους σύγχρονους ανθρώπους. Στην απονοηματοδότηση της ζωής τους. Η κριτική δεν είναι πολιτικής φύσεως, αλλά κριτική στο ίδιο το ανθρωπολογικό μοντέλο. Πόσο επίκαιρη και ευθύβολη είναι η κριτική αυτή φάνηκε δραματικά με τις τελευταίες εξελίξεις. Με έναν πρόεδρο Τραμπ να κηρύσσει τον πόλεμο σε όλους τους άλλους εν ονόματι του «μεγαλείου» της Αμερικής, ή που καλεί να συνεχιστούν οι γεωτρήσεις για αναζήτηση πετρελαίου σε έναν πλανήτη ο οποίος ήδη δείχνει όλο και πιο απειλητικά πόσο βαριά τραυματισμένος είναι, ή που δηλώνει ότι μπορεί να εμπορευθεί τη Γάζα, την Ουκρανία και τη Γροιλανδία. Σε μια εποχή, μάλιστα, που ανατίθενται όλο και περισσότερες λειτουργίες της δημόσιας ζωής, με τρόπο αδιαφανή, στην Τεχνητή Νοημοσύνη (στην οποία κάνει ειδική αναφορά στο Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή, σελ. 116-117). Υπάρχει και μια κριτική στον Διαφωτισμό στο έργο του Κιουρτσάκη; Όχι ακριβώς. Ο Κιουρτσάκης κάνει κριτική στην εξέλιξη του ορθολογισμού, όπως έχει φθαρεί στην εποχή μας με αυτή τη νεοφιλελεύθερη ομογενοποιημένη σκέψη, που θεωρεί ότι είναι η μόνη ορθή σκέψη και οτιδήποτε άλλο είναι ή ξεπερασμένο ή ανέφικτο ή ανεύθυνη (άλλως επικίνδυνη) γραφικότητα. Είναι αρκετά ρεαλιστής και αρκετά απογοητευμένος από τις διάφορες μεσσιανικές ουτοπίες για να γνωρίζει ότι δεν είναι εύκολη δουλειά η αλλαγή του ανθρωπολογικού μοντέλου. Ασκεί επίσης κριτική, όχι στενά πολιτική, στη γενικότερη ανηθικότητα και κυρίως στην αδιαφορία για τους κανόνες, στην έλλειψη σεβασμού σε αξίες, στον ακραίο ατομικισμό και στον κυνισμό, στην αποθέωση του χρήματος και του βολέματος που επικράτησε στη Μεταπολίτευση και στην Ελλάδα από τους όποιους κυβερνώντες και που μεταδόθηκε ως μήνυμα και στο κοινωνικό σώμα. Την ηθική προεχόντως κρίση, την οποία περιέγραφε τόσον καιρό μοναχικά σχεδόν ο Κιουρτσάκης, σε σημείο που να χαρακτηρίζεται καμιά φορά ως παλαιομοδίτης (αρνητής της προόδου) και ασυντόνιστος με την εποχή μας, την αισθάνθηκε και η κοινωνία, η οποία λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά εκδήλωσε τη σχετική δυσφορία της έως και απελπισία της με τα τεράστια πρόσφατα συλλαλητήρια της 28.2.2025. Εξού και η απαισιοδοξία του. Όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το μοντέλο που ζούμε είναι η αναγκαία συνέπεια του ορθολογισμού και του Διαφωτισμού. Πρόκειται μάλλον για μια πτώχευση του τελευταίου.

Μίλησα προηγουμένως για την αναζήτηση του άλλου, για τη μάχη κατά της θνητότητας και του νεκρού αδελφού που διαπνέει όλο το έργο του Κιουρτσάκη. Αναγκαστικά αυτό οδηγεί στον στοχασμό γύρω από τα δεσμά της χρονικότητας και την προσπάθεια να ζει κανείς κάποιες μικρές αιωνιότητες (βλ. π.χ. το Βιβλίο του Έργου και του Χρόνου). Ο στοχασμός αυτός εμπλέκεται αναγκαστικά και με τα παιχνίδια της μνήμης. Όταν θυμόμαστε δεν ξαναζούμε το παρελθόν. Αυτό έχει ανυπέρθετα και αμετάκλητα χαθεί. Έτσι, για παράδειγμα, το Σαν μυθιστόρημα δεν είναι αυτοβιογραφία. Είναι επαναβιωμένη ενδοσκόπηση πάνω στην αυτοβιογραφία. Ούτως ή άλλως ο νόστος είναι αδύνατος. Και στον χρόνο, αλλά και στον τόπο. Για τον χρόνο αυτό είναι πρόδηλο. Π.χ. ο Χάρης είναι αμετάκλητα νεκρός, δεν θα ξανασυμπέσει χρονικά με τον Γιάννη. Ό,τι γράφεται για τον Χάρη είναι στο «τώρα», δεν είναι το κάποτε του υπάρξαντος Χάρη. Αλλά μήπως και όταν επιστρέφουμε σε μέρη που έχουμε αγαπήσει, κάτι που μπορεί να γίνει, αυτά είναι τα ίδια; Άρα ο «αδύνατος νόστος», στον οποίο επανέρχεται συχνά στο έργο του ο Γιάννης, είναι αδύνατος και χρονικά και τοπικά. Γι’ αυτό και η νοσταλγία είναι εξ ορισμού μια πικρή εμπειρία. Υπάρχει ωστόσο διέξοδος, κατά τον Κιουρτσάκη. Υπάρχει ένας χώρος στον οποίο η νοσταλγία μπορεί να μην είναι πικρή και να μην αφήνει μια γεύση ήττας. Αυτός είναι η γραφή. Με τη γραφή δημιουργείται μια καινούργια πραγματικότητα. Με τη γραφή «ζούμε» ξανά, και μάλιστα με μεγαλύτερη πληρότητα, αυτό που αγαπήσαμε στο παρελθόν ή και αυτό που χάσαμε. Η καλύτερη λοιπόν «μνήμη» είναι η λογοτεχνία. Μπορεί μαζί της να μην ξαναζούμε κάτι που ζήσαμε. Αλλά το «ξαναζούμε» ωριμότερα και πλουσιότερα. Και μάλιστα το ζούμε μαζί και με άλλους. Με τα πρόσωπα με τα οποία ζήσαμε μαζί όλα αυτά, και με τους αναγνώστες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στη σχέση μεταξύ μνήμης και αθανασίας. Αξίζει να θυμηθούμε ότι για τους αρχαίους Έλληνες «αθανασία» είναι ο πόλεμος κατά της λήθης, είναι η «μνημοσύνη». Θάνατος είναι η «λήθη», άρνηση της οποίας είναι η «αλήθεια». Αυτή είναι βαθύτερη ουσία του έργου του Γιάννη.

Αυτά τα όχι ολίγα για το πρόσωπο Γιάννης Κιουρτσάκης και για το έργο του. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα. Όμως δεν θέλω να καταχραστώ άλλο τον χρόνο σας. Θα δοθεί υποθέτω η ευκαιρία να πούμε περισσότερα στη συνέχεια, όπως για την αγάπη του για την ελληνική γλώσσα (και το συλλογικό ήθος που αποπνέει περισσότερο από οποιαδήποτε ζωντανή γλώσσα) και για τη διαχρονική πολιτιστική παράδοση του Ελληνισμού από την εποχή του Ομήρου και του Ησιόδου μέχρι τις ημέρες μας.

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε σε εκδήλωση που οργάνωσε η Εταιρεία Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη προς τιμήν του Γιάννη Κιουρτσάκη στο Μέγαρο Μουσικής – Αίθουσα Γιάννη Μαρίνου, στις 3.4.2025. Ο Χρήστος Ράμμος είναι Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας επί τιμή, Πρόεδρος της ανεξάρτητης Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών.]

Κύλιση στην κορυφή