Δεν είναι σίγουρο πως ζούμε σε ένα σώμα, ποιος ξέρει την ίδια στιγμή σε πόσα σπίτια ξεκουράζεται η ψυχή, σε πόσα μυαλά παιδεύεται, σε πόσα κάνει έρωτα. Δεν είναι εύκολο πράγμα να κλείσει κανείς την ψυχή του σε ένα κουτί. Η ψυχή του καθενός είναι παντού, τα κουτιά ανοίγουν και κλείνουν σαν θαλάσσιες ανεμώνες σε χειμωνιάτικη τραμουντάνα. Και ποιος ξέρει ένα σώμα που κάθεται αυτή τη στιγμή σε ένα εστιατόριο και τρώει λαίμαργα και συζητάει με το σώμα που διάλεξε να ενώνεται, πόσες ψυχές φιλοξενεί, άλλες κοιμισμένες, άλλες ζωηρές να περιμένουν το σώμα να σηκωθεί, να αγγίξει άλλα χέρια, να κυκλοφορήσουν, να γίνουν οι ανταλλαγές από δέρμα σε δέρμα. Ο νομαδισμός των ψυχών είναι μεγάλη μα άγνωστη υπόθεση· το διαισθάνεται κανείς νωρίς το πρωί όταν ξυπνάει μουδιασμένος, μα δεν θα το παραδεχτεί κανείς μας εύκολα πως αισθάνεται τα αμέτρητα ταξίδια που έκανε το προηγούμενο βράδυ. Δεν θα παραδεχτούμε ποτέ γιατί φοβόμαστε, γιατί θέλουμε τη σιγουριά μας, και τόπο και χρόνο σε τρεις διαστάσεις. Προς το παρόν τουλάχιστον.
***
Νέο Δελχί, στην είσοδο ενός πανέμορφου Ινδουιστικού ναού· μια νύφη δακρυσμένη απέναντι στον πατέρα της, είναι έτοιμος να τη χαστουκίσει. Τα μάτια του πετάνε φλόγες, εκείνες τις χιλιοειδωμένες της αδηφάγου φωτιάς, ταγμένης να αφανίσει τα πάντα στην επέλασή της, ένα βλέμμα που θέλει να κάψει το παραδείσιο φόρεμά της, ποιος ξέρει τι έκανε ή, μάλλον, τι δεν έκανε εκείνη. Κλείνει τα μάτια, έτοιμη. Περιμένει τον οξύ πόνο, που ξέρει πως δεν της αξίζει, μα θα τον υποστεί, γιατί είναι ο πατέρας της.
Μέσα οι συγγενείς κι οι φίλοι ψιθυρίζουν, περιμένουν να αντικρύσουν την πολυαναμενόμενη νύφη, να συζητήσουν το κόκκινο σάρι, να ζηλέψουν , να θαυμάσουν.
– Την ήθελε από μικρός.
– Μα εκείνη ποτέ δεν γύρναγε να τον κοιτάξει.
– Όχι, όχι, δεν έχεις ιδέα! Ο πατέρας… δεν την άφηνε λεπτό.
– Καλά, και τώρα πώς…
– Εμένα πάντως ο άντρας μου από τα δεκατέσσερά μου…
– Τι λες; Δεν γίνονται αυτά…
– Αμέ…
– Πόσο είναι η νύφη;
– Δεν ξέρω, τη βάψανε καλά, θεία της είμαι, ανιψιά της γιαγιάς της κι ούτε ξέρω πότε γέννησε η ανιψιά μου…
– Μα πού είναι; Γιατί αργεί;
Τα δευτερόλεπτα περνάνε μα το τράνταγμα απ’ το χαστούκι δεν έρχεται ποτέ. Η νεαρή ανοίγει δειλά και αργά τα μάτια της. Μένει εμβρόντητη, δεν πιστεύει το τι αντικρύζει. Ξανακλείνει τα μάτια για λίγο, τα σφίγγει επίμονα ωσότου να δακρύσουν και τα ξανανοίγει. Είναι αλήθεια: ο πατέρας της δεν είναι πια εκεί, άλλος φωτισμός, άλλη γη, άλλος αέρας, είναι μέσα κάπου, δεν είναι πια έξω, μα πού βρίσκεται, αναρωτιέται γεμάτη πανικό και αμφιβολία, δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα. Η αρτηρία στον λαιμό της πάλλεται απειλητικά για τη ζωή της.
***
Ευτυχώς την κλείσανε την καταραμένη, οι ειδήσεις του Αλ Τζαζίρα δεν με ενδιαφέρουν, ποτέ δεν με ενδιέφεραν. Άλλα έχω τώρα να αντέξω, άλλα να ξεπεράσω. Μάλλον δεν βλέπω όμως κάτι να αλλάζει. Από προχθές έχει μεταμορφωθεί η ζωή μου σε έναν ζωντανό εφιάλτη, χωρίς να έχει συμβεί σχεδόν τίποτα. Και τι έγινε, απλά θα ανήκω αλλού.
Προς το παρόν σπίτι μου είμαι, μα κι όταν πάω στο δικό του, ναι, αλήθεια, τι θα αλλάξει; Μια σκλάβα θα είμαι πάλι. Δεν τον γνωρίζω σχεδόν καθόλου αυτόν που θα παντρευτώ. Με δυσκολία ανακαλώ το όνομά του την ώρα που θέλω να τον καταραστώ, την ώρα που προσποιούμαι ότι προσεύχομαι. Πριν μερικά χρόνια μας έβαλε η μάνα μου να παίξουμε μαζί, δεν μπορώ να πω ότι δεν τον συμπάθησα, δεν φταίει αυτός για όσα γίνονται αυτή τη στιγμή ερήμην μου, ή μάλλον άσχετα από τη θέλησή μου, τον θυμάμαι ζωντανά, μα ήταν πολύ ήσυχος, ναι, δεν τον θυμάμαι τόσο ζωντανά, μάλλον σαν παλιά φωτογραφία πίσω από θολό γυαλί τον θυμάμαι, δεν μίλαγε σχεδόν καθόλου και δεν ήξερε παιχνίδια. Όχι πως έχουμε και καθόλου παιχνίδια να παίζουμε. Όλο του έλεγα εγώ τι να παίξουμε, φανταζόμουνα ότι ήμασταν σε μια φωτεινή πόλη, έπειτα σε μεγάλα λούνα παρκ, τον τύλιγα με τα έγχρωμα καφτάνια μου να μοιάζει χαρούμενος και τον πείραζα να πάμε στην κουζίνα να μαγειρέψουμε, μα αυτός κάθε φορά με μια νέα κοφτή φράση μου έλεγε «πρέπει να προσευχηθούμε», ή «έλα, πρέπει να σε μάθω τη Ζακάτ» κι όταν εγώ έτρεχα στο άλλο δωμάτιο ερχόταν και με τράβαγε «πρέπει να βγούμε έξω να κάνουμε φιλανθρωπία». Όλα αυτά τα πρέπει μού κάθονταν στο στομάχι. Δεν φταίει αυτός, έτσι τον μάθανε, έτσι τον δασκαλέψαν. Γιατί διάλεξε αυτόν η μάνα μου; Πώς τον θυμήθηκε; Το σχεδίαζε από τότε χωρίς να μου πει τίποτα; Ήταν ο σύζυγός μου από τη μέρα που γεννήθηκα άραγε; Πόσο γρήγορα έφτιαξε τους καταλόγους με τους καλεσμένους, πότε έστειλε σ’ όλες τις φιλενάδες της το όνομά του και πότε ενέκριναν, εγώ δεν κατάλαβα. Και μετά ρώτησε κι εμένα. Μόλις που τον θυμόμουνα. Τι να έλεγα; Όχι; Έλα τώρα…
Είναι στο άλλο δωμάτιο με τους άντρες δυο μέρες τώρα και διασκεδάζουν. Εγώ εδώ με όλες τις φιλενάδες της μάνας μου, τις αδελφές της, τις άλλες συζύγους του πατέρα μου, τις αδελφές μου. Κοίτα τες, πόσο διαφορετικές χωρίς τις μαντήλες τους, μια τρικυμία από μαλλιά, ένα πέλαγος κόκκινα χείλια, δεν αισθάνομαι καλά, δεν θα αντέξω άλλη μια μέρα… όμορφες όμως, όμορφες.
– Μαμά;
– Μα κοίτα το καλό μου τι όμορφο που είναι, ξέρεις βρε αγάπη μου πόσο τυχερή είσαι;
– Ναι, άκου τη μαμά σου, είσαι η πιο τυχερή γυναίκα του βασιλείου, τον καλύτερο παίρνεις…
– Μαμά, μπορώ να αποσυρθώ λιγάκι;
– Όχι βέβαια, γιατί να αποσυρθείς, για σένα γίνονται όλα αυτά… από στιγμή σε στιγμή μπορεί να έρθει ο πατέρας σου ή και κανένας θείος, μείνε εδώ, σε παρακαλώ, μη χαλάς το γλέντι, τόσα χρόνια περίμενα αυτή τη μέρα…
– Αν με βρει έτσι λυπημένη θα θυμώσει μαζί σου, μαμά.
– Τότε βρες τη χαρά!
– Άσε το κορίτσι να πάει, Ζαχάρ…
– Κόρη μου, πρέπει να δείχνουμε μια καλή εικόνα στον πατέρα σου, την καλύτερη, όταν έρθει εδώ και μας βρει χαρούμενες, θα φύγει γρήγορα, όσα πιο λίγα του δίνουμε να ανησυχεί, τόσο πιο καλά θα μας φέρεται, κόρη μου, προσπάθησε…
– Δεν θέλω να προσπαθήσω. Με ξεγελάσατε!
– Θα προσπαθήσεις!
– Μαμά, ζαλίζομαι, μαμά γιατί, γιατί αυτόν…
Η μητέρα της της δίνει ένα δυνατό χαστούκι κι η νύφη λιποθυμάει.
***
… μια μια νύφες από πολλά σημεία του κόσμου λιποθυμούν. Είναι μια ξεχωριστή μέρα. Μια περίεργη έλξη που δεν έχει καμία φυσική επεξήγηση, παρά μόνο ως παραφυσικό φαινόμενο θέλει αυτή τη στιγμή οι συνειδήσεις όλων αυτών των ετοιμόγαμων γυναικών να μαζεύονται σε ένα σώμα, για να διενεργηθεί μια πρωτόγνωρη τελετουργία. Ένα κοσμογονικό γεγονός χωρίς αιτία, όπως τα μεγαλύτερα συμβάντα που έχουν συμβεί μέσα στους αιώνες κι άνθρωπος χαμπάρι δεν πήρε…
***
Το κορμί της συνταράσσεται λες και της επιτίθενται από γύρω δεκάδες κοράκια. Κανείς δεν προσέχει τι της συμβαίνει, όλοι βλέπουν μια υπέροχη νύφη, σαν μια βασίλισσα του χιονιού κλεμμένη από παραμύθι. Απέναντί της, τριγύρω, εικόνες αγίων, ένας Ιησούς με μούσια, παραπέρα μια Παναγία κρατάει τον ίδιο σε βρεφική ηλικία, επάνω στον θόλο που της προκαλεί ίλιγγο, πάλι η ίδια μορφή, τεράστια με ανοικτά τα χέρια –ξέρει πού βρίσκεται: είναι μια ορθόδοξη εκκλησία· στέκεται μπροστά από το ιερό, μα, όχι, δεν είναι ακίνητη, της κρατάει το χέρι ένας άγνωστος ντυμένος στα μαύρα και την τραβάει· όλοι της χαμογελάνε, μα είναι έτοιμη να κλάψει· αυτός με το μαύρο κοστούμι συνεχώς την τραβάει να συμπληρώνουν στροφές γύρω από ένα τραπέζι· ακολουθούν έναν ιερέα ντυμένο πιο πλουσιοπάροχα κι απ’ αυτήν την ίδια· οι ψίθυροι στο πλήθος πίσω· τα επίμονα χαμόγελα· οι ψαλμωδίες. Όλα αντηχούν σαν επιθετικές καμπάνες μέσα στο μυαλό της, σαν σειρήνες πολέμου, πρέπει να τρέξει για το καταφύγιο, ο άντρας τής κρατάει πολύ σφιχτά το χέρι… δεν μπορεί να τρέξει για το καταφύγιο… όλα γυρίζουν…
Ο ιερέας υμνεί δυνατά και την κοιτάει με νόημα, δείχνει ότι τη θέλει να καταλάβει τα βαθύτερα νοήματα:
– Ὁ Θεός ὁ ἀναμάρτητος καί δημιουργός ὅλης τῆς κτίσης πού ἀπό τή μεγάλη Σου ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο μεταμόρφωσες τήν πλευρά τοῦ προπάτορά μας Ἀδάμ σέ γυναίκα καί ἀφοῦ εὐλόγησες τούς πρωτόπλαστους τούς εἶπες· «Νά αὐξάνεστε σέ ἀριθμό, νά πολλαπλασιάζεστε καί νά γίνετε κυρίαρχοι στή γῆ» καί τούς παρουσίασες καί τούς δύο αὐτούς ὡς ἕνα μέλος μέ τή σύζευξη· διότι γι᾿ αὐτή τή σύζευξη θά ἐγκαταλείψει ὁ ἄνθρωπος τόν πατέρα του καί τή μητέρα του καί θά προσκολληθεῖ στή γυναίκα του καί θά γίνουν οἱ δυό τους ἕνα σῶμα.
Η νεαρή νύφη δυσκολεύεται πάρα πολύ να καταλάβει, όλα τής ακούγονται άγνωστα, περίεργα, σχεδόν προκλητικά. Ο ιερέας σηκώνει δυο λευκά στεφάνια και τα ανταλλάζει στο κεφάλι της με το κεφάλι του άντρα που την κρατάει. Σε κανένα σημείο δεν σταματάει να ψέλνει:
-Καί αὐτούς πού συνέδεσε μέ τό δεσμό τοῦ γάμου ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος νά μήν τούς χωρίζει· Σύ πού εὐλόγησες τόν πιστό σου δοῦλο Ἀβραάμ καί ἔκαμες τή Σάρρα νά τεκνοποιήσει καί κατέστησες τόν Ἀβραάμ πατέρα πλήθους ἐθνῶν· Σύ πού χάρισες στή Ρεβέκκα τόν Ἰσαάκ καί εὐλόγησες τό γόνο της· …/τόν Ιακώβ μέ τή Ραχήλ καί ἀνέδειξες αὐτόν γενάρχη τῶν δώδεκα Πατριαρχῶν.
Η νεαρή νύφη κλείνει τα μάτια και ακολουθεί σαν υπνωτισμένη τον χορό γύρω από το τραπέζι.
-…/τόν Ἰωσήφ καί τήν Ἀσυνέθ καί χάρισες σ’ αὐτούς τόν Ἐφραίμ καί τόν Μανασσῆ ὡς καρπούς τῆς τεκνογονίας τους· Σύ πού ἐκδήλωσες τήν ἀγάπη σου στό Ζαχαρία καί τήν Ἐλισάβετ καί ἀνέδειξες τό τέκνο τους Πρόδρομο τοῦ Χριστοῦ· Σύ πού ἀπό τό γένος τοῦ Ἰεσσαί ἔκαμες νά βλαστήσει σαρκικῶς ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί ἀπό αὐτή σαρκώθηκες καί γεννήθηκες ὁ ἴδιος προκειμένου νά σώσεις τό γένος τῶν ἀνθρώπων.
Όλα αυτά τα ονόματα και οι πληροφορίες της προκαλούν αναγούλα στο στομάχι, ανοίγει τα μάτια και κοιτάει τον ιερέα βουρκωμένη, θέλει να του πει ότι δεν καταλαβαίνει, ότι δεν ξέρει η ίδια για τον εαυτό της ποια είναι, πώς να αναγνωρίσει το μεγαλείο των άλλων γυναικών, θέλει τόσο απεγνωσμένα να του πει ότι δεν γνωρίζει γιατί είναι εκεί… μα ο ιερέας μεταφράζει τα δάκρυά της ως συγκίνηση, νιώθει υπέροχα που έχει καταφέρει να διεισδύσει τόσο βαθιά στην ψυχή της νύφης, στη μορφή της βλέπει μια σπουδαία οικοκυρά που θα έρχεται τις Κυριακές στην εκκλησία, που θα γεννήσει πολλά παιδιά που θα έρχονται να βοηθούν στην εκκλησία, φαντάζεται ένα από τα αγόρια της να γίνεται σύζυγος της επτάμηνής του κόρης, και συνεχίζει να προσεύχεται κοιτάζοντάς τη βαθιά στα μάτια, όσο πιο βαθιά μπορεί να διεισδύσει…
– Σύ ὁ ἴδιος, Πανάγιε Δέσποτα, δέξου μέ συγκατάβαση τή δέηση ἡμῶν πού σέ παρακαλοῦμε, ὅπως στήν Κανά να παραστεῖς καί ἐδῶ, μέ τήν ἀόρατη παρουσία σου· εὐλόγησε αὐτόν τόν γάμο καί χάρισε σ’ αὐτούς ἐδῶ τούς δούλους σου εἰρηνική ζωή, μακροημέρευση, φρονιμάδα, νά ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους καί νά εἶναι μονοιασμένοι, μακροχρόνια γονιμότητα, τή χαρά τῆς τεκνογονίας, τό ἀμάραντο στεφάνι τῆς δόξας.
Η σκηνή πια μετατρέπεται σε ταινία στο σινεμά κι αυτή κάθεται τελευταία θέση, θέλει να κοιτάει επάνω της ψηλά τον προβολέα που εκπέμπει τη φωτεινή δέσμη, μα σύντομα την επαναφέρει στην ασφυκτική της αγωνία το σφίξιμο στα δάχτυλα· ψάχνει να δει ένα γνωστό πρόσωπο –πρέπει, πρέπει να χαμογελάσει· κοιτάει δεξιά κι αριστερά αμήχανα –χάνει την ανάσα της.
– Μα κοίτα τι ταιριαστοί που είναι…
– Πέρσι τον γνώρισε, τι ταιριαστοί μου λες και κουραφέξαλα; Πότε πρόλαβαν;
– Εγώ σου λέω.
– Εσύ μου λες κι εσύ μου λες… ααα! Ο γάμος δεν είναι πάρτυ γενεθλίων! Μια φορά και για πάντα! Σοβαρό!
– Τι λέτε, εσείς κυρίες μου, εδώ πέρα; Πήγατε ποτέ να ζήσετε έστω και δέκα μέρες σε κάποια αραβική χώρα; Ωραία που περνάνε εκεί οι άντρες.
– Μη μου ψιθυρίζεις εμένα με γυρισμένο κεφάλι, σ’ ακούω!
– Επ, μας έπιασε!
– Ναι βρε, σ’ έπιασα, τι, θα μου ξέφευγες; Σ’ ακούω εδώ και ώρα τι λες στη μάνα μου και τη θεία. Σαν δεν ντρέπεσαι, άντρας να σου πετύχει…
– Ν’ ακούς, ν’ ακούς, αυτό θέλω! Ο καναπές έχει βουλιάξει, μη δω άλλη από μακριά στον δρόμο απόγευμα, ούτε στο κατώφλι δεν μ’ αφήνεις να βγω.
– Εγώ ειμ’ αυτή; Σαν δεν ντρέπεσαι! Σσς, μας ακούνε!
– Μη δουλέψω με γυναίκα στη δουλειά, μην πάω σουπερμάρκετ και διαλέξω γυναίκα ταμία. Εγώ σε ρώτησα ποτέ που όλο σε άντρες πας στην τράπεζα να καταθέσεις;
– Πάψε, θα με πιάσει το γέλιο μου και ξέρεις πώς είναι το γέλιο μου, πάψε σου λέω, εσύ κάνεις την πλάκα σου, μα μας ακούνε, θα πιστέψουν!
– Να μας ακούνε θέλω. Να συμπάσχουμε όλοι μαζί. Πφφφ!
– Χρ χρ χρ. Αχρείε! Θες κι άλλες γυναίκες στο σπίτι μας;
– Όχι μωρό μου, εσένα αγαπώ, εσένα θέλω.
– Κι εγώ, αφέντη μου, κι εγώ, αν και δεν θα με χάλαγε να μου έκανες κι ένα αγόρι. Θα πάμε μετά για Ινδικό; Πεθύμησα τσίκεν κόρμα.
– Θα το σκεφτώ.
Η νύφη σφίγγει τον λαιμό της και σιγομουρμουρίζει στον τόνο των ψαλτών από δεξιά κι αριστερά για να ξεχαστεί. Δεν αντέχει τη ζάλη, ξέρει μέσα της βαθιά ότι σε κάποια άλλη διάσταση, κάπου μακριά, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει πού, ήθελε τόσο πολύ να το αποφύγει όλο αυτό και τώρα είναι στην ίδια κατάσταση εδώ που δεν γνωρίζει κανέναν, καλύτερα να πάει πίσω, γιατί έφυγε, τι συνέβη; Πού ήταν; Ποια ήταν πριν βρεθεί εδώ; Οι αισθήσεις της την εγκαταλείπουν, αρχίζει η ανάσκελη πτώση· όπως την τραβάει προς τα πάνω το στιβαρό χέρι τη γυρνάει άτσαλα· μόλις πριν φτάσει κάτω κτυπάει στη γωνιά του νυφικού τραπεζιού, το μέτωπό της σκίζεται.
Στο πάτωμα μπροστά στο ιερό, εξωτικό πουλί σωριασμένο, σαν σπασμένο οριγκάμι κάποιου θλιμμένου Ιάπωνα, το ψάχνει σε όλη τη γη μα δεν το βρίσκει, δεν θα το βρει ποτέ, τίποτα δεν μένει που να μην αλλάζει χέρια όταν η ιστορία του κόσμου τρέχει γοργά.
Για ένα δευτερόλεπτο παγώνουν όλοι. Μια στριγκλιά. Αίμα λεκιάζει το λευκό τραπεζομάντηλο που της μισό-καλύπτει το πρόσωπο –πήζει γρήγορα καθώς κυλάει στο παγωμένο μάρμαρο της εκκλησίας.
– Έναν γιατρό!
– Είναι κανείς εδώ που γνωρίζει πρώτες βοήθειες;
– Όχι.
– Εγώ όχι!
– Όχι, δεν έκανα ποτέ.
– Θ-θα β-βρούμε κ-κάποιον, δεν μπ-μπ-μπορεί…
Οι έντονες φωνές ακινητοποιούν τον ιερέα που προχωρούσε προς το ιερό χωρίς να πάρει είδηση. Ο γαμπρός δεν έχει κινηθεί ακόμη.
– Κ-καλέστ-στ-ε ασθ-σθ-εν-ν-οφόρο!
– Εγώ στο σχολείο, έχω ξεχάσει όμως πως…
– Φύγετε από γύρω της, την πνίγετε!
– Λιπόθυμη είναι, δεν καταλαβαίνει.
– Κ-καλ-λκαλέστ-ε ας-θεν-θε-εθ-νοφόρ-ρο!
– Κάποιος να της κάνει τεχνητή αναπνοή!
– Πρόχειρα, έστω!
Γρήγορα μαζεύονται γύρω όλες οι παράνυφοι: «πίσω οι άντρες, άστε εμάς». Δυο κορίτσια αρπάζουν τους δυο ξύλινους ιστούς στην είσοδο της εκκλησίας, δένουν αντίστροφα τις δυο μεγάλες σημαίες.
– Δέσε εκεί.
– Άσε εμένα, τι τους έμαθα τόσους κόμπους στο προσκοπείο.
– Σφιχτά, μην την ξαναρίξουμε χάμω, ήδη χάνει αίμα.
– Μα με τις σημαίες;
– Τι να έπιανα, τα ράσα του παπά;
– Ε, ναι!
– Κ-καλ-εστ-τ…/
– Πάψε, εντάξει, κάποιος θα πήρε!
– Έλα, πάμε τώρα!
Έτοιμο το πρόχειρο φορείο. Αρχίζουν να τρέχουν γρήγορα προς την έξοδο ενώ δυο απ’ αυτές ξανατηλεφωνούν σε διαφορετικά νοσοκομεία για να βρεθεί ασθενοφόρο, κανείς δεν απαντάει. «Δεν έχουμε χρόνο» φωνάζει η μητέρα του γαμπρού την ώρα που οι σημαίες από γαλάζιες γίνονται μωβ.
– Στη νεκροφόρα, στη νεκροφόρα!
– Στη νεκροφόρα!
– Πού είναι;
– Πού πας; Θα χαλάσεις το φορείο, μωρή! Από κει!!!
– Μα πού;
– Το μαύρο αμάξι! Σιγά… το φορείο!
– Μ-μη τρ-τρεχ-τρχετε!
Γυρνάν απότομα και τρέχουν προς τα το μαύρο αμάξι· τραβάνε το άδειο φέρετρο από μέσα· το αυτοσχέδιο φορείο τους είναι έτοιμο να διαλυθεί από τα τραβήγματα και το βάρος· το σπρώχνουν μέσα με τη νύφη αιμόφυρτη· βογκάει, ενώ οι δυο σταυροί των ιστών σκίζουν με απαίσιο ήχο την ταπετσαρία της νεκροφόρας σε παράλληλες ευθείες. «Τύχη, τύχη!» φωνάζει μια παράνυφη μα την κοιτάνε άγρια όλες οι υπόλοιπες.
– Τι λες, μωρή;
– Ποια τύχη;
– Την είδες;
– Πού την είδες την τύχη;
– Την είδες τη νύφη που μοιάζει να λάμπει;
– Μα τη μέρα του γάμου της;
– Αν μου συμβεί εμένα κάτι τέτοιο εκείνη τη μέρα…
– Τύχη είναι, σας λέω… κάτι καλό έρχεται! Κοιτάξτε το σκίσιμο στο βελούδο! Κοιτάξτε τη λάμψη!
Η μια παράνυφη σπρώχνει την αισιόδοξη, δυο ανεβαίνουν να κρατάνε τη νύφη μην κυλήσει, έξω μένει το τραυλό κορίτσι και κλείνει το πορτ μπακάζ της νεκροφόρας. Σταυρώνει τα χέρια στο στήθος και ταυτόχρονα σταυρώνει τα δάκτυλα του χεριού.
Η σιωπή των κοριτσιών μέσα ενώ το αμάξι παίρνει μπρος, είναι κραυγή που διασχίζει και το πιο αδιαπέραστο σάβανο. Οδηγεί η μητέρα του γαμπρού, κλείνει τα μάτια. «Κορίτσια, τι είναι η πατρίδα μας;» Όλες μαζί, ενώ χαϊδεύουν τη νύφη: «πάσα γη τάφος», τη στιγμή που μια νεκροφόρα παρκάρει έξω από τον ινδουιστικό ναό και μια άλλη έξω από το σπίτι της νύφης στα Αραβικά Εμιράτα, και πολλές άλλες σε άλλες χώρες.
Πλήθος πιστών καλοντυμένων, πορτοκαλί και κόκκινο, χρυσάφι και ασήμι, ζητωκραυγάζουν σε δεκάδες ναούς και σπίτια καλοστολισμένα.
Ο πατέρας της Ινδής νύφης στέκεται στην είσοδο· περιμένει με την παλάμη ορθάνοιχτη. Το γνώριμο φως επανέρχεται, σε αναλαμπές αλλά σταθεροποιείται σταδιακά, σαν την πραγματικότητα που εναποθέτουμε στις πιθανότητες κι αργεί να γίνει αποδεχτή ωσότου κάτι ιδιαίτερα περίεργο μας συνεφέρει. Η νύφη ανασηκώνεται. Στο μέτωπό της, στο σημείο που σκίστηκε, ακριβώς στο κέντρο, δεν υπάρχει πια πληγή αλλά μια κόκκινη βούλα. Το αινιγματικό της μειδίαμα αποτυπώνεται σε μια στιγμή που όλοι κοιτάζουν πίσω της. Από την είσοδο του ναού ξεπροβάλλει ο μέλλων γαμπρός, στο αριστερό κρατάει μαχαίρι σε χρυσοποίκιλτη θήκη, στο δεξί το σκήπτρο.
Στο σπίτι της Αραβίδας νύφης ο γαμπρός κι ο πατέρας φωνάζουν τη μάνα που έτρεξε να κρυφτεί στην τουαλέτα τρομαγμένη. Την αγκαλιάζουν μαζί και της δείχνουν κάτω το πάτωμα. Αυτή διστάζει να γυρίσει το κεφάλι, μα οι ξαδέλφες της, εκστασιασμένες, φωνάζουν αδιάκοπα, ακούγονται σαν μια φοβερή καταιγίδα που μαίνεται καταμεσής του πελάγου.
– Θαύμα, ο Αλλάχ, θαύμα!
– Πελαργός!
– Πελαργός, είναι το ιερό πουλί!
– Σηκώστε το!
Στο πάτωμα είναι η κόρη της, μόλις που συνέρχεται, είναι περίεργα ντυμένη στα κατάλευκα, τα κατάμαυρα της μαλλιά κολλημένα στο ιδρωμένο της πρόσωπο, κοιτάει τη μάνα της με ένα γλυκύτατο, πλην αινιγματικό χαμόγελο, την τραβάει και της ψιθυρίζει στο αυτί «τώρα είμαι έτοιμη, πού να στα λέω, όπου και να βρεθούμε ο κόσμος το ίδιο μας αγαπάει, μαμά, μαμά μην αλλάζεις, σε αγαπάει ο πατέρας περισσότερο από όσο σου δείχνει, πού να σ’ τα λέω…»
***
Οι ψυχές μας ταξιδεύουν. Ταξιδεύουν από σώμα σε σώμα, από πόλη σε πόλη, από γενιά σε γενιά και επιστρέφουν, ταξιδεύουν και μαθαίνουν, δεν μας λένε τίποτα, κι όσες ψυχές μας επισκέπτονται για τις θερινές τους διακοπές κι άλλες γιατί άκουσαν για μας από φίλες μακρινές, πάντα θα μας αφήνουν κάτι, όχι για μας, μα για τις αδελφές τους που πάνε κι έρχονται. Είμαστε ξενοδοχεία εμείς, είμαστε γηροκομεία και βρεφοκομικοί σταθμοί, όλο και κάποια ξένη τελετή θα ζήσει η ψυχή μας και θα επιστρέψει δυνατότερη. Όλο και κάτι θα αλλάζει στη ζωή μας και δεν θα ξέρουμε γιατί. Ωσότου μια μέρα, απρόσμενα, ίσως αν υπάρχει όριο επισκέψεων, θα καταλάβουμε. Θα καταλάβουμε τι πραγματικά συμβαίνει με τις ψυχές των ανθρώπων.

