Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιάννης Β. Κωβαίος

Γλώσσα, έθιμο εθίμων: Κατάμεστο το πανέρι του Ιωβηλαίου! (μέρος 1ο)

Ανήκω στην πονεμένη εκείνη φουρνιά μαθητών, που έφτασε μέχρι την 5η τάξη και την επόμενη χρονιά ξαναβρέθηκε στην… 3η! Πώς έγινε αυτό το ανοσιούργημα; Απλούστατα: το σχολικό έτος 1975-76 φοιτούσαμε στην Ε΄ του εξατάξιου Γυμνασίου, αλλά τότε το Υπουργείο χώρισε τη Δευτεροβάθμια σε τριτάξιο Γυμνάσιο (όπου με το Σύνταγμα του 1975 ολοκληρώνεται η υποχρεωτική εκπαίδευση) και σε τριτάξιο Λύκειο. Έτσι, αντί να γίνουμε επιτέλους (!) εκτάκια, ξαναγίναμε… τριτάκια!

Αλλά οι καημοί της φουρνιάς μας δε σταματούν εδώ, τουλάχιστον για όσες και όσους φοιτούσαμε στα Λύκεια των μεγάλων πόλεων. Γιατί αποφοιτήσαμε το καλοκαίρι του 1977 από Λύκεια Αρρένων και Θηλέων αντίστοιχα, ενώ την αμέσως επόμενη σχολική χρονιά όλα τα Γυμνάσια και τα Λύκεια έγιναν μεικτά! Τέτοια γκαντεμιά πια…

Δεδομένου ότι το πρώτο μετά την πτώση της Χούντας σχολικό έτος (1974-75) περπάτησε μοιραία στα τυφλά εν μέσω δραματικών ζυμώσεων σε όλα τα πεδία, τα 2 επόμενα –στα οποία αναφέρθηκα πιο πάνω– αποτέλεσαν τους δοκιμαστικούς σωλήνες της εκ θεμελίων Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης του ’76, στο πλαίσιο και του Νέου Συντάγματος. Ας μου επιτραπεί ένα ασήμαντο αλλά άκρως ενδεικτικό του θολού γλωσσικού τοπίου προσωπικό παράδειγμα: Φοιτώ στη Δ΄ Γυμνασίου. Η Χούντα έχει πέσει, αλλά τα 2 πρώτα χρόνια διαβάζουμε και γράφουμε ακόμη στην καθαρεύουσα, ενώ στις «Εισιτήριες» για τα ΑΕΙ Εξετάσεις το 1977 μάς έδωσαν το δικαίωμα να γράψουμε Έκθεση είτε σε δημοτική είτε σε καθαρεύουσα, αλλά αμιγώς. Το σχολείο μου έχει κλείσει πούλμαν για επίσκεψη στην Ακρόπολη. Ραντεβού έξω από την εκκλησία, που βρίσκεται στο κέντρο του Δήμου μας (Ζωγράφου), γιατί το σχολείο μας βρίσκεται στις εσχατιές. Βέβαια, μας είχαν προειδοποιήσει, σε περίπτωση που βρέχει, να πάμε κανονικά με τις τσάντες μας στο σχολείο. Και ιδού, η μέρα ξημέρωσε με μια μέτρια βροχή, που εμείς –αυτονόητα– τη μεταφράζαμε σε… ασήμαντη ψιχάλα, οπότε μαζευτήκαμε χωρίς τσάντες στον Άγιο Θεράποντα, παθιασμένοι για τον… Ιερό Βράχο! Αφού όμως δε φανήκαμε στο σχολείο, κατέφθασε έξαλλος ένας καθηγητής και μας έβαλε τις φωνές, με την εντολή να «τσακιστούμε» και να πάμε –με ποδαρόδρομο 1,5 χιλιομέτρου μες στη βροχή– στο σχολείο. Όταν πια μαζευτήκαμε εκεί πυρ και μανία και μούσκεμα, μας έβαλαν στις τάξεις, μας μοίρασαν από μια κόλλα χαρτί και ένα στιλό, για να γράψουμε… Έκθεση, ώστε να απασχοληθούμε για κάποιες ώρες. Ε λοιπόν, με τον κολλητό μου στο θρανίο Παναγιώτη συμφωνήσαμε να κάνουμε Αντίσταση! Και εμείς που χειριζόμασταν μέχρι τότε άψογα την καθαρεύουσα, αφού στοχεύαμε και το πετύχαμε να γίνουμε φιλόλογοι, γράψαμε σε άψογη… δημοτική!

Η πικραμένη, λοιπόν, φουρνιά μου βίωσε –και με σωματικές τιμωρίες, ας μη μας διαφεύγει– όλο τον ορυμαγδό γύρω από τη μορφή της Γλώσσας μας, διδασκόμενη μια ιδιότυπη δημοτική στο Δημοτικό, την αρχαία στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και την καθαρεύουσα στο Γυμνάσιο και στα… 2/3 του Λυκείου! Φέτος, γιορτάζουμε το Ιωβηλαίο της Μεταπολίτευσης μπαίνοντας αισίως, αν όχι και ηρωικά ως προς τη γλωσσική μας επάρκεια, στην 3η ηλικία, αφού συμπληρώνουμε τα 65!

Με μια σφαιρική ματιά στα 50 αυτά χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, γίνεται πασιφανές ότι ο Αγώνας για τη Γλώσσα έχει περάσει από διάφορα στάδια και δοκιμασίες: Πρώτα-πρώτα, η αποχουντοποίηση και του γλωσσικού μας οργάνου –παράλληλα με όλες τις άλλες ρίζες ή έστω τα κάθε λογής «σταγονίδια» στον Δημόσιο Βίο αλλά και στο status της χώρας μας διεθνώς– ήταν ένα έργο πολυδιάστατο και επίπονο. Και δεν επρόκειτο μόνο για τη διδασκαλία της Νέας Ελληνικής στο Σχολείο. Το Σύμπαν της Γραφειοκρατίας, στο οποίο εμπλέκονταν οι πάντες (οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι πολίτες, οι πολιτικοί και οι αυτοδιοικητικοί παράγοντες, επιστήμονες πολλών κλάδων με πρωταγωνιστή, ασφαλώς, τον Νομικό Κόσμο και τα εργαλεία του, δηλαδή τη Νομοθεσία) έπρεπε να διαρραγεί και να ανανεωθεί με κατανοητό λόγο, πρωτίστως γραπτό αλλά και προφορικό. Όσοι και όσες έχουν σήμερα μια άνω των 60 ηλικία θα θυμούνται πολύ καλά τα τραπεζάκια έξω από οποιαδήποτε Δημόσια Υπηρεσία, όπου κατέφευγαν επί πληρωμή και οι πιο μορφωμένοι πολίτες, προκειμένου να τους συντάξει «ορθώς» ο πλανόδιος γραφειοκράτης και την πιο τετριμμένη Αίτηση: «Λαμβάνω την τιμήν ίνα παρακαλέσω υμάς όπως ευαρεστούμενοι μοι χορηγήσητε Πιστοποιητικόν Γεννήσεως διά έκδοσιν δελτίου ταυτότητος. Μετά τιμής, Ο/Η αιτών/ούσα». Αν… ευαρεστείτο ο υπάλληλος της Κοινότητας, θα έλεγχε την ορθότητα της διατύπωσης και θα προχωρούσε στην έκδοση του Πιστοποιητικού.

Βέβαια, θα πει κανείς ότι η επονομαζόμενη (με τις 3 λέξεις τις οποίες κατά τον Σεφέρη σκότωσαν οι δικτάτορες) «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» –ένα κράτος που από τη Θεσσαλία και πάνω είχε απελευθερωθεί από 5 αιώνων οθωμανικό ζυγό μόλις πριν από 54 χρόνια, ενώ 45 νωρίτερα είχε γνωρίσει τη Μικρασιατική Καταστροφή και την απέραντη Προσφυγιά– εύλογο ήταν να διαθέτει σαν μάστιγα ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τη Γραφειοκρατία. Έλα όμως που ακόμη και στην… ποδοσφαιρική ορολογία είχε παρέμβει η «Επανάστασις» των συνταγματαρχών υποχρεώνοντας τους εκφωνητές του Ραδιοφώνου και τους δημοσιογράφους του Τύπου να αποκαλούν «σφαίρα» την μπάλα, «βολή» το σουτ, «εναρκτήριο λάκτισμα» τη σέντρα στο ξεκίνημα του αγώνα, «σφάλμα» το φάουλ, «γωνιαίο λάκτισμα» το κόρνερ, «εσχάτη των ποινών» το πέναλτι, «εκτός ή εντός παιδιάς» αν βγήκε ή όχι από τη γραμμή η μπάλα, «επανορθωτική γραμμή» τη μικρή περιοχή, ενώ ο αμυντικός ήταν «οπισθοφύλαξ» και, φυσικά, «τέρμα» το γκολ, πιθανότατα με την κρυφή ελπίδα σε κάθε γκολ να φωνάζουν και οι οπαδοί «τέρμααααα!». Τουλάχιστον, νιώθουμε σήμερα –μισό αιώνα μετά– ότι δεν κινδυνεύει πλέον η Δημοκρατία μας. Πώς να αποδώσουν το passing game; «Παίγνιον διά συντόμων μεταβιβάσεων»;

Ωστόσο, και πέρα από την όποια φαιδρότητα των εν λόγω ανδρείκελων, η ίδια αυτή γλώσσα που λέμε ότι «κόκαλα τσακίζει» οδήγησε στις 2.7.1975 τον Άρειο Πάγο να χαρακτηρίσει με βούλευμα «στιγμιαίο αδίκημα» το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 αγνοώντας τα 7 χρόνια που ακολούθησαν, με αποκορύφωμα το Πολυτεχνείο και, εν τέλει, την Προδοσία της Κύπρου! Το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν η παραπομπή σε δίκη μόνο των «πρωταιτίων» της 21ης Απριλίου και όχι π.χ. των πρωθυπουργών Κόλλια, Μαρκεζίνη, Ανδρουτσόπουλου και μιας σειράς άλλων στελεχών της δικτατορίας.

Η πανστρατιά, πάντως, για την αποκατάσταση του Νεοελληνικού Λόγου συνεχίστηκε πυρετωδώς σε όλα τα μέτωπα, έστω και αν μοιραία επικρατούσε συχνά σύγχυση, άλλοτε με εξτρεμισμό και αμετροέπεια, άλλοτε με φρένα συντηρητισμού κ.ο.κ. Χαρακτηριστική είναι η νόρμα που είχε κυκλοφορήσει για ένα μεγάλο διάστημα από το Υπουργείο (Εθνικής τότε) Παιδείας επισημαίνοντας ότι δεκτή στην Έκθεση είναι μια δημοτική χωρίς ακρότητες στο πλαίσιο αυτής των καταξιωμένων λογοτεχνών μας. Ποιων λογοτεχνών όμως; Ας προσπεράσουμε το τόσο υποκειμενικό «καταξιωμένοι». Αλλά πόση ομοιότητα, άραγε, εύρισκαν οι αρμόδιοι ανάμεσα στη γλώσσα του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, του Κόντογλου και του Βιζυηνού, του Βενέζη και του Βικέλα, στους ιδιωματισμούς του Θεοτόκη και του Καζαντζάκη;

Επόμενο ήταν, επίσης, εκτός από τις χρηστικές μέχρι τότε λέξεις και φράσεις, να ξεπηδούν συνεχώς και νέες, αφενός από τον Λόγο της Πολιτικής και της Επιστήμης, που και οι δύο «απασφάλισαν» πλέον δυναμικά, και αφετέρου από τη χειμαρρώδη εισαγωγή ξένων λέξεων και φράσεων, ορολογίας αλλά –με πρωτοπόρο τη νέα γενιά– και της καθημερινότητας. Η Χούντα είχε κρατήσει την Ελλάδα πίσω, ακόμη χειρότερα είχε αποκόψει τις αναπτυσσόμενες ηλικίες αλλά και τον ενήλικα παραγωγικό πληθυσμό μας από τις ραγδαίες εξελίξεις στην Ευρώπη και εν γένει στον προηγμένο Κόσμο, παρέχοντας στους άρρενες πολίτες τα «τυράκια» του ποδοσφαίρου και της τσόντας, στις δε νοικοκυρές 2-3 ραδιοφωνικές σειρές («Το σπίτι των ανέμων» ή «Μείνε κοντά μου, αγαπημένη») και καμιά τηλεοπτική σε νηπιακό στάδιο, οπότε επόμενο ήταν τα αντανακλαστικά του λαού να υπερκορεστούν και υπερθερμανθούν μετά το ’74! Προφανώς και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα συνέβαλαν καίρια κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής –μετά την κατάρρευση της Δικτατορίας– περιόδου, ωστόσο για κάποια χρόνια οι τηλεοπτικοί δέκτες δεν είχαν ακόμη κατακλύσει τα ελληνικά νοικοκυριά, ενώ μόλις το 1987 έκανε την εμφάνισή της η Ιδιωτική Ραδιοφωνία (από τους νεοεκλεγέντες δημάρχους Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά) και 2 χρόνια αργότερα η Ιδιωτική Τηλεόραση.

Έκτοτε, οι ρυθμοί διάδοσης αλλά και παραγωγής λεκτικού υλικού –κυρίως ξενόφερτου– έγιναν φρενήρεις μέσα στα 50 αυτά χρόνια και θα γίνονται όλο και περισσότερο! Στο 1ο μέρος του Σημειώματός μας, λοιπόν, θα παρουσιάσουμε δείγμα από ποικίλης σημασίας και χρήσης νεόπλαστες ή νεόφερτες λέξεις και φράσεις ελληνικές (π.χ. προχώ, δίκη προθέσεων), ξένες (π.χ. viral, too much), εξελληνισμένες (π.χ. γκλαμουριά, ρισκάρω) ή με μεταφορική χρήση (π.χ. μια επική σαλάτα, βρίσκομαι stand by), ενώ θα συνεχίσουμε την καθαρά ενδεικτική αποθησαύριση για κάποιες θεματικές κατηγορίες (όπως Πολιτική, Οικονομία, Ιατρική, Αθλητισμός κ.ά.) στο 2ο μέρος.

Δε θα κρύψω ότι το κύριο κέντρισμα για αυτήν την «επιχείρηση» συλλογής λέξεων και φράσεων που εμπλουτίζουν το καθημερινό ή και το πιο επίσημο λεξιλόγιό μας τα 50 αυτά χρόνια της Μεταπολίτευσης –από το Γιάνης με ένα ν έως την Black Friday και από το αλεύρι Ζέας έως τη… «Γαλάζια Πατρίδα»– προήλθε από το πρόσφατο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου Αντιπαθητικές λέξεις (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2024). Ο συγγραφέας, στη ροή του χιουμοριστικού και εν πολλοίς σαρκαστικού αφήγηματός του προς διακωμώδηση πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων των τελευταίων 10-15 χρόνων στη χώρα μας, βρίσκει ευκαιρίες για να αναδύει λέξεις και φράσεις αυτής της περιόδου, που του κάθονται στο στομάχι και μία-μία τις «βάζει στο καλάθι» προς απόσυρση. Μεταφέρω αρκετές από αυτές: αλληλέγγυες συλλογικότητες, ενσυναίσθηση, απεύθυνση, συμπεριληπτικός, στοχοπροσήλωση, δικαιωματισμός, αυτοαναφορικότητα, ανθρωπομορφισμός, νοηματοδότηση, εθνομηδενιστές, ψεκασμένος, πολιτικά ορθό, μη κυβερνητικές οργανώσεις, καλό παράδεισο, επί του πεδίου, καλή συνέχεια, τι δεν καταλαβαίνεις; κ.ά. Ωστόσο, η θυμηδία δεν τον εμποδίζει να δογματίσει ότι «στην αρχαία αλλά και στην δημώδη γλώσσα δεν θα βρούμε ούτε μία λέξη για το καλάθι» εκτιμώντας ότι «μάλλον η εποχή μας ευνοεί την ακαλαίσθητη και επιπόλαιη σχέση με την γλώσσα». Αλλά γιατί, άραγε, είναι ακαλαίσθητος ο χαρακτηρισμός εθνομηδενιστής και δεν είναι ο αρχαίος κύντερος (=ομοιότερος προς σκύλο, αναιδέστερος) ή επιπόλαιο το απεύθυνση (από το απευθύνω/ομαι) και όχι τα διεύθυνση (διευθύνω) και κατεύθυνση (κατευθύνω), αφήνω πια το υποδιεύθυνση (από ανύπαρκτο υποδιευθύνω); Αναρωτιέμαι δε πώς αντιμετώπισε ο αγαπητός συγγραφέας τον όρο «ευπώλητα» για τα βιβλία, όταν πριν από αρκετά χρόνια τον πρωτοεμφάνισε το Βήμα. Παρεμπιπτόντως, αναρωτιέμαι και γιατί σε ένα βιβλίο που προασπίζεται τη Γλώσσα μας –και δηλώνει και το όνομα της διορθώτριας– να υπάρχουν κάποια εξόφθαλμα λάθη, όπως εν πάσει (3 φορές), ο γαστήρ, η λοιδωρία, φτερούγησαν, επαρίσταντο, στην μετώπη, στίφοι, παρευρέθηκε σύσσωμη η ηγεσία μετά τις συζύγους τους;

Εννοείται ότι ο καθένας και η καθεμιά μας έχει δικαίωμα –απλό και άμοιρο των απαιτήσεων του βάναυσου δικαιωματισμού– να εκφράζει δημόσια τον θαυμασμό ή την απαρέσκειά του για οτιδήποτε. Ωστόσο, θεωρείται και αυτονόητο ότι κάθε Γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που, όσο εμπλουτίζεται από λέξεις και χρήστες –έστω και με δυσκολία να την προφέρουν, όπως τα εκατομμύρια προσφύγων και μεταναστών που παραμένουν για κάποιο διάστημα στην Ελλάδα– τόσο πιο ανθεκτική γίνεται. Φανταζόμαστε το σοκ πολλών συμπατριωτών μας, όταν κάποτε πρωτοακούστηκαν ή διαβάστηκαν και λέξεις που χρησιμοποιεί ο Δημητρίου στο εν λόγω πόνημα (όπως μεσουρανούσε, ευεπίφοροι, αποσυνάγωγοι, χειρότευκτης, συλλήβδην, συναγελάζονταν, κανοναρχούσαν, ατελέσφορων, ουρανομήκεις, αυθωρεί, προϊούσης της προόδου κ.λπ.) και άλλες εκτός του βιβλίου του (όπως οιστρηλατώ, εγγαστρίμυθος, σκυρόδεμα, ανερμάτιστος, κομπορρημοσύνη, ανυπερθέτως, υποδορίως, καλλικέλαδος, αμφοτερόπλευρος, οσονούπω κ.λπ.).

Δε θα ξεχάσω τον δάσκαλο παππού μου (συνταξιούχο τότε), που έφερε σε μένα τον μαθητή Γυμνασίου το έντυπο της φορολογικής του δήλωσης, για να ψάξω στο λεξικό τι σημαίνει «τεκμαρτόν», αλλά δεν το βρήκαμε! Φαντάζομαι, επίσης, έναν πατέρα, ας πούμε ψαρά σε νησί πριν από 25 χρόνια, όταν του ανακοίνωσε η κόρη του ότι ο γαμπρός είναι… ανθυποπυραγός! Μπορούμε, ακόμη, να φανταστούμε τους μορφασμούς παλαιότερα σε ακροατήριο, με φράσεις του τύπου «ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ», «ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ», «διά πυρός καί σιδήρου», «εἰρήσθω ἐν παρόδῳ» κ.λπ. Και εδώ δε φαντάζομαι, αλλά έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου διάσημο δήμαρχο –διαβάζοντας ομιλία που του είχαν γράψει– να διατυμπανίζει 3-4 φορές την υπερηφάνειά του για την… «Α ύ λ η πολιτιστική μας κληρονομιά» (φυσικά, δε θεωρώ απίθανο να του είχαν βάλει εκεί τον τόνο)! Συμμερίζομαι, τέλος, και την απόγνωση άπειρων προγόνων μας κατά την περίοδο της μετάβασης από τα τούρκικα στα «φράγκικα» (π.χ. σαλβάρι > παντελόνι από φραγκοράφτη) ή στα (αρχαία) ελληνικά (π.χ. μαχαλάς > συνοικία ή γειτονιά, παζάρι > αγορά, κουσούρι > ελάττωμα, τζάμπα > δωρεάν) ή και από ντοπιολαλιές σε καθαρεύουσα: πυγολαμπίδα η κωλοφωτιά, κόρη η τσούπρα, τρέχω το πιλαλάω, πρόβατο το κουράδι κ.λπ. Άλλο όμως σοκ, μορφασμοί ή και απόγνωση για «περίεργες» λέξεις και άλλο απόσυρσή τους στον κάλαθο.

Μετά από αυτά τα παραδείγματα, ας μου επιτραπεί να κάνω μία τελευταία μνεία και στη συμπαθέστατη εκείνη γιαγιά, που νοσηλευόταν πριν από πολλά χρόνια στο νοσοκομείο μεσσηνιακής κωμόπολης, στον ίδιο θάλαμο με συγγενικό μου πρόσωπο. Άκουγε το όνομα του νοσηλευτή που μπαινόβγαινε, αλλά δεν το είχε συγκρατήσει. Όταν μας ρώτησε και της είπαμε «Πελοπίδας», η αντίδρασή της υπήρξε κάθετη: «Πελοπίδας; Ανάποδο όνομα!». Τα… ίσα ονόματα στην περιοχή είναι Γιώρης, Τάσης, Πότης (από Παναγιώτης της Υπαπαντής), Λάκης (από… Θόδωρος!), Τούλα (από Δήμητρα), αν και τις περισσότερες γυναίκες τις φώναζαν, έτσι κι αλλιώς, με του άντρα τους: Σταύραινα, Γιώργαινα, Μήτσαινα κ.ο.κ. Το θέμα, πάντως, είναι ότι η μάλλον αγράμματη αυτή γιαγιά το Πελοπίδας το χαρακτήρισε «ανάποδο» όνομα. Όχι άχρηστο.

***

Ακολουθεί, λοιπόν, η πρώτη δειγματοληπτική συλλογή λέξεων και φράσεων γενικής θεματικής, που κυκλοφορούν –κατά τις εκτιμήσεις μου– τα τελευταία 50 χρόνια στη γραπτή και στην προφορική επικοινωνία μας εν Ελλάδι. Η γραμμή μας, όπως διαφάνηκε από το σκεπτικό που προηγήθηκε: Νιώθουμε περίεργα με κάποιες, ενοχλούν την αισθητική μας κάποιες άλλες, απαξιώνουμε ή και απομονώνουμε από τον προσωπικό μας λόγο ορισμένες, επιλέγουμε τη χρηστική ελληνική μιας συνώνυμης ξένης. Όμως δεν τις ρίχνουμε στο καλάθι. Άλλωστε, πόσες και πόσες άλλες δεν έχουν περάσει κι έχουν χαθεί σαν διάττοντες, γιατί αχρηστεύτηκαν ή ατόνησαν στην πράξη. Τρανό παράδειγμα ολόκληρος ο –πανίσχυρος επί χρόνια στη νεολαία– κώδικας των greeklish!

Ξεκινάω με το ρολόι: Εδώ και αρκετά χρόνια, μετά τις 24:00 με σκοτάδι πίσσα, «πρέπει» (σταματώντας π.χ. στα διόδια) να λέμε «καλημέρα» και, αντίστοιχα, μετά τις 12:00 με τον ήλιο καταμεσής του στερεώματος… «καλησπέρα»! Ίσως, γι’ αυτό νεαροί και νεαρές τα μπερδεύουν και λένε «καλημέρα» το βράδυ και αντίστροφα. Επ’ ευκαιρία, τι όμορφη λέξη, αγαπημένη του Λευτέρη Παπαδόπουλου, το απομεσήμερο (αντί για απόγευμα)! Στο κατόπι του και το αποκαλόκαιρο. Προχωράμε: Μillennium, τεχνητή νοημοσύνη, chatGPT, greeklish, ακτιβισμός, εικονική πραγματικότητα, avatar ή ολόγραμμα, σημειολογία, fast track διαδικασίες, χορηγός (από τις ευχάριστες εκπλήξεις η σχεδόν εξαφάνιση του σπόνσορας!), το mood, πολύ cool, προχώ, επαγγελματική ανέλιξη, «έχω meeting», ιντερβιού, ολιστική προσέγγιση, διεπιστημονική ομάδα, «μου έκανε κλικ το πρότζεκτ», 4U (for you), 2U (to you), «ισχύει» (νεανική απάντηση), tragic, διαπροσωπικές σχέσεις, γλώσσα του σώματος, το φαινόμενο του «φωτοστέφανου», κηραλοιφές, ζώο συντροφιάς, δεκάδες ράτσες σκύλων (λαμπραντόρ, χάσκι, τσιουάουα, κόλεϊ, γερμανικός μολοσσός κ.λπ.), pet shop (σκυλο/γατο-τροφές, κουνελίνη, τροφή ψαριών, πριονίδι, παιχνίδι γάτας μπαστούνι με ψάρι, χελωνιέρα, συλλέκτης περιττωμάτων, ελισαβετιανό κολάρο κώνος κ.λπ.), κούρεμα και λουτρό κατοικιδίων, καλλιστεία σκύλων, κούριερ, υβριδικά (π.χ. πόλεμος, απειλή, αυτοκίνητα κ.λπ.), πιασάρικο, είναι in ή out, ζεν, μπίνγκο, φράση κλισέ, «έγινε viral», «σε βρίσκω πολύ trendy!», στο τριπάκι, flash back, full moon, επική σαλάτα, φιάσκο, λούμπεν προλεταριάτο, άυλη (πολιτιστική κληρονομιά, συνταγογράφηση κ.λπ.), ρεβάνς και ρεβανσισμός, «βρίσκεται ινκόγκνιτο», respect, μπραντ ντε φερ, check in και out, επακούμβηση (σύγκρουση σκαφών δηλαδή, διπλωματικά μακιγιαρισμένη!), δίκη προθέσεων, αφόρμηση, ντεμπούτο, τοπόσημο, ονειροπαγίδα, το αγγλικό (όχι το λατινικό έγκο) «alter ego» (προφ. ίγκο), οι emo (ίμο), «είμαι από χθες stand by», «μου τη σπάει», «για ξεκάρφωμα», «απολογούμαι για την καθυστέρηση» (αντί «ζητώ συγγνώμη»), γκόμενος (την γκόμενα την έχει πρώτος λανσάρει ο Σκουλούδης στο «Άντε ρε μόρτη Πειραιώτη», 1931, και την απογείωσαν ως γκομενίτσα ο Βασιλειάδης και ο Χιώτης στο «Παρτίδα», 1951), θεογκόμενα, γκομενιλίκι, γκομενοδουλειές, ο κολλητός, η κολλητή μου, ακομπλεξάριστος, χαλαρά, μοναχικός λύκος, κουκούλα full face, τοξικά άτομα ή σχέσεις, «κάνε το εικόνα και θα καταλάβεις», «ας δούμε τη μεγάλη εικόνα», «υπάρχει πολλή δυστυχία εκεί έξω», «σωστό κι αυτό!», «έρχεται ψύχρα από αύριο, σωστά;», σαρπράιζ, τζετ λαγκ, βέρτιγκο, vip, celebrities, το διεθνές τζετ σετ, σκαφάτος, life style, λούτρινα ζωάκια, Σπιρτούλης (και οι λοιποί), μονόκερος, στρουμφοχωριό, αντιστρές μπαλάκι, παζλ, sudoku, game boy, Tetris, jumping jump, wind surfing, αιωροπτερισμός, αλεξίπτωτο πλαγιάς, παραπέντε, skate board, παρκούρ, καγιάκ σε ποτάμι, λούνα παρκ των 80s (με μπαλαρίνα, τηγάνι, ρόδα, τρενάκι του τρόμου κ.λπ.), «φρουτάκια», escape room, δωροεπιταγές, ρισκάρω, ποζάρω, λανσάρω, σνιφάρω, φρικάρω, παρτάρω, σετάρω, ρελάνς, λογότυπο, μεγάλη γκάμα, σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε αχαρτογράφητα νερά, μιμίδιο, το φιζίκ, γκλαμουριά, «μπήκε στο κάδρο», κομβικός ο ρόλος του, άχαστος, «είμαι στην τσίτα», «έπαθα κοκομπλόκο», αυτοεκπληρούμενη προφητεία, ρατσιστικό σχόλιο, «γιατί αυτομαστιγωνόμαστε;», τα πατερημά, μπάζο, γαμάτο, βουρ, «βασικά, καλησπέρα σας», γιν vs γιανκ, «ό,τι να ’ναι!», στρες και στρεσαρισμένος, «δεν μπορώ, είμαι busy» (πάντως, «μπίζι» στη λασιθιώτικη ντοπιολαλιά σημαίνει… λαθούρι), ντόμινο εξελίξεων, ολική επαναφορά, μπαρ γούμαν, πριβέ, deadline, ειδοποίηση 112, too mutch, αξιοδότηση, αδελφοποίηση πόλεων ή σχολείων, (αντι)κομφορμισμός, η γλώσσα του σώματος, «μια χημεία ανάμεσά τους», κατάθλιψη, διπολικό άτομο, Άσπεργκερ, αυτισμός, ψυχαναγκασμός, χειριστικό άτομο, σίριαλ κίλλερ, συνεδρίες (π.χ. με ψυχολόγο), «έφαγα σαβούρα», κολλητιλίκι, κοιλούμπα, θεούλης ο κυριούλης, έγινε χαμούλης, θεούσα και θεούσος, «Καλό Άγιο Δεκαπέντε!», «Χρόνια Πολλά και Παναγιοσκέπαστα!», το «θαυματουργό νερό» του Καματερού, αυτοφωράκιας, νατουραλιζέ, μοντέρνα χρώματα (π.χ. βεραμάν, σομόν, φούξια, σικλαμέν, ματ, ελεκτρίκ, παλ αποχρώσεις κ.λπ.), ένα συμβάν που πέρασε κάτω από τα ραντάρ, ευκολάκι, happy hour, happy end, happy birthday!, το box office, OMG!, τηλεμάρκετινγκ, on line παραγγελίες, by the way κ.λπ. Πάντως, η Γλώσσα μας εμφανίζει συχνά φιοριτούρες και παγιδεύει αθώους χρήστες της. Ένα χαριτωμένο παράδειγμα ήταν η σύγχυση των αρμοδίων, όταν κάποτε είχαν τοποθετήσει στα λεωφορεία της Αθήνας ακυρωτικές συσκευές των εισιτηρίων με την προειδοποίηση: «ΕΓΚΥΡΟ είναι το ΑΚΥΡΩΜΕΝΟ εισιτήριο» (!) Το σχολίασα τότε στην Ευθύνη και πιθανόν να συνέβαλα στην επαναδιατύπωση αυτής της οδηγίας, που ήρθε σύντομα…

Κλείνοντας το 1ο μέρος του αφιερώματος στο Ιωβηλαίο της Γλώσσας μας, πώς θα εκφράσουμε τη ζήλεια μας για τους καθολικούς, που σε κάθε Ιωβηλαίο ο Πάπας τούς δίνει γενική άφεση αμαρτιών; Μα, φυσικά, με ένα… ΟΥΑΟΥ!

Κύλιση στην κορυφή