Πίνακας: Ελένη Ζούνη

Γιάννης Β. Κωβαίος

Γλώσσα, έθιμο εθίμων: Τα λάθη μας, τα πάθη μας

Πριν από κάποια χρόνια, κάνοντας τη φιλολογική επιμέλεια σε άρθρο με οικολογικό περιεχόμενο ενός φίλου, του διόρθωσα τον όρο «ανακύκλωση» με τον ορθό «ανακύκληση». Όταν εισέπραξα τη δυσφορία του και του εξήγησα ότι πρόκειται για διαφορετικές έννοιες, που παράγονται από διαφορετικά ρήματα (θα βρείτε την ετυμολογία τους στην παρακάτω ενότητα Λεξιλογικά λάθη), η αντίδρασή του εκφράστηκε ειρωνικά: «Δε βαριέσαι… Άσπρη γάτα, μαύρη γάτα, αρκεί να πιάνει τα ποντίκια». Αλλά και η δική μου απάντηση ήταν στο ίδιο μήκος κύματος: «Μα ούτε εμένα ενδιαφέρει το χρώμα της γάτας που θα πιάσει το ποντίκι. Η ορθοέπεια, όμως, με ενδιαφέρει».

Στο πλαίσιο, λοιπόν, του Ιωβηλαίου της γλώσσας μας με αφετηρία τη Μεταπολίτευση, που μελετήσαμε στα δύο προηγούμενα τεύχη, θεωρώ ότι ήρθε η σειρά και των συνήθων λαθών, στα οποία παραμένουμε… βράχοι κατά τα 50 αυτά χρόνια και μάλιστα –πιστοί στη συνταγή «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι»– προσθέτουμε και άλλα στον μακρύ κατάλογο. Ασφαλώς, σαν ανέκδοτο ακούγεται σ’ εμάς ότι στα ίδια αυτά χρόνια η Ισπανία απείλησε να φύγει από την ΕΟΚ, αν οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών επέμεναν να αφαιρεθεί η «περιττή» περισπωμένη πάνω από το N (España), γιατί δυσκόλευε την πληκτρολόγηση σε λατινικές γραμματοσειρές!

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ – ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΑ: Εκκινούμε από τις εννοιολογικές διαφορές των απλώς/απλά, αδιακρίτως/αδιάκριτα, αμέσως/άμεσα, ευχαρίστως/ευχάριστα, δικαίως/δίκαια, αδίκως/άδικα, ακριβώς/ακριβά κ.ά. (π.χ. Μιλούσε απλά και κατανοητά, απλώς εγώ δεν ήμουν πολύ συγκεντρωμένη. / Ζητάω από όλους αδιακρίτως τη στήριξή σας. Ρωτούσε αδιάκριτα για την ηλικία μας). Γιατί συνοριοφύλακες και όχι συνοροφύλακες; (Δε φυλάνε… συνόρια αλλά σύνορα). Παρήγγειλέ μου έναν καφέ, ανέλαβέ το εσύ, υπέγραψε εδώ, περιέγραψέ μας κ.λπ. (Μια… ζωή, προστακτικές με αύξηση, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες αρκετών διαφημίσεων εσχάτως: «Επίλεξε πακέτο και μετάφερε τον λογαριασμό σου»). Έχω απηυδήσει πλέον! (Έχω απαυδήσει ή απηύδησα. Το η είναι αύξηση, άρα μπαίνει μόνο στην οριστική αορίστου). Ήταν πιο νεότερος από μένα (νεότερος ή πιο νέος). Έχει πολύ ζέστη σήμερα (πολλή). Τα γκρουπς, τους ινφλουένσερς (τα γκρουπ, τους ινφλουένσερ· αφού υπάρχει άρθρο πληθυντικού, το -ς της Αγγλικής δεν έχει θέση). Θα δούμε τις Όρνιθες του Αριστοφάνη (τους Όρνιθες = τα Πουλιά, όπως οι Στυμφαλίδες· όχι τις Κότες). Το όχημα διένυσε μεγάλη απόσταση (ή διήνυσε ή –χωρίς αύξηση– διάνυσε). Η κατάληξη στον ενικό συνηρημένων ρημάτων, π.χ. αυτό το εργαλείο δε χρησιμοποιούταν (χρησιμοποιούνταν και για ένα και για πολλά). Μπέρδεμα όμως και στα ασυναίρετα: Όσο δε φαίνονταν η βλάβη, τα πνεύματα δεν εξαπτόταν (ενικός φαινόταν, πληθ. εξάπτονταν). Τα προϊόντα εκτίθονται στον ήλιο (εκτίθενται). Από τις 10 προ μεσημβρίας μέχρι τις 5 μετά μεσημβρίας (Το προ συντάσσεται με γενική, όμως το μετά με αιτιατική: μετά μεσημβρίαν). Ο έλληνας καλλιτέχνης (ο Έλληνας: τα εθνικά επίθετα με κεφαλαίο). Ανεξιθρησκεία, πατριδολατρεία κ.ά. (ανεξιθρησκία, πατριδολατρία· το ει από τα ρήματα σε -εύω: θρησκεύομαι > θρησκεία, λατρεύω > λατρεία, αλλά δεν υπάρχει ανεξιθρησκεύομαι ή πατριδολατρεύω· άρα η παραγωγή τους από τα ανεξίθρησκος, πατριδολάτρης). Κάθε εβδομάδα καταχωρώ τις απουσίες (καταχωρίζω). Στο απέναντι διόροφο (διώροφο, ημιώροφος κ.λπ. Όταν συντίθενται οι λέξεις όροφος, όνομα, οδύνη, ορύσσω, ομνύω κ.ά., εκτείνουν το βραχύ ο σε μακρό ω: ανώνυμος, επώδυνος, συνωμοτώ κ.λπ.). Πέτυχαν την όσμωση των εθίμων τους (ώσμωση από το ωθώ). Έχει πόρωση με τον τζόγο (πώρωση από το πώρος, δηλ. το πουρί· με ο είναι π.χ. η οστεοπόρωση, από το πόρος, δηλ. το πέρασμα). Δυστυχώς, πρέπει να κάνω εγχείριση! (Η εγχείριση παράγεται από το εγχειρίζω = βάζω κάτι στο χέρι κάποιου, ενώ η ιατρική πράξη από το εγχειρώ· π.χ. του εγχείρισα ένα φακελάκι, για να με προσέξει στην εγχείρηση). Η βροχή έγλυφε το περβάζι (έγλειφε· «γλύφω» = σκαλίζω, εξού γλυπτό, Γλυφάδα· «γλείφω» = διατρέχω μια επιφάνεια με την άκρη της γλώσσας, εξού γλειφιτζούρι). Φιλέτο σολωμού (σολομός / Σολωμός). Τα κόστη (δεν έχει πληθυντικό, αν και έχουμε πλέον εθιστεί). Των πληγέντων περιοχών (πληγεισών το θηλυκό· πληγέντων το αρσενικό και το ουδέτερο). Εκδηλώνουν την υϊκή αγάπη (Την υιική, των παιδιών προς τους γονείς. Το ὑϊκός προέρχεται από το ὗς = ο χοίρος). Έθεσε σε διαθεσιμότητα τον επικεφαλή της υπηρεσίας και τους επικεφαλείς των τμημάτων (Το «επικεφαλής» είναι επίρρημα, άρα άκλιτο, ό,τι άρθρο κι αν προηγείται). Έλα κατά τις μία (τη μία) και παίρνουμε το λεωφορείο των τρεις (των τριών). Χρειάστηκε μόλις τρεισήμισι λεπτά (Τρία λεπτά και μισό χρειάστηκε, δηλαδή τριάμισι. «Τρεις» είναι το αρσενικό και το θηλυκό: τρεισήμισι τόνους, ώρες). Η Αργολίδα παρήγαγε ανέκαθεν (παρατατικός «παρήγε», όχι αόριστος) τα περισσότερα εσπεριδοειδή, αλλά φέτος λόγω ανομβρίας θα παράξει (θα παραγάγει, υποτακτική αορίστου) πολύ λίγα. Όσοι θέλετε να συμμετέχετε στον αυριανό αγώνα δρόμου (να συμμετάσχετε = μία φορά, όχι για πάντα). Παρόμοια σύγχυση και με το 1 ή τα 2 λ στις καταλήξεις ρημάτων. Πρακτικός κανόνας: Πολλές οι φορές (διάρκεια) στο παρελθόν ή στο μέλλον; Δύο και τα λ (π.χ. Δεν κατέβαλλε επί χρόνια τον Φ.Π.Α. και υποψιάζομαι ότι θα συνεχίσει να μην τον καταβάλλει). Αλλά: Μία η φορά; Ένα και το λ (π.χ. Χθες με απέβαλε η καθηγήτρια και φοβάμαι ότι αύριο θα αποβάλει και τον Κώστα). Στο παρόν δύο τα λ, γιατί στα Ελληνικά δεν έχουμε στιγμιαίο ενεστώτα. Προχωρείστε, τηλεφωνείστε κ.λπ. (Με -ήστε η προστακτική στην ενεργητική. Υπάρχει και το -ει, αλλά στην οριστική της παθητικής: π.χ. καλούμαι, καλείσαι… καλείστε). Η κακοκαιρία εξασθενίζει σιγά-σιγά. (Εξασθενεί· επομένως, και το ουσιαστικό εξασθένηση, όχι εξασθένιση. Το εξασθενίζω έχει αμιγώς ενεργητική διάθεση· π.χ. ο μύκητας εξασθένισε το ανοσοποιητικό της). Μετά τη χούντα ανθίζει το πολιτικό σκίτσο (Ανθεί· επομένως, και το ουσιαστικό άνθηση, όχι άνθιση. Το ανθίζωέχει αμιγώς ενεργητική διάθεση· π.χ. ο ήλιος ανθίζει τα λουλούδια). Σπανίως πια συζητώνται τέτοια θέματα (Συζητούνται. Το ρήμα είναι συνηρημένο σε -έω, όχι σε -άω). Η απόφαση αυτή προοιωνίζει ραγδαίες εξελίξεις (προοιωνίζεται· «αποθετικό» ρήμα, δηλ. μέση φωνή με ενεργητική σημασία· πβ. εργάζεται, όχι εργάζει). Το ευ ζειν (ζην· πρόκειται για ατόφιο το αρχαίο απαρέμφατο και δεν ακολουθεί τη σημερινή ορθογραφία ζεις, ζει, ζείτε). Τις επίγειες δυνάμεις συνδράμουν και εναέρια μέσα (Ο τύπος «έδραμον» είναι αόριστος του ρήματος «τρέχω». Στον ενεστώτα –δηλαδή, σε διάρκεια– «συντρέχουν τα εναέρια»· στιγμιαία: θα συνδράμουν, έχουν συνδράμει, αλλά και συντρέξει κ.λπ.). Να του εφιστήσεις την προσοχή (Εφιστώ ο ενεστώτας, θα/να επιστήσω ο αόριστος). Αυτό συνέβαινε από ανέκαθεν (ανέκαθεν· το αρχαίο -θεν σημαίνει από, άρα δεν μπορεί να συνυπάρχουν 2 «από»). Η ομιλήτρια σχολίασε δεικτικά (δηκτικά από το δάκνω = δαγκώνω, εξού και δήγμα σκορπιού. Το άλλο, π.χ. ενδεικτικά, από το δείκνυμι = δείχνω). Να δούμε όλους τους παραμέτρους (θηλυκό: όλες τις παραμέτρους). Να τα εκατοστήσεις! (εκατοστίσεις, από ρ. εκατοστίζω· δεν υπάρχει εκατοσταίνω). Πρωϊνός(πρωινός· δεν υπάρχει δίφθογγος ωι, ώστε να επισημάνουμε με διαλυτικά ότι έχουμε 2 συλλαβές). Η πορεία του Μέγα Αλέξανδρου (ο Μέγας, του Μεγάλου· ειδικά εδώ και του Μεγαλέξανδρου, αλλά του Μεγάλου Μαγίστρου, Ναπολέοντα κ.τ.ό.). Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων (Μεγάλη σύγχυση στα επώνυμα με κατάληξη γ΄ κλίσης, δηλαδή αρχαιοπρεπή. Ωστόσο, δεν είναι… ξενόγλωσσα, άρα πρέπει να κλίνονται κανονικά, όπως συμβαίνει με της α΄ και β΄: όπως ο Λεμονής, του Λεμονή, η κ. Λεμονή ή ο Κωβαίος, η κ. Κωβαίου, έτσι και του κ. Λέοντος, η κ. Κυδωνιέως, η κ. Αινιάνος κ.τ.ό. –βλ. η κ. Κεραμέως). Σε συνέχεια της προηγούμενης επισήμανσης, ας καταγράψουμε και τον πανικό με άλλα τριτόκλιτα πέραν των επωνύμων: τον διευθύνων σύμβουλο (διευθύνοντα), του επιβλέπων μηχανικού (επιβλέποντα ή -οντος) κ.τ.ό., που συναγωνίζονται την υπηρέτρια Δέσποινα Στυλιανοπούλου στις κωμωδίες των ’60’s με «την δεσποινίς τάδε». Άγιος Χαράλαμπος (Πώς όμως η γενική είναι Χαραλάμπους; Το πραγματικό του όνομα στα ρωμαϊκά χρόνια είναι Χαραλάμπης –γ΄ κλίσης, όπως του Πραξιτέλους– και το απολυτίκιό του τον προσφωνεί: λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης, Χαράλαμπες. Βέβαια, σε άλλες πηγές Χαράλαμπος, αλλά τότε χρειάζεται γενική Χαραλάμπου). Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με θηλυκά ονόματα: Λέμε σωστά την Αγία Μαρίνα ή την Αγία Μαρκέλλα, αλλά γιατί Αγία Αικατερίνη; (Αικατερίνα λέγεται, αλλά παρασυρμένοι από το –η της Αικατερίνης, βάζουμε κατάληξη –η και στην ονομαστική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα Θέκλη –βλ. το ομότιτλο μυθιστόρημα της Αθηνάς Κακούρη–, Ιουστίνη, Χριστίνη κ.ά.). Αιωνία σου η μνήμη, αξιομακάριστος και αείμνηστος, αδελφή ημών (Έλεος πια με αυτό το κόλλημα σύσσωμου του Κλήρου και με φιλόλογο αρχιεπίσκοπο! Είναι ο ίδιος βαρβαρισμός με την προσφώνηση –ακόμη και από δικηγόρους– στα δικαστήρια Κυρία Πρόεδρος… Ο/η αξιομακάριστος, ο/η αείμνηστος, επομένως κλητική «αξιομακάριστε και αείμνηστε αδελφή», όπως το αρσενικό. Αλλά γιατί, άραγε, την Παναγία την προσφωνούμε «Άχραντε Θεοτόκε» ή «Παναγία Παρθένε» και όχι… Άχραντος Θεοτόκος ή Παναγία Παρθένος; Ή μήπως να… διορθώσουμε και το «Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε!»;).

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ: Η θέση του ως πρόεδρος της εταιρίας τον δεσμεύει (Η θέση του ως προέδρου· το κατηγορούμενο ακολουθεί στην ίδια πτώση: εδώ στη γενική από το «του»). Η εντιμότητα, το μορφωτικό του επίπεδο και η οξυδέρκειά του είναι πασίγνωστες (Αφού έχουν προηγηθεί διαφορετικά γένη, το κοινό κατηγορούμενο μπαίνει σε ουδέτερο: είναι πασίγνωστα). Αυτός καθαυτός, αυτής καθαυτής (καθαυτόν, καθαυτήν. Σε όποια πτώση κι αν είναι το «αυτός», το «καθαυτόν», «καθαυτούς» κ.τ.ό. μπαίνουν στην αιτιατική του αντίστοιχου γένους και αριθμού). Τόσο είναι το πάγιο ανεξαρτήτου χρόνου ομιλίας (ανεξαρτήτως χρόνου ή, ορθότερα, ανεξάρτητα από τον χρόνο ομιλίας). Φέρθηκε υπέρ του δέοντος ευγενικά (υπέρ το δέον, δηλ. υπέρβαση· το υπέρ + γενική σημαίνει υπεράσπιση: υπέρ βωμών και εστιών). Σημειώθηκαν θερμοκρασίες υπό του μηδενός (υπό το μηδέν, όπως π.χ. βρίσκεται υπό έλεγχο· το υπό + γενική δηλώνει ποιητικό αίτιο: Κλίμαξ υπό Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου). Επικοινωνήσαμε την πληροφορία (τη γνωστοποιήσαμε, τη διαδώσαμε, την κοινοποιήσαμε κ.ά. Επικοινωνούμε με κάποιον, όχι κάποιον). Κάποιοι το διέρρευσαν στον Τύπο (Οτιδήποτε διαρρέει μόνο του. Δεν το διαρρέουμε). Προέβαλε αντίσταση στους λιμενικούς. Ως αποτέλεσμα συνελήφθη και ανακρίνεται. Αυτή η διατύπωση είναι απλώς μετάφραση του As result (as)… Στα Ελληνικά λέμε: Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί ή […]στους λιμενικούς, με αποτέλεσμα να […]. Καλά, μιλάμε ότι δεν παίζεται! (Το λέω παίρνει αντικείμενο: π.χ. Λέμε τον πόνο μας, λέει ότι… Το μιλάω δεν μπορεί να έχει αντικείμενο. Μιλάμε για κάτι, όχι κάτι). Και πάντα ακμαίος ο… «πουπουισμός»! Όμως το «που» δεν είναι μαϊντανός. Δεν μπορούμε να λέμε –πόσο μάλλον να γράφουμε: Η πόλη που γεννήθηκε είναι η Πρέβεζα. Λέμε: Η πόλη στην οποία (ή όπου) γεννήθηκε είναι η Πρέβεζα. Ούτε: Ο λόγος που φύγαμε ήταν ότι έπιασε κρύο. Λέμε: Ο λόγος για τον οποίο φύγαμε / ή: φύγαμε, επειδήΠαραπλήσια: Είσαι ο μόνος που θυμάσαι τη γιορτή μου! (… ο μόνος που θυμάται), Τους πρώτους που σκέφτηκα είστε εσείς (Οι πρώτοι που ή τους οποίους σκέφτηκα είστε εσείς). Κάτι σύνηθες, που το «μπαλώσαμε» οι φιλόλογοι σαν «έλξη του αναφορικού»: Ακούσαμε όλους όσους τραγούδησαν (Όλους όσοι τραγούδησαν = όλους εκείνους, οι οποίοι τραγούδησαν. Αλλά: Να ειδοποιήσεις όλους όσους γνωρίζεις = όλους εκείνους τους οποίους γνωρίζεις) κ.λπ.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ – ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΑ: Ποσοστό 33,7 τα εκατό (Αστοχία λίαν δημοφιλής! Ή τοις εκατό ή στα εκατό). Υπηρετεί σαν αγροτικός γιατρός (ως γιατρός· δεν… παριστάνει τον γιατρό. Ωστόσο, το «σαν» έχει και 2η χρήση εκτός από την παρομοίωση: Εσύ σαν παλαιότερος που είσαι, θα ξέρεις καλύτερα = επειδή είσαι). Ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος σαν έκρηξη (αντί κρότος· ο θόρυβος γίνεται από κορναρίσματα, οχλαγωγία, σύρσιμο επίπλων…). Καφές στη χόβολη (εννοούν στην άμμο· χόβολη είναι η στάχτη). Καλούμε τους αρμόδιους να ενσκήψουν στο πρόβλημά μας!(Θεός φυλάξοι, αν… ενσκήψουν σαν θεομηνία! Να εγκύψουν πρέπει, να σκύψουν). Παρανομαστής (παρονομαστής). Ως αναφορά (όσον αφορά). Το αποθανάτισε (απαθανατίζω). Ανταπεξέρχομαι (αντε-). Υποβολιμιαία σχόλια (υποβολιμαία). Να δώσουμε όλοι το παρόν («παρών»). Στο μάτι του κυκλώνα (στην περιφέρεια, αφού το κέντρο είναι το πιο ήσυχο σημείο). Κινητό (αντί φορητό). Ενθουσιάστηκε από το ευάριθμο ακροατήριο (Δυστυχώς, από το πολυάριθμο έπρεπε να ενθουσιαστεί. Το ευ- σημαίνει ότι εύκολα μετριέται, άρα είναι ολιγάριθμο). Θα στρίψουμε εκεί που δείχνει το τόξο (Φυσικά, το βέλος δείχνει, όχι το τόξο). Ανημέρωτος (ανενημέρωτος). Αν παρ’ ελπίδα νικήσουμε, θα παίξουμε στον τελικό με την Μποτσουάνα (Αυτό σημαίνει ότι ελπίζουμε να… χάσουμε και η νίκη θα έρθει παρόλο που δεν το θέλαμε, παρά την ελπίδα μας. Ή λοιπόν «αν κατά τύχη / ή πρώτα ο Θεός κ.τ.ό., νικήσουμε» ή «αν παρ’ ελπίδα χάσουμε, θα παίξουμε στον μικρό τελικό με το Τουρκμενιστάν»). Εννοείται ότι κι εγώ επιχαίρω για την πρόκριση της ομάδας (σκέτο χαίρω ή χαίρομαι· το επιχαίρω εκφράζει χαιρεκακία). Περιθάλπτω (περιθάλπω). Να αποτανθείς (αποταθείς). Ανακύκλωση (ανακύκληση· ρ. κυκλέω-ῶ, ό,τι ακριβώς δηλώνει ο όρος recycling, όχι κυκλόω-ῶ, δηλ. κυκλώνω). Αναζωπύρωση (αναζωπύρηση· ρ. ζωπυρέω-ῶ, όχι πυρόω-ῶ, δηλ. πυρώνω τα χέρια μου π.χ. στη σόμπα). Αγγελιοφόρος (αγγελιαφόρος, αλλά –περιέργως– σημαιοφόρος). Με βιντεοσκοπημένο μήνυμα χαιρέτησε το συνέδριο (χαιρέτισε = απηύθυνε χαιρετισμό, ρ. χαιρετίζω· αλλά: τον χαιρέτησα στο καφενείο, ρ. χαιρετώ). Άλλο «υποχρεούμαι… υποχρεούμεθα ή υποχρεούμαστε» (=έχω υποχρέωση π.χ. να πληρώνω φόρους) και άλλο το «υποχρεώνομαι» (=κάτι με υποχρεώνει, με αναγκάζει). Το ίδιο ισχύει και για τα «δικαιούμαι» (=έχω δικαίωμα) και «δικαιώνομαι». Διάβαζε πιο σιγά, γιατί δεν προλαβαίνουμε να καταλάβουμε (πιο αργά· το σιγά ζητάει χαμήλωμα της φωνής). Το νέο αυτό παιχνίδι ελλοχεύει κινδύνους για τα παιδιά (Το παιχνίδι εγκυμονεί κινδύνους ή ελλοχεύουν κίνδυνοι στο παιχνίδι). Ωρίμανση (ωρίμαση). Φρούδα ελπίδα (φρούδη). Της πήρα δώρο μια ασημένια χειροπέδα (χειροπέδη). Καταστράφηκε όλη η οικοσυσκευή (η οικοσκευή). Οι πληροφορίες παρεισφρύουν (παρεισφρέουν). Αν, ου μη γένοιτο, πέσεις σε αλκοτέστ, θα χάσεις και το δίπλωμα (ο μη γένοιτο = το οποίο να μη γίνει). Γεννιούνται πολλά ερωτηματικά (ερωτήματα, ερωτήσεις ή απορίες· το ερωτηματικό είναι σημείο στίξης). Ζούμε από χθες κυριολεκτικά μια κόλαση! (Η ανοησία της υπερβολής και η υπερβολή της ανοησίας στα δημοσιογραφικά κλισέ! Πώς να φτουρήσουν πια οι… μεταφορές; Κάποτε π.χ. έπεσε ένα ελικόπτερο στο Άγιο Όρος και στα ρεπορτάζ «τα συνεργεία διάσωσης χτένιζαν κυριολεκτικά τις πλαγιές»!). Οι λάθος πληροφορίες (λανθασμένες, λαθεμένες, εσφαλμένες, σφαλερές· το λάθος είναι ουσιαστικό. Το ίδιο ισχύει και για το επίρρημα: Όχι «λάθος το κατάλαβες», αλλά λανθασμένα κ.τ.ό). Τραυματίστηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα (Δεν είναι κάποιου αυτοκινητιστή· άρα αυτοκινητικό ή τροχαίο). Η αποστρατικοποίηση των νησιών (Δεν υπάρχει «στρατικός»· ή αποστρατιωτικοποίηση, λοιπόν, ή έστω αποστρατοποίηση). Ακολούθησαν μαραθώνιες διαπραγματεύσεις (Δεν είναι του / ή στον… Μαραθώνα οι διαπραγματεύσεις, αλλά μακροσκελείς σαν Μαραθώνιος δρόμος. Επομένως: Μαραθώνιος διαπραγματεύσεων). Η πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας (η τέως, αφού πρόκειται για τον/την πιο πρόσφατο/η από τότε που μιλάμε· πρώην όλοι/ες πριν από τον/την εκάστοτε «τέως»). Άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου (ένας ήταν). Έχεις άποψη επί παντός επιστητού (Δεν υπάρχουν πολλά… επιστητά. Ένα είναι, δηλαδή το σύνολο των γνώσεων που έχει η ανθρωπότητα < επίσταμαι = γνωρίζω. Επομένως: επί παντός του επιστητού = επί παντός σημείου του πεδίου των γνώσεων). Κατ’ αρχήν, να εξηγήσω γιατί σας κάλεσα σήμερα (Κατ’ αρχάς = στην αρχή, αρχικά. Το κατ’ αρχήν σημαίνει σύμφωνα με μια βασική αρχή: π.χ. Κατ’ αρχήν, απορρίπτουμε κάθε μορφή βίας). Άρα, λοιπόν, δεν έχετε δίκιο! (Ή άρα ή λοιπόν· δύο συμπερασματικοί σύνδεσμοι δε στέκουν). Το μέλλον των επόμενων γενιών (Οι γενιές, των γενεών· όχι τα γένια). Στο άνθος ή στο 26ο έτος της ηλικίας του (Όμως ηλικία είναι κάθε μέρα ή χρόνος της ζωής μας, κάθε στιγμή έχουμε την αντίστοιχη. Άρα: στο άνθος της ζωής του ή στο 26ο έτος της ζωής του). Μείζον ζήτημα οι διαρροές (μεγάλο ζήτημα· ο/η μείζων, το μείζον είναι συγκριτικός βαθμός, όχι θετικός. Θα ταίριαζε σε μια φράση, όπως: Οι διαρροές στο κόμμα μείζον ζήτημα ακόμη και από τις διαγραφές· ή «το μείζον», οπότε μετατρέπεται σε υπερθετικό = το μεγαλύτερο). Μια κοινότυπη φράση (κοινότοπη, κοινοτοπία: από το κοινός τόπος). Για του λόγου το αληθές («ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές» στο Απολυτίκιο των Θεοφανίων). Η Καινή Διαθήκη έχει αρκετά λάθη. Ωστόσο, το παρακάτω είναι των χρηστών μιας φράσης από τα Ευαγγέλια: Και εσύ, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, το ξέχασες κιόλας! (Όμως, ο πετεινός δε λάλησε 3 φορές, αλλά μία φορά στην αρχή –και, φανταζόμαστε, πολλές δεκάδες μετά. Το τρις αφορά το «απαρνήση με», όπως και το διέπραξε 3 φορές ο Πέτρος: πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι, τρὶς ἀπαρνήσῃ με»). «Ευχόμαστε καλή επιτυχία!» (Δεδομένου ότι δεν υπάρχει και κακή επιτυχία, προτιμότερο το «ευχόμαστε επιτυχία», ίσως και το «καλή τύχη»). Χωρίς μεγάλες ουρές τα εκλογικά κέντρα (τα τμήματα· εκλογικά κέντρα είναι τα στέκια των κομμάτων ή των υποψηφίων). Δε διαβάζεται χωρίς μεγένθυση· πες του να το μεγενθύνει (μεγεθύνω, μεγέθυνση). Η συγγραφέας διαπραγματεύεται ένα φλέγον ζήτημα της εποχής μας (πραγματεύεται = ασχολείται με αυτό το πράγμα, δεν κάνει διαπραγματεύσεις με άλλους). Η εκδήλωση γίνεται στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αγκινάρας (στο πλαίσιο· πόσα πλαίσια υπάρχουν;). Το συνέδριο έλαβε χώρα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη (Ένα αχρείαστο κατάλοιπο της καθαρεύουσας, ψευτομετάφραση του take place. Λέμε: διεξήχθη, πραγματοποιήθηκε κ.λπ.). Τά πάντα ῥεῖΠᾶν μέτρον ἄριστον (Πάντα ῥεῖ / Μέτρον ἄριστον). Θα τα βγάλει όλα στη φόρα (… στα φόρα, πληθ. του forum. Ουδεμία σχέση με τη φόρα, της φόρας). Η πλειοψηφία των ασθενοφόρων είναι προβληματικά (η πλειονότητα· τα αντικείμενα δεν… ψηφίζουν). Πολύ σοβαρό ήταν το αντίκτυπο από την πτώχευση (Αρσενικό ο κτύπος, άρα και ο αντίκτυπος). Προσπάθησε να προκαταβάλει την απόφασή μας (να προκαταλάβει). Το 1974 είναι μια σημαδιακή ημερομηνία (Χρονολογία. Η ημερομηνία έχει ημέρα και μήνα, π.χ. 20-7-1974). Παρακαλούνται οι κύριοι κύριοι σύνεδροι… (Η περίφημη συντομογραφία «κ.κ.» διαβάζεται απλώς «κύριοι», δηλαδή πληθυντικός, σε σχέση με το κ., που διαβάζεται «κύριος» ή «κυρία». Όνειδος δε αποτελεί η εμμονή αρχιερέων, που δεν ξεκολλάνε από το κ.κ. Θεόδουλος! Δηλαδή, ο Θεός είναι μία φορά Κύριος –«Κύριε, ελέησον» προσευχόμαστε– αλλά ο κάθε επί γης εκπρόσωπός Του… κύριος κύριος!). Έγινε ένα σκηνικό χθες στη δουλειά… (Σκηνή έγινε προφανώς. Το σκηνικό ή τα σκηνικά στο θέατρο δε… διαδραματίζονται). Έχει παραπέμψει το θέμα ο Δήμος στις καλένδες (στις ελληνικές καλένδες, δηλαδή για ποτέ· διότι ρωμαϊκές υπήρχαν, οπότε χρωστάμε έναν επιθετικό προσδιορισμό μπροστά). Προσκυνήσαμε το απόγευμα, πριν αρχίσει η λειτουργία (ο εσπερινός βεβαίως· «λειτουργία» είναι μόνο η Θεία Ευχαριστία, πάντοτε πρωί. Πολλοί, μάλιστα, αποκαλούν «λειτουργία» και την εξόδιο ακολουθία και τον γάμο κ.λπ.). Με τον φόβο μεγαλύτερου σεισμού οι κάτοικοι της Πάτρας διανυκτέρευσαν στην ύπαιθρο (στο ύπαιθρο, δηλαδή σε υπαίθριους χώρους, π.χ. μια πλατεία, στο λιμάνι κ.τ.ό. Θηλυκό είναι η ύπαιθρος χώρα, δηλαδή οι εκτάσεις πέραν των αστικών κέντρων). Λέμε επίπονος (= κουραστικός) εννοώντας επώδυνος. Διευρωπαϊκή ή διαβαλκανική συνάντηση (όπως διασχολική, διεθνής κ.λπ., δηλαδή… ανάμεσα στις Ευρώπες ή στα Βαλκάνια; Ορθότερα: πανευρωπαϊκή, παμβαλκανική). Πανελλήνιες εξετάσεις (σωστό: πανελλαδικοί διαγωνισμοί, διότι ούτε πανελλήνιες είναι, αφού αφορούν τους απόφοιτους Λυκείου της Ελλάδας, ενώ οι Έλληνες του εξωτερικού δίνουν ξεχωριστές· αλλά ούτε εξετάσεις είναι, αφού πρόκειται για κλασικούς διαγωνισμούς· στις εξετάσεις, όπως π.χ. τις προαγωγικές από τάξη σε τάξη, αλλά και σε ιατρικές ή για δίπλωμα οδήγησης, μπορεί να πετύχουν όλοι, μπορεί και να κοπούν όλοι!). Τη Δευτέρα λέμε «καλή εβδομάδα», ενώ φυσικά η Κυριακή είναι η πρώτη μέρα (του Κυρίου, όπως η Domenica στα ιταλικά), η Δευτέρα είναι η… δεύτερη. Στις μεγαλουπόλεις (αντί μεγαλοπόλεις, δηλαδή μεγάλες πόλεις· αλλά γιατί όχι μεγαλουγιατροί, μεγαλουμέτοχοι, μεγαλουκοπέλες, Μεγαλούχαρη; Το ου προέρχεται από τη γενική: Η πόλη του Πέτρου > Πετρούπολη, του ηλίου ή του Ηλιού > Ηλιούπολη, του Πανεπιστημίου > Πανεπιστημιούπολη κ.ο.κ. Ο δε Κόπολα δίδαξε με την πρόσφατη υπερπαραγωγή του Megalopolis! Για τη Νέα Υόρκη πρόκειται, βεβαίως, βεβαίως και όχι για τη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας…). Αποκορύφωμα προχειρότητας (εννοώ ασχετοσύνης!) ακόμη και από φιλολόγους, λογοτέχνες, εκδότες και άλλους ειδήμονες ο διαχωρισμός της Ποίησης από τη Λογοτεχνία! Λένε και γράφουν: Ο Διαγωνισμός αφορά την Ποίηση, τη Λογοτεχνία, το Σκίτσο κ.λπ. Φυσικά, εννοούν την Πεζογραφία, αφού η Λογοτεχνία συναποτελείται από την Ποίηση, την Πεζογραφία και το Θέατρο.

ΣΤΟΝ ΤΟΝΙΣΜΟ: Η εταιρία μου κοινοποίησε (μού: σε μένα, όχι η δική μου) ή ο οδηγός τους ενημέρωσε… (τούς: Μάλιστα, το word διαγράφει τους τόνους αυτούς σαν… λάθη και πρέπει να επανέλθεις και να ξαναγράψεις τη λέξη πατώντας πάλι τον τόνο, για να τον κρατήσει!). Οι τελευταίες εξελίξεις, μας ανησυχούν όλους (Δεν μπορούμε να κόψουμε το υποκείμενο από το ρήμα, για να διαβαστεί «μας ανησυχούν» και όχι «οι εξελίξεις μας»· γι’ αυτό η εν λόγω εξαίρεση του κανόνα ζητάει τόνο στο μονοσύλλαβο «μας»). Οι πρόσφατες εξαγγελίες σας σάς καθιστούν υπεύθυνους για ό,τι συμβεί (Δε χρειάζεται εδώ τόνος στη 2η όμοια λέξη· η πρώτη θα διαβαστεί ως κτητική αντωνυμία και η δεύτερη ως προσωπική). Ποιόν ρώτησες; (ποιον, αλλά «το ποιόν του καθενός» με τόνο, γιατί είναι δισύλλαβη). Τί (τι· «Μα αφού ρωτάει», λένε κάποιοι. Φυσικά ρωτάει, αλλά μόνο το πού και το πώς, όταν ρωτάνε, τονίζονται κατ’ εξαίρεση, γιατί θα μπερδεύονταν με τα άλλα όμοιά τους· όμως ένα τι υπάρχει και πάντα ρωτάει. Οτι (ότι). Απο (από). Γειά σου (γεια), όχι όμως δια (διά: δεν είναι μονοσύλλαβο σαν το «για», αλλά δι-ά, π.χ. άλλο δι-ά-κο-νος και άλλο διά-κος ή δι-ά-βο-λος και διά-ο-λε). Μάϊος (Μάιος). Μαίου (Μαΐου). Πάει στην Ε’ Δημοτικού (Ε΄· τόνο βάζουμε, όχι απόστροφο). Η συλλογή άνηκε σε συγγενικό του πρόσωπο (παρατονισμός: ανήκε, ανήκαν). Ρώτησα τον χειρούργο μου (χειρουργός· η κατάληξη -ούργος απηχεί κακή ιδιότητα, π.χ. πανούργος, ραδιούργος, κακούργος κ.λπ.

Ομολογώ, ωστόσο, ότι έχω παραιτηθεί οριστικά από τα διλήμματα αβγό ή αυγό, ορθοπεδικός ή ορθοπαιδικός και ορισμένα άλλα… Πάντως, επ’ ουδενί θα συστήσω –σαν το βαρυσήμαντο εκείνο Λεξικό– να γράφουμε μεν «αντεπεξέρχομαι», αλλά να λέμε… «ανταπεξέρχομαι». Ούτε, ακόμη περισσότερο, να γράφουμε «απαθανατίζω» και να λέμε… «αποθανατίζω»! Δηλαδή, έχω θανατώσει κάποιον και τον… από-τελειώνω!

Κύλιση στην κορυφή