Ζωγραφική: Γιάννης Ευθυμίου

Διονύσιος Σκλήρης

Happy End!

Βασίλης Αδραχτάς, Δημήτρης Αρκάδας, Δημήτρης Μπεκριδάκης, Δημήτρης Ουλής, Happy End! Στη δίνη της καταστροφής, Αρμός, Αθήνα 2026.

Το θεολογικό δοκίμιο των Τεσσάρων, θυμίζοντας το αντίστοιχο Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, Άγγελου Τερζάκη, Στράτη Μυριβήλη, Ηλία Βενέζη και Μ. Καραγάτση, αποτελεί ένα εγχείρημα η θεολογία να είναι συλλογική, διαλογική και να επιτρέπει εντός της εντάσεις, χωρίς κάποια ανακουφιστική συνέπεια ή ομοιομορφία. Επιχειρείται μια θεολογία επικίνδυνη, όχι για «καλά παιδιά», κατά μία έννοια που χρήζει διερεύνησης, ίσως μια θεολογία «βίαιη»· σίγουρα όχι μια θεολογία συσχηματισμού με τον κόσμο και την εξουσία ή μια θεολογία που καταπραΰνει τις ενοχές μας για αυτόν τον συσχηματισμό. Πρόκειται, επίσης, για τη φωνή μιας συγκεκριμένης γενιάς, μέσω μιας παρέας που άρχισε να διαμορφώνεται στα έδρανα της Θεολογικής του ΕΚΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ωρίμασε στη δεκαετία του 1990 μέσα από την ενασχόληση με τη θρησκειολογία. Στη δεκαετία του 2000 αποτέλεσαν μια εναλλακτική προς τον κυρίαρχο λόγο επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ενώ από την κρίση του 2008 ακολούθησαν περισσότερο ατομικές διαδρομές. Το ώριμο ξανασμίξιμο στον απόηχο πολλαπλών καταλυτικών κρίσεων που διαρκούν, κρίσεων οικονομικών, βιοπολιτικών, πολεμικών, οδήγησε σε μια συνεργατική θεολογία με επίκεντρο την εσχατολογία. Η εσχατολογία δεν εννοείται ως απόδραση ή ως «πάρκινγκ» φαντασιώσεων, αλλά ως έμφαση στην ιστορικότητα, την κοινωνικοπολιτική δικαιοσύνη, την ανοικτότητα και δημιουργικότητα, την ανάδειξη των υπαρξιακών εντάσεων της χριστιανικής ζωής.

Η διαλογική δομή στο δοκίμιο των Τεσσάρων

Έχουμε, εντέλει, μια νέα αποκαλυπτική ανάγνωση της εσχατολογίας, η οποία αφορμάται από την καταστροφική συνθήκη της εποχής μας και είναι ιδιαιτέρως επίκαιρη το έτος 2026, που άρχισε με έναν συγκλονιστικό πόλεμο. Η διαλογική δομή του βιβλίου έγκειται στο ότι ο καθένας από τους συγγραφείς γράφει έναν λόγο, τον οποίο ακολουθούν κάθε φορά τρεις κριτικές προσεγγίσεις των άλλων τριών συγγραφέων και αμέσως μετά μια απολογία του αρχικού συγγραφέα, όπου αναδιατυπώνει τη θεώρησή του υπό το πρίσμα της κριτικής που του έχει γίνει. Η διαλογική αυτή μεθοδολογία πυροδοτεί μία διαλεκτική, όπου τα νοήματα ανελίσσονται μέσα από αντιθέσεις, προκειμένου να διατυπωθούν με πιο συνθετικό τρόπο στο τέλος. Τα τέσσερα θέματα που αναπτύσσουν αντιστοίχως ο Δημήτρης Αρκάδας, ο Δημήτρης Ουλής, ο Δημήτρης Μπεκριδάκης και ο Βασίλης Αδραχτάς είναι η βιβλική αφηγηματικότητα του πολέμου και της βίας, η ανθρωπολογία της οικονομικής συμπεριφοράς στον καζινοκαπιταλισμό, η ιεροφανειακή κριτική της τεχνοεπιστήμης και η αποδομητική κατάργηση της ίδιας της θεολογίας.

Σε τι διαφέρει η ανάσταση από την αθανασία;

H «θεολογία της καταστροφής» που επαγγέλλεται το βιβλίο είναι στην πραγματικότητα ένα σχόλιο στο «θανάτῳ θάνατον πατήσας»· με άλλα λόγια πρόκειται κατά βάθος για μια θεολογία της ανάστασης. Το υπαρξιακό ερώτημα είναι σε τι διαφέρει η ανάσταση από άλλες μορφές αθανασίας, λ.χ. την αθανασία της ψυχής των πλατωνικών, τη μετενσάρκωση ή, στο μέλλον, την ψηφιακή αθανασία μέσω μεταφόρτωσης συνειδησιακών δεδομένων. Το βιβλίο εγκύπτει στο πώς η ανάσταση διαφέρει από την απλή αθανασία, που υπάρχει και σε άλλες θρησκείες όπως και στα τεχνικά οράματα σήμερα, καθώς προέρχεται μέσα από την καταβύθιση στα αποτελέσματα του ιστορικού κακού. Θεολογία της καταστροφής σημαίνει, λοιπόν, να βλέπει κανείς το τέλος της καταστροφής μέσα στην υπερεκπλήρωσή της, τη στιγμή ακριβώς της εσχάτης οδύνης και ματαίωσης των νοημάτων μέσα στη δίνη της. Σηματοδοτεί μια αποδόμηση των βεβαιοτήτων της παραδοσιακής μεταφυσικής και μια θανάτωση κάθε ειδωλολατρικού νοήματος του Θεού μέσα στην κένωση της Ενσάρκωσης και του Σταυρού.

Αναζητώντας νέο δρόμο μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού

Πρόκειται για μια γενιά θεολόγων που είναι κριτική προς την προσωποκεντρική θεολογία της προηγούμενης γενιάς του 1960, αλλά επίσης δεν επιθυμεί συμπόρευση με μια πολιτικά ορθή φιλελεύθερη θεολογία, καθώς επιδιώκει μία περισσότερο συγκρουσιακή στάση ως προς κυρίαρχους πολιτικούς λόγους, τόσο νεοφιλελεύθερους όσο και φονταμενταλιστικούς-συντηρητικούς. Η διαφορά του εγχειρήματος των τεσσάρων από τη φιλελεύθερη θεολογία, παρά αρκετές κοινές ανησυχίες για τη σημασία της πολιτικής ιστορικότητας, είναι ότι η φιλελεύθερη θεολογία συνηθίζει να απαξιώνει τον αποκαλυπτισμό, συνδέοντάς τον με τον φανατισμό και την παράνοια, ενώ στο βιβλίο των τεσσάρων η αποκαλυπτική σκέψη θεωρείται ως συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής εμπειρίας και μαρτυρίας. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο παίρνει αποστάσεις από κάθε χιλιαστική εσχατολογία αποθέωσης της καταστροφής ως αυτοσκοπού και καταγγέλλει τη νεκροεσχατολογία και τη θρησκειοπολιτική.

Θρησκειολογία της υποψίας και θεολογία του ζωηφόρου μηδενισμού

Οι τέσσερις βρίσκονται έτσι σε μια εναλλακτική τροχιά τόσο ως προς τον κοινοτισμό του ελληνικού τρόπου, όσο και ως προς θεολογίες που συναινούν στις αξίες της δυτικής νεωτερικότητας. Διαφοροποιούνται, δηλαδή, από τις βασικές στάσεις των προηγούμενων γενιών, που θα μπορούσαμε κάπως σχηματικά να ονομάσουμε «γενιά του 1960» (κοινοτισμός) και «γενιά του 1990» (φιλελευθερισμός). Ο δρόμος που ακολουθείται είναι μάλλον διπλός: Αφενός μια διεξοδική θρησκειολογική ανάλυση των θρησκευτικών προϋποθέσεων των δυστοπιών της εποχής μας, δυστοπιών τεχνολογικών, ψηφιακών, οικονομικών, ανθρωπολογικών και άλλων. Αφετέρου μια θεολογική προσπάθεια να ανατείλει η ανάσταση μέσα από την καταστροφή του θανάτου, να υπερπερισσεύσει η χάρη εκεί όπου έχει πλεονάσει η δυστοπία, για να παραφράσουμε τον απόστολο Παύλο. Ενίοτε η διάκριση μεταξύ της θρησκειολογίας και της θεολογίας δεν είναι αρκούντως έκδηλη· όμως χάρη στη διαλογική δομή του βιβλίου, οι τελικές τοποθετήσεις των συγγραφέων είναι κατά πολύ διαυγέστερες. Η θρησκειολογική ματιά συχνά, κατά την έκφραση του Δημήτρη Μπεκριδάκη, καταδεικνύει την εκκοσμίκευση ως μια μετανάστευση των ιεροφανειακών κέντρων από το εκκλησιαστικό προς το κοσμικό. Η θεολογία, αντιθέτως, συντονίζεται με την καταστροφή της νεωτερικότητας στην εποχή μας, επ’ ελπίδι αναστάσεως. Το τελευταίο είναι ιδιαιτέρως επίκαιρο στην εποχή του τραμπισμού και των σαρωτικών πολλαπλών πολεμικών μετώπων σε Ουκρανία και Δυτική Ασία, σε Αφρική και Λατινική Αμερική. Το πρόταγμα ονομάζεται ενίοτε «θεολογικός μηδενισμός», με την έννοια του μηδενισμού του «κράτους του θανάτου», δηλαδή του τεχνοσυστήματος που μας κρατά θεσμικώς και δομικώς αιχμαλώτους στην αναπαραγωγή του θανάτου. Υπό αυτήν την έννοια αποκαλείται και «σταυραναστάσιμος μηδενισμός», καθώς η καταστροφή γίνεται προσδοκία ανάστασης.

Σε τι διαφέρει η βία του Θεού από τη βία του κόσμου;

Στον πρώτο λόγο του Δημήτρη Αρκάδα, αναπτύσσεται το βίαιο πρόσωπο του Θεού στη Βίβλο ως καταστροφέα, κριτή, μαχητή, ένοπλου, μάστιγος και εξουσίας. Μια θεολογία του «ιερού τρόμου» αποκαλύπτει έναν Θεό, ο οποίος «μετανοεί» για τη δημιουργία του ανθρώπου κατά τον κατακλυσμό (Γένεσις 6,7), με αποτέλεσμα ο λαός του να είναι ένα «λείμμα». Εντέλει, όμως, στην Καινή Διαθήκη, ο λαός προκύπτει όχι από τους επιβιώσαντες της κριτικής βίας του Θεού, αλλά από τους μάρτυρες της βίας του κόσμου. Τα αναιρεθέντα νήπια από τον Ηρώδη είναι, κατά τον Αδραχτά, ο πρώιμος λαός του Μεσσία, οι πρωτομάρτυρες και πρωτοάγιοι της Εκκλησίας. Ο Χριστός κάνει χρήση βίας με το φραγγέλιον, όχι όμως εναντίον προσώπων, αλλά μόνο εναντίον εδρών των οικονομικών εξουσιών (τράπεζες και καθέδρες), σύμφωνα με έναν σαφή πολιτικό σχεδιασμό. Μετά τη Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Χριστού, το επιφοιτήσαν Άγιο Πνεύμα έρχεται ως ένας ιερός τρόμος εναντίον κάθε ιδιοποιήσεως και αποστάσεως από την αρχέγονη χριστιανική κοινοκτημοσύνη.

Στη συζήτηση που ακολουθεί τίθεται το ερώτημα τι σημαίνει ο θείος ενυποστασιασμός της βίας. Μάλλον θα λέγαμε ότι με τη Σταύρωση του Χριστού υπάρχει μια αυτοπαράδοση στη βία του κόσμου, η οποία στη συνέχεια εσωτερικεύεται από τα ανθρώπινα υποκείμενα ως μια βία της μετάνοιας στην οποία καλούνται. Η καινοδιαθηκική ερμηνεία της προηγούμενης Βίβλου είναι η βία ως βία της μη βίας, ως βία της αγάπης ή βία της επιείκειας. Η στάση αυτή των ριζοσπαστικών ειρηνοποιών παραμένει βία με την έννοια ότι δεν έχουμε μια αδιαφορία, αταραξία και απάθεια, όπως στους αρχαίους φιλοσόφους, μια αδιάφορη και αυτονόητη αθανασία πλατωνική ή τεχνοψηφιακή, αλλά μια κλήση σε αλλαγή ζωής, σε εκκοπή του ιδίου θελήματος, σε πάταξη της φιλαυτίας. Δεν πρόκειται για μια ατομική ηθική, αλλά για μια σύμπηξη λαού των θυμάτων της Ιστορίας με μια συνοδό προσπάθεια αφήγησης αυτής της Ιστορίας από την πλευρά όσων έχουν υποστεί τη βία, σύμφωνα με ό,τι ο Έντουαρντ Σ

αΐντ έχει ονομάσει «χαναανιτική οπτική» της Βίβλου. Η βία της αγάπης είναι η τομή που χωρίζει τον λαό των εκουσίων θυμάτων από το κοσμικό σύστημα του κράτους του θανάτου.

Η αγάπη είναι βία ή ειρήνη;

Στη δευτερολογία του, ο Αρκάδας μιλά για την καταστροφή ως ερωτικό σπαραγμό του Χριστού. Στον κατακλυσμό ο Θεός μετανοεί, επειδή δεν μετανοούν οι άνθρωποι, ώστε το κατακλυσμιαίο ύδωρ ερμηνεύεται ως προτύπωση του βαπτίσματος, το οποίο μηδενίζει τις αμαρτίες μέσα από μια αγιοπνευματική εμπύρωση. Η καταστροφή είναι έκρηξη αγαπητικής χάριτος και ξεχείλισμα θείας ευλογίας. Ο Θεός ούτε τιμωρεί τους θύτες, ούτε προστατεύει τα θύματα, αλλά εν Χριστώ συν-θυσιάζεται μαζί τους. Μέσα από αυτή τη βία που δείχνουν οι θρόμβοι του Χριστού οι καταβαίνοντες επί την γην, μπορούμε να προσεγγίσουμε τον Θεό ως την απόλυτη μη βία, που είναι η πνοή αύρας λεπτής. Η αγάπη εμφανίζεται ως μια υπαρξιακή εσωτερίκευση της βίας που στρέφεται προς τη φιλαυτία και προς τους μέσα δαίμονές μας, αλλά, ταυτοχρόνως, και προς τη δομική προβολή του ψυχικού μας μικρόκοσμου σε δυναστευτικά συστήματα εξουσίας. Προτού ο Θεός μας αποκαλυφθεί ως ειρηναία και ευαίσθητη πνοή αύρας λεπτής, χρειάζεται να νιώσουμε τον άνεμο, τον σεισμό και το πυρ.

Οι θρησκευτικές προϋποθέσεις του καζινοκαπιταλισμού

Στον δεύτερο λόγο, ο Δημήτρης Ουλής φιλοτεχνεί το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος αποκαλείται homo economicus στο πλαίσιο του τρέχοντος καζινοκαπιταλισμού. To νεωτερικό αίτημα της «Bildung», που σημαίνει δόμηση και ρίζωμα του εαυτού στο έδαφος των κορυφαίων συμβολικών, αξιακών και πολιτισμικών κεκτημένων της νεωτερικότητας αντιπαρατίθεται στο μετανεωτερικό «bricolage», την οποία ο Ουλής εκδέχεται ως «μικρομαστορική» του εαυτού μέσα από την επιζήτηση της «smartness», το «life-coaching» και τη «θετική σκέψη». Εντρυφούμε σήμερα σε «καζινοσυναισθήματα», που μεταφέρουν το ρίσκο, την μπλόφα, το στοίχημα, την παραπλάνηση και την καταστροφή στην αισθηματική ζωή σύμφωνα με το ήθος που διαμορφώνει ο καζινοκαπιταλισμός. Η θρησκειολογική ματιά του Ουλή διαγιγνώσκει θρησκευτικές προϋποθέσεις του καζινοκαπιταλισμού: Black Friday, γιορτή της Μητέρας, Halloween, Άγιος Βαλεντίνος και Πρωτοχρονιά έχουν αντικαταστήσει το χριστιανικό εορτολόγιο. Οι data brokers, δηλαδή οι εταιρείες μεσιτείας δεδομένων είναι οι σύγχρονοι εξομολόγοι, η «Πηγή του Πλούτου», ένα σιντριβάνι θετικής ενέργειας, έχει καταστεί ιερό προσκύνημα. Το «grow or die» και η καταναλωτική ευτυχία αποτελούν τα δόγματα της καζινοκαπιταλιστικής θρησκείας.

Μέσα από την έντονη κοινωνιολογική και θρησκειολογική ανάλυση, το θεολογικό ζητούμενο είναι αν μπορεί να υπάρξει μια ετερότητα, η οποία να μην εντάσσεται στο πλαίσιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Ο Ουλής αναζητεί ξανά την αυθεντική ετερότητα, την ουτοπία, τη χειραφέτηση, τη μεγάλη διάρκεια και το πολιτισμικό κεφάλαιο, οραματιζόμενος μια Νέα Ιερουσαλήμ, μια Ουράνια Πόλη κατά την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Στον κριτικό διάλογο ο Δημήτρης Αρκάδας συγκεκριμενοποιεί το όραμα της Ουρανίας Πόλεως ως μοντέλα κοινωνικής οικονομίας, δίκτυα συνεργατικής αλληλεγγύης, λαϊκές συνελεύσεις, κινήματα αμφισβήτησης, καθώς η Βασιλεία του Θεού εγκαινιάζει την αλήθεια ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.

Ανθρωπογένεση των μηχανών και μηχανογένεση των ανθρώπων

Στον τρίτο λόγο, ο Δημήτρης Μπεκριδάκης με τη σειρά του αναλύει θρησκειολογικώς τις θρησκευτικές προϋποθέσεις του σύγχρονου τεχνολογικού πνεύματος, που ονομάζει «τεχνοθεϊσμό» και «τεχνοφευδαλισμό». Ο βιοφιλελευθερισμός σηματοδοτεί μία υπαγωγή της ίδιας της βιολογίας σε κανόνες καπιταλιστικού ανταγωνισμού κατά έναν κοινωνικό δαρβινισμό, με τον άνθρωπο εντέλει να γίνεται κατ’ εικόνα της μηχανής και της τεχνητής νοημοσύνης. O άνθρωπος καθίσταται ένας απλός διευκολυντής (facilitator) των διαδικασιών παραγωγής του τεχνικού έργου. Κατά μια σύγχρονη αντίδοση ιδιωμάτων, η ανθρωπογένεση των ευφυών μηχανών συνυφαίνεται με τον μηχανομορφισμό των ανθρώπων. Ο Μπεκριδάκης αντιτάσσει στη δυστοπία αυτή την ανάσταση του Χριστού ως το κατεξοχήν συμβάν, το οποίο αποδομεί τα συστήματα του θανάτου και μάλιστα ως την αναποδόμητη μεθοδολογική αρχή της αποδόμησης. Κατά μία φιλοσοφική ερμηνεία, το θανάτῳ θάνατον πατήσας της Ανάστασης σημαίνει έναν μηδενισμό του μηδενός, μία αποδόμηση κάθε εξουσιαστικού τεχνοσυστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του μεταφυσικού δοσιλογισμού της εκκλησιαστικής διπλωματίας, ο οποίος υποβαστάζει πνευματικά τη θανατοπολιτική εξουσία των κυρίαρχων.

Η Ανάσταση ως Συμβάν και ως αποδόμηση

Στον κριτικό διάλογο, ο Δημήτρης Αρκάδας συνδέει την Ανάσταση ως αποδόμηση των συστημάτων εξουσίας με την κοινότητα που εορτάζει την Ανάσταση. Ο Μπεκριδάκης προτιμά να θεωρεί την παρουσία του Αναστάντος Χριστού ως εν ταυτώ απουσία και αφάνεια, όπως δείχνει το μυστήριο της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, που ακολουθούν τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Ακριβώς η Ανάσταση διά της Σταυρώσεως και η Πεντηκοστή διά της Αναλήψεως, δηλαδή το μυστήριο της Παρουσίας διά της Απουσίας, είναι το ακριβώς αντίθετο της ψηφιακής αθανασίας που υπόσχονται οι κυβερνομετενσαρκώσεις και τα death-bots, όπου έχουμε μία αψήφηση του θανάτου διά της προέκτασης εσαεί των συνειδησιακών περιεχομένων ενός προσώπου. Αντιθέτως, η Ανάσταση «οικοδομεί γκρεμίζοντας», συγκροτεί την κοινότητα των αγαπωμένων, σταυρώνοντας τη φιλαυτία. Με αυτήν την έννοια ένας θεολογικός μηδενισμός, δηλαδή ένας μηδενισμός των εξουσιαστικών τεχνοσυστημάτων, μπορεί να βρει από μια χριστιανική σκοπιά την κριτική θεωρία της ύστερης νεωτερικότητας, ως μια άσκηση συμβολικής βίας σε κάθε βίαιη φαντασίωση κυριαρχίας, μαζί με την προσευχή ως πνευματικώς βίαιη μετάνοια, αυτομεμψία και ταπείνωση. Μαζί του μια μηδενιστική πολιτική θεολογία μπορεί να εκμηδενίσει τις αξιώσεις ισχύος του μαφιόζικου κράτους, του δολοφονικού μαμωνά, κάθε νεκροφόρας ιδεολογίας και του αποθεωμένου ναρκισσισμού. O μηδενισμός του μηδενός διά της Αναστάσεως γίνεται ο ορίζοντας μιας αυθεντικής αναδύσεως του είναι. Η Ανάσταση ως το αντίθετο της αθανασίας είναι στη σκέψη του Μπεκριδάκη ένα υπερβατολογικό θεμέλιο της ρήξης με τις αρχές και τις εξουσίες του κακού και του θανάτου. Ένας σταυραναστάσιμος μηδενισμός έρχεται να συναντήσει τη φιλοκαλική μεταστοιχείωση και μεταποίηση των παθών σε μέγα πάθος για τον Χριστό και την καινή κτίση.

Η θεολογία ως θεμελιώδης ανθρωπολογία

Στον τέταρτο και τελευταίο λόγο ο Βασίλης Αδραχτάς αφορμάται από την ιστορική παρατήρηση ότι στη βυζαντινή περίοδο των Πατέρων η Χριστολογία είναι η μόνη ανθρωπολογία. Δεν υπάρχει ανθρωπολογία ως οντολογία, αλλά ως σκέψη, δεν υπάρχει ως θεωρία, αλλά ως πράξη. Στη μετανεωτερική εποχή, ο Αδραχτάς μιλά για μια «θεολογία της καταστροφής», η οποία αναδεικνύεται ως κατεξοχήν ανθρωπολογία. Πρόκειται για μια αποκάλυψη ότι ο Θεός δεν έχει ολοκληρώσει εισέτι μια ολοκληρωμένη οντολογία του ανθρώπου και γι’ αυτό είμαστε καθ’ οδόν προς την εσχατολογική επιτέλεση της ανθρωπότητας. Ο Δημήτρης Μπεκριδάκης διερωτάται στις κριτικές παρατηρήσεις μήπως αυτό σημάνει έναν χριστολογικό εξελικτικισμό που μπορεί να μας οδηγήσει σε μια New Age αποκρυφιστική «Christ consciousness», ενώ ο Δημήτρης Ουλής κάνει λόγο για χειρονομία καζαντζακικής εμπνεύσεως. Το πρόβλημα είναι μήπως η ανθρωπολογία κενώνει έτσι εντός της την Τριαδολογία, τη Χριστολογία, την Πνευματολογία και την Εκκλησιολογία. Ο Βασίλης Αδραχτάς απαντά ότι δεν περιμένει τον Χριστό στο Τέλος, όπως οι εξελικτικιστές, καθώς ο Teilhard de Chardin, αλλά το Τέλος στον Χριστό. Η εσχατολογία είναι παρούσα μέσα στην περιπέτεια της ιστορικότητας με τρόπο που ακονίζει την ευθύνη μας για το πώς επιτελούμε συλλογικώς το τι είναι ο άνθρωπος.

Κύλιση στην κορυφή