Ζωγραφική: Γιάννης Αδαμάκης

Νικόλας Σεβαστάκης

Η «ανθρωπιστική παιδεία» και τα διλήμματά της

Στη μνήμη του Γιώργου Μερτίκα

Ι.

 Η ανθρωπιστική παιδεία απειλείται∙ η φράση είναι σε χρήση πολλά χρόνια τώρα στις περισσότερες χώρες της Δύσης και στο θέμα αφιερώνονται ντοσιέ, άρθρα, ειδικές ή γενικού τύπου μελέτες. Όπως μάλιστα διατείνονται, όχι δίχως μια δόση χιούμορ, κάποιοι μελετητές, μένει κανείς με την εντύπωση ότι η κρίση των ανθρωπιστικών επιστημών είναι διαχρονική αφού, από την αρχή συγκρότησης του λεγόμενου ‘χουμπολτιανού’ πανεπιστημίου στη Γερμανία, οι χώροι των ανθρωπιστικών επιστημών θεωρούσαν τον εαυτό τους αουτσάιντερ της καπιταλιστικής και τεχνολογικής κοινωνίας[1]. Έτσι και στις περισσότερες αναδιφήσεις περί του θέματος, παρουσιάζεται ο ισχυρισμός ότι η εποχή μας, σαγηνευμένη σφόδρα με την ποσοτικοποίηση και τις επαναστάσεις στην εφαρμοσμένη έρευνα, δεν αποδίδει τη δέουσα σημασία στην ανθρωπιστική παιδεία. Ακόμα και όταν διατηρούνται δομές και αξιοσέβαστοι θεσμοί αφιερωμένοι στα οικεία γνωστικά αντικείμενα, οι κοινωνίες μας δεν τα αξιολογούν ως ζωτικής σημασίας για τη ζωή και το μέλλον της ανθρωπότητας. Ορισμένες περιοχές γνώσης είναι απλώς τυπικά αναγνωρισμένοι βραχίονες των εκπαιδευτικών υποσυστημάτων, διαθέτοντας μια δική τους πολιτισμική παραγωγή με εκδόσεις, συνέδρια και όλες τις άλλες θεσμοποιημένες δραστηριότητές τους. Είναι εδραία πεποίθηση όμως ότι όλο το πλέγμα των ‘humanities’ αποτελεί τον φτωχό συγγενή ενός πολιτισμού προσανατολισμένου κατά βάση σε οικονομικούς στόχους, συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες και επενδύσεις με στόχο δημοφιλή πολιτισμικά αγαθά[2]. Με όρους πολιτικής οικονομίας, οι εμπορεύσιμες αξίες των «προϊόντων» που παράγουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι μικρότερης σημασίας από τις αντίστοιχες των άλλων επιστημονικών περιοχών.

Απέναντι στην ηγεμονία ενός χρησιμοθηρικού συστήματος σκοπών, κάποιοι συνηθίζουν να αντιδιαστέλουν την ‘χρησιμότητα του άχρηστου[3]’. Άνθρωποι που έχουν εμπειρία στη διδασκαλία και στην έρευνα στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών, δοκιμάζουν κατά καιρούς να απαντήσουν στην πρόκληση. Από παλαιότερες εποχές ήδη έχει υπάρξει μια αμυντική λογιοσύνη όπου βρίσκει κανείς εγκώμια της φιλοσοφίας, συνηγορίες της λογοτεχνικής γνώσης ή της ιστορικής έρευνας. Με την γνωστή καντιανή γλώσσα, υποβάλλεται η ιδέα ενός χώρου ανιδιοτέλειας που πρέπει να διασωθεί αντισταθμίζοντας ή μετριάζοντας την εργαλειακή λογική και τα αποτελέσματά της. Σημαντικές προσωπικότητες όπως του κριτικού George Steiner ενσάρκωσαν μια, à contre courant, διαπάλη της κουλτούρας με δυνάμεις της παλιάς ή σύγχρονης «βαρβαρότητας», οι οποίες απειλούσαν –και τώρα πια με άλλο τρόπο– τις ανθρωπιστικές σπουδές. Στη γαλλική σκηνή, ο διαρκής συναγερμός ενός Alain Finkelkraut ή, στα καθ’ ημάς, η επιφυλλιδογραφία του Τάκη Θεοδωρόπουλου ακολουθούν το ίδιο νήμα μιας υπεράσπισης των γραμματολογικών αξιών απέναντι στον ‘μηδενισμό’ που πολλοί από τους κριτικούς αυτούς τον διακρίνουν και μέσα στις κοινωνικές επιστήμες[4].

Με μια τελείως διαφορετική οπτική, έχουν αναδυθεί, παρ’ όλα αυτά, ερευνητικές και θεωρητικές απόπειρες να απαντηθεί διαφορετικά η πρόκληση του υποβιβασμού, ενσωματώνοντας, λόγου χάρη, ψηφιακά κεκτημένα. Απορρίπτεται έτσι η λόγια πολιτισμική απαισιοδοξία και προκρίνεται μια πρακτική οικειοποίησης των ποικίλων μετασχηματισμών σε πρακτικές ανάγνωσης και αξίες. Σκοπός είναι, όπως λέγεται συχνά, ο επαναπροσδιορισμός των ανθρωπιστικών μαθήσεων αλλά και η βαθιά ανανέωση της διδακτικής τους. Η ανάπτυξη του πεδίου των Digital Humanities θέλει έτσι να ανακόψει τις τάσεις συρρίκνωσης ή περιθωριοποίησης που διαπιστώνονται από πολλούς σύγχρονους σχολιαστές. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, λειτουργεί ένα μεταπτυχιακό (με δίδακτρα) στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών για τις «Ψηφιακές Μεθόδους στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες». Υπάρχει επίσης ένα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο με τίτλο «Ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες: μέθοδοι, εργαλεία, πρακτικές»[5]. Την ίδια στιγμή σε παιδαγωγικά τμήματα ή σε χώρους λογοτεχνικών σπουδών εισάγονται μαθήματα με μια παρόμοια φιλοδοξία. Ωστόσο, η ραγδαία και αλόγιστη ανάπτυξη προγραμμάτων εξελιγμένης Τεχνητής Νοημοσύνης στον τομέα της παραγωγής κειμένου και άλλων πολιτισμικών περιεχομένων (generative AI τύπου ChatGPT) αποδιοργανώνει δυνητικά όλο το πεδίο της πολιτισμικής δημιουργίας και τα εργαλεία του.

Στη συνέχεια θα σταθώ σε κάποιες διαστάσεις που νομίζω πως εμπλέκονται σε κάθε πραγμάτευση των ανθρωπιστικών σπουδών και των κινδύνων που αντιμετωπίζουν. Υποθέτω επίσης ότι οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει το εθνικό πλαίσιο αναφοράς για το οποίο μιλά, πλαίσιο που έχει μεγάλη σημασία για τα όποια συμπεράσματα.

II.

To βασικό ερώτημα είναι αν πολλές από τις σκέψεις για την κρίση των ανθρωπιστικών σπουδών μπορεί να αφορούν την Ελλάδα όπως –με τον ίδιο τρόπο– τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία ή άλλες χώρες της Δύσης. Ας πούμε, σημαντικό μέρος των ανησυχιών που έχουν δει το φως σε αυτές τις χώρες υποδεικνύουν την πίεση από την πλευρά της «πολιτικής ορθότητας» ή, ακριβέστερα, τη μεγάλη θεσμική και ιδεολογική ώθηση που έχει αποκτήσει η λογική τής ταυτότητας (gender, race) σε μια σειρά γνωστικά αντικείμενα όπως οι λογοτεχνικές σπουδές, η φιλοσοφία, οι θεατρικές σπουδές, η πολιτισμική ανθρωπολογία κ.λπ. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο στη χώρα μας; Στη Γαλλία, επίσης, η αιχμή των συζητήσεων εμπλέκει δύο πολύ διαφορετικές μεταξύ τους θεματικές: πρώτον, την εμπέδωση πολιτικών αξιολόγησης και μέτρησης της ποιότητας και κατά δεύτερο λόγο έριδες στη δημόσια σφαίρα σχετικά με την προώθηση της ατζέντας φυλής/φύλου και απο-αποικιοποίησης. Προσφιλή ζητήματα της δημόσιας διαμάχης στη Γαλλία (όπως το καυτό ζήτημα της laicité ή της πολυπολιτισμικότητας και του κοινοτισμού) έχουν αναμιχθεί στην ευρύτερη συζήτηση για την κατεύθυνση που παίρνει η ανθρωπιστική παιδεία. Έτσι, όλο και εντονότερα σχηματοποιείται μια πόλωση ανάμεσα σε μια γραμμή εμπλουτισμού και διορθωτικών κινήσεων σε μεθόδους και παραδείγματα και σε μια ριζοσπαστική και αποδομητική στρατηγική που αναζητεί μια νέα ήπειρο των humanities έξω και πέρα από την «λευκή, ευρωπαϊκή, κανονιστική» λογική των ανθρωπιστικών σπουδών. Θέματα όπως η λευκότητα (whiteness, blanchité) και οι σχέσεις της με την ‘ισλαμοφοβία’ έχουν αποκτήσει σημαντικά μεγάλη ορατότητα όχι μόνο στις πολιτικές διαμάχες (ιδίως εντός Αριστεράς), αλλά και στις διαιρέσεις της κοινότητας των ερευνητών στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες.

Στη δική μας περίπτωση αυτή η διπλή διάσταση –η έλευση των σπουδών ταυτότητας και συγχρόνως οι μεταβολές στην οργάνωση της γνώσης με όρους μιας ‘νεοφιλελεύθερης’ λειτουργικής προσαρμογής– είναι παρούσα. Έχει αναμφισβήτητα αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες. Στις νεότερες γενιές των ερευνητών, ιδίως όσων έχουν εμπειρία σπουδών και μετα-διδακτορικής έρευνας στη Βρετανία και σε άλλες χώρες της Δύσης, είναι αρκούντως αισθητή η στροφή προς τα προγράμματα και τις γνωστικές μέριμνες αυτού που ένας συγγραφέας θα αποκαλέσει προσφάτως identity synthesis[6]. Παράλληλα, μέσα από την αξιολόγηση και τη συνεχή πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, την εισαγωγή διδάκτρων και πολλές άλλες οργανωτικές και διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνται την τελευταία δεκαετία, προωθείται και ό,τι συχνά έχει αποκληθεί «νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση» στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

Ωστόσο, το βάθος και η ένταση των διαφορετικών μεταβολών διαφέρει ουσιαστικά στη χώρα μας σε σύγκριση λ.χ. με το υπερεντατικοποιημένο βρετανικό σύστημα ή τα συστήματα άλλων χωρών. Η ανασφάλεια που σχετίζεται με μηχανισμούς συνεχούς ελέγχου και ανταπόκρισης είναι πιο περιορισμένη από όσο σε χώρες όπου έχουν εξελιχτεί πλήρως δεσμευτικές και προωθημένες μορφές εκπαιδευτικού μάνατζμεντ και η ανελέητη λογική του publish or perish[7]. Η μνημονιακή περίοδος όμως, όπως και οι έκτακτες πανδημικές συνθήκες επισώρευσαν προβλήματα υλικής επισφάλειας σε μια ολόκληρη γενιά νεότερων ερευνητών και ανθρώπων του ευρύτερου πολιτισμικού και εκπαιδευτικού πεδίου. Με μια έννοια, λοιπόν, και η αποτίμηση των προβλημάτων στην ελληνική περίπτωση οφείλει να είναι προσεκτική για να μη δίνεται η εντύπωση ότι η ανθρωπιστική παιδεία αντιμετωπίζει τους «ίδιους κινδύνους» είτε μιλάμε για την Αθήνα, είτε για το Λος Άντζελες, το Λονδίνο ή τη Ρώμη.

Υπολογίζοντας λοιπόν τις διαφορές πλαισίου δοκιμάζω να σταθώ σε τρεις μόνο διαστάσεις. Καθεμία έχει τη διακριτή της σημασία, το αυτόνομο αποτύπωμά της. Βεβαίως, συχνά ενοποιούμε τις επιμέρους διαστάσεις κάτω από τη ρητορική ομπρέλα της κρίσης ψάχνοντας απεγνωσμένα ένα βολικό σχήμα αιτίου και αιτιατού. Μιλώντας όμως για την ανθρωπιστική παιδεία στην Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψουμε αιτιώδεις αναγωγές και προβλέψιμες ακολουθίες στον χρόνο.

Πρώτη διάσταση: ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί, γενικά, την κουλτούρα των γραμμάτων και των ιδεών

Δεν μπορούμε να απομονώσουμε την ανθρωπιστική παιδεία από τις κοινωνικές και πολιτισμικές τάσεις που χαρακτηρίζουν γενικότερα την εθνική πραγματικότητα. Η έκρηξη των social media, η στασιμότητα ή μείωση του αναγνωστικού κοινού (στη λογοτεχνία αλλά και στο δοκίμιο, με την εξαίρεση των βιβλίων ιστορικής και ψυχολογικής εκλαΐκευσης), μαζί με την υποβάθμιση των πτυχίων σε σχολές-κάστρα των ανθρωπιστικών επιστημών, δημιουργούν ένα πολύ αρνητικό περιβάλλον. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αισθάνεται κανένα έλλειμμα και την παραμικρή ανάγκη να συναντηθεί με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τη φιλοσοφική γνώση. Η συντριπτική πλειονότητα αντιμετωπίζει τα «γράμματα» ως πηγή ανίας, δυσάρεστη ανάμνηση από σχολικούς καταναγκασμούς ή παλιομοδίτικη ενασχόληση που δεν μπορεί να ταιριάξει με τις σύγχρονες μορφές ζωής. Οι πολίτες επικαλούνται την έλλειψη χρόνου και τις πιέσεις της καθημερινότητας ως δομικά εμπόδια στην διάθεσή τους να εισέλθουν ξεκούραστα στους κόσμους της ‘κουλτούρας’. Και αυτές οι αντιδράσεις συνδέονται στενά με τις διακριτές κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δυνατότητες των οικογενειών[8]. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, και από χρόνια προτείνονται διάφορες θεραπείες για αυτήν την αδιαφορία, από την εισαγωγή στίχων τραπ τραγουδιών στα μαθήματα Λογοτεχνίας μέχρι την απενοχοποιημένη αντικατάσταση των «ιερών κειμένων» της λογοτεχνικής παράδοσης από πολιτισμικές πρακτικές σημερινών ανθρώπων που δεν έχουν, κατ’ ανάγκη, τα εργαλεία, τη γλώσσα και τις αξίες με τις οποίες έχουμε συνδεθεί προνομιακά.

Η ελληνική εμπειρία διαθέτει όμως και άλλες ιδιαιτερότητες που δεν ωφελεί να τις αρνούμαστε. Παρά το ότι είναι πια διανοητική μόδα να κατακρίνουμε τον εξαιρετισμό (την ιδέα περί εθνικών ιδιαιτεροτήτων), η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες φανερώνει ότι στη χώρα μας υπάρχει πολύ μεγαλύτερη αποξένωση των νεότερων από την κουλτούρα της ανάγνωσης βιβλίων και της τριβής με το κείμενο. Ένας ισχυρός λαϊκιστικός αντιδιανοουμενισμός –κάποτε και με πολιτικό μανδύα– συνυπάρχει σποραδικά με τη στάση συγκαταβατικού θαυμασμού για κάποιες εμβληματικές περσόνες του ελληνικού πολιτισμού. Η παλαιά μορφωσιολατρεία (κατά τη λέξη του Άγγελου Ελεφάντη) των μικροαστικών οικογενειών έχει αντικατασταθεί με μια γενική προσοντοθηρία που δεν έχει πια μεγάλη σχέση με την ανατίμηση του πτυχιούχου νέου στην Ελλάδα του 1960 ή του ʼ70. Σχολικές βιβλιοθήκες υπάρχουν αλλά τα βιβλία τους παραμένουν αδιάβαστα, πράγμα που αντανακλά μια γενικότερη εικόνα: οι δομές και οι δράσεις για την ανθρωπιστική παιδεία αφορούν έναν πολύ περιορισμένο κύκλο λίγων χιλιάδων ανθρώπων που, κατά τεκμήριο, προέρχονται από τις μεγαλύτερες γενιές.

Δεύτερη διάσταση: Η τάση για υπερπολιτικοποίηση των ανθρωπιστικών σπουδών

Αν κάποια υπερτιμημένα γνωστικά αντικείμενα όπως η κλασική φιλολογία έπασχαν από ανιαρό γραμματολογικό σχολαστικισμό, το πρόβλημα που εμφανίζεται τώρα σε ορισμένες σχολές κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών είναι η ανάδυση νέων στρατευμένων λόγων. Η τάση φέρνει μαζί της έναν διακηρυκτικό τόνο όπου δεσπόζει η απαίτηση για έλεγχο με φρονηματικούς-ιδεολογικούς όρους των συγγραφέων, των κειμένων και ολόκληρων πολιτισμικών ρευμάτων. Μια υπερθεωρητική κριτική στροφή προβάλλει έτσι ως στρατηγική επιλογή εξόδου από παρωχημένους λόγους και μεθόδους και προφανώς από την καθιερωμένη ιδέα μιας ουδέτερης, ανθρωπιστικής παιδείας. Μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι οι καρποί μιας ριζικά αναθεωρητικής και αποδομητικής διάθεσης θα πολλαπλασιαστούν κατά την επόμενη περίοδο, σε εκείνες ιδίως τις εκπαιδευτικές περιοχές όπου είναι ήδη εμφανής μια διάσταση αξιών και αντιλήψεων ανάμεσα σε παλαιότερες γενιές διδασκόντων και σε νεότερους επιστήμονες, οι οποίοι φέρνουν μαζί τους τα ενδιαφέροντα και τις προθέσεις των σύγχρονων σπουδών πολιτισμού. Η κριτική στις κληρονομημένες ανθρωπιστικές πειθαρχίες (για παράδειγμα, ως φορείς εθνικιστικών και ουσιοκρατικών μύθων) θα προσλάβει τη διάσταση ρήγματος, όπως ήδη συμβαίνει σε αρκετές χώρες της ευρωπαϊκής Δύσης. Η ένταση ανάμεσα στους «εξασφαλισμένους» δημογέροντες των ανθρωπιστικών σχολών και στους επισφαλείς νομάδες μιας νεότερης και πιο διεθνικής γενιάς θα εκφραστεί, σε μεγάλο βαθμό, με την αντιπαράθεση δυο μοντέλων: μιας παιδείας δίχως κεντρικό πολιτικό επίδικο και μιας παιδείας που θέλει απεριφράστως να υποδείξει σύγχρονα προτάγματα κοινωνικής χειραφέτησης και δικαιοσύνης. Το πρώτο μοντέλο ενδιαφέρεται κυρίως για τη μετάδοση γνώσεων, το αναδυόμενο μοντέλο στοχεύει στη διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής συνείδησης σε καθορισμένες κατευθύνσεις, ιδίως προς μια κριτική της κυριαρχίας. Αυτή η διχοστασία εμφανίζεται συχνά με σύγκρουση και παρεξηγήσεις ανάμεσα σε επιστήμονες που εκτιμούν ακόμα περιγραφικές και θετικιστικές κατευθύνσεις και σε εκείνους τους ερευνητές των ανθρωπιστικών σπουδών που αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως ευθέως πολιτικό και ακτιβιστικό. Καθόλου επίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί οι αντιδράσεις σε αυτές τις τάσεις να γεννήσουν κινήσεις αποτροπής και αντίδρασης, με το όραμα της επιστροφής στα ιδεώδη για τις ανθρωπιστικές επιστήμες που επικρατούσαν πριν από τις τομές τις οποίες έφερε η Μεταπολίτευση στο ακαδημαϊκό πεδίο. Η φυγή προς τα εμπρός σε μια υπερ-θεωρητική, ριζοσπαστική κατεύθυνση ενισχύει ήδη τη διάθεση αναδίπλωσης σε εξιδανικευμένα μοντέλα διδασκαλίας ή καθιερωμένες πρακτικές μετάδοσης της γνώσης. Αυτό που παρατηρείται εν γένει στη δημόσια κουλτούρα πολλών χωρών της Ευρώπης –η άνοδος μιας ‘πολιτικοποιημένης απαισιόδοξης νοσταλγίας’[9]– μπορεί να τροφοδοτήσει συντηρητικά ρεύματα και στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών, ρεύματα που συνδέονται άλλωστε με παραδοσιακούς θύλακες ιεραρχίας και κύρους.

Τρίτη διάσταση: Η αδιαφορία των πολιτικών ελίτ (με κάποιες εξαιρέσεις)

Γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη των ανθρωπιστικών σπουδών δεν υπήρξε ποτέ σοβαρό μέλημα των ελίτ διακυβέρνησης. Για διαφορετικούς λόγους μπορούμε να ανιχνεύσουμε την μια ή άλλη μορφή ενόχλησης και καχυποψίας. Αντιλήψεις με μεγάλο εκτόπισμα στις ηγετικές ελίτ και της δικής μας χώρας δεν βλέπουν με ιδιαίτερα καλό μάτι τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Ο αναπτυξιακός οικονομισμός, μια βιαστική αποθέωση της ρητορικής για την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η υπερβολική σημασία που δίνεται πια στην πιστοποίηση μετρήσιμων προσόντων είναι ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με το θέμα μας: την υποτίμηση της σημασίας που έχει η ανθρωπιστική παιδεία για τα δημοκρατικά υποκείμενα και τη συλλογική ζωή. Τα «αναπτυξιακά σχέδια» θεωρούνται ξένα προς τα θέματα, τη γλώσσα και τις μέριμνες της ανθρωπιστικής παιδείας.

Υπάρχει, φυσικά, ένας πιο νεωτερικός δημόσιος λόγος που υπόσχεται τον συνδυασμό του ‘ανθρωπισμού’ με τα επιχειρησιακά αποτελέσματα του οικονομικού και τεχνολογικού υποδείγματος. Αυτό, ωστόσο, το πρόγραμμα συμπερίληψης ανταποκρινόταν σε μια συγκυρία πριν την έλευση και εγκατάσταση της «πολυκρίσης» ως πάγιου καθεστώτος (permacrisis). Ένας λόγος τεχνοκρατικός-ανθρωπιστικός διαθέτει πάντα οπαδούς σε γνωμοδοτικά όργανα και πολλές επιτροπές ηθικής και δεοντολογίας και φυσικά σε πολλά μεταρρυθμιστικά επιτελεία.

Δεν είναι όμως μόνο μια οικονομίστικη, τεχνοκρατική λογική που κατά βάθος βλέπει την ανθρωπιστική παιδεία ως couching ανάλογο με ένα πρόγραμμα pilates ή με μια νέα ψυχοσωματική δίαιτα. Προβλήματα προκύπτουν και από δυνάμεις που προσεγγίζουν τις ανθρωπιστικές σπουδές αποκλειστικά ως όπλα βαθιάς κοινωνικής κριτικής. Η ανθρωπιστική παιδεία ως γυμναστική του νου για υπερδραστήρια επιχειρηματικά άτομα και από δίπλα η θεώρησή της ως εργαλείου για διάφορους «αντι-ηγεμονικούς» αγώνες είναι δυο εκδοχές που επιτείνουν τη σύγχυση και την κρίση προσανατολισμού. Επιταχύνουν μια ώθηση που η κάθε πτυχή της φανερώνει τις δικές της παθολογίες. Από τη μία ανοίγεται ένα μέλλον επενδυτικής ευφορίας για τον πολιτισμό μέσω των μεγάλων ιδιωτικών πολιτιστικών ιδρυμάτων. Από την άλλη και παράλληλα γίνεται πιο ακραία η στροφή προς μια νέα κουλτούρα στρατεύσεων και κανονιστικού ελέγχου. Και στις δυο εκδοχές, είτε αυτή όπου η μεγάλη οικονομική ισχύς και οι οργανωτικοί πόροι βάζουν τους κανόνες, είτε αυτή όπου νέες ιδεολογικές εγκλήσεις τείνουν να υπαγορεύσουν το νόημα του ‘ανθρωπιστικού’, υπάρχει κάτι βαθύτερα επιζήμιο για το πνεύμα ανοχής και ελευθερίας που πρέπει να διέπει τους χώρους εκπαίδευσης και την ευρύτερη σφαίρα της πνευματικής ζωής. Ο μανατζεριαλισμός και οι νέοι κώδικες ορθοπραξίας και πολιτικής ‘επιτελεστικότητας’ δημιουργούν νέα και σύνθετα προβλήματα.

Οι πιο γόνιμες τάσεις στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες δεν υπακούν στις δυο παραπάνω τάσεις. Είναι λόγοι και πρακτικές που αμφισβητούν τόσο τον φετιχισμό των μετρήσιμων αποτελεσμάτων[10] όσο και την άτακτη προσφυγή της ανθρωπιστικής παιδείας σε πολιτισμικούς πολέμους ταυτότητας και ιδεολογικές εκστρατείες. Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία και η αποφυγή του αμυντικού και θρηνητικού συντηρητισμού που παρουσιάζεται συχνά ως υπαρξιακό «καταφύγιο» κλασικών φιλελεύθερων ή μετριοπαθών αριστερών δασκάλων και διανοούμενων. Μια αυθεντική υπεράσπιση των ανθρωπιστικών σπουδών δεν μπορεί να σταθεί στο όνομα μιας χαμένης αυθεντίας ή ενός παλαιού, ωραιοποιημένου κλέους. Η αμυντική στάση δύσκολα μπορεί να καταφέρει κάτι, πόσο μάλλον γιατί έχει ταυτιστεί με ένα θεσμικό μανδαρινάτο το οποίο φοβόταν και ενδεχομένως συνεχίζει ακόμη να φοβάται για τα προνόμιά του. Το καίριο ερώτημα, αντιθέτως, είναι πώς και με ποιους όρους μπορεί να ενθαρρυνθούν νέες αναγνωστικές, διδακτικές και θεσμικές πρακτικές για την ανάπτυξη της ανθρωπιστικής παιδείας. Για μένα αυτό θα σήμαινε σήμερα φροντίδα για χώρους ετεροδοξίας απέναντι στον ηγεμονικό τεχνοκρατικό οικονομισμό αλλά και απέναντι στις νέες δογματικές/ ταυτοτικές λογικές. Αυτοί οι χώροι θα μπορούσαν να επινοήσουν στην πράξη έναν δημοκρατικό κριτικό ανθρωπισμό ικανό να ενσωματώσει τις εύλογες ευαισθησίες ταυτότητας και την ηθική προσδοκία των νεότερων για κριτική στην κυριαρχία και θέματα δικαιοσύνης. Το πλαίσιο όμως φιλοξενίας ενός τέτοιου κριτικού ανθρωπισμού περνά από την οικοδόμηση δεσμών μεταξύ διαφορετικών ομάδων και εγχειρημάτων. Μια τέτοια προοπτική απαιτεί φυσικά ισχυρή κρατική ενίσχυση (οικονομική και θεσμική) των δομών της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Δεν είναι μόνο ένα σχέδιο για αξιακή μεταρρύθμιση, αλλά προϋποθέτει και δημόσιες πολιτικές για την ενδυνάμωση των υποκειμένων της ανθρωπιστικής παιδείας έναντι των πιέσεων που τους ασκεί ο σύγχρονος ακαδημαϊκός καταμερισμός εργασίας.

Προφανώς δεν είναι ίσης βαρύτητας οι διαφορετικές προβληματικές καταστάσεις. Έχουν ως έναν βαθμό δίκιο όσοι επικαλούνται τις αναδιαρθρώσεις τομέων γνώσης και προγραμμάτων σπουδών ως κυρίαρχο ζήτημα που αμφισβητεί τη λειτουργική αυτονομία και το κύρος των ανθρωπιστικών σπουδών. Το ζητούμενο είναι έτσι να χρηματοδοτηθεί περισσότερο η έρευνα και να ενισχυθεί συγχρόνως το κοινωνικό αποτύπωμα των ανθρωπιστικών σπουδών ώστε να πάψουν να θεωρούνται δευτέρας τάξεως ή και «αντιαναπτυξιακά» κατάλοιπα μιας άλλης εποχής της γνώσης. Η συζήτηση έχει ανοίξει από καιρό και η δική μας δημόσια σφαίρα είναι πια δύσκολο να την αποφύγει ή να την κρατά διαρκώς στο περιθώριο. Αυτό, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα του συλλογικού βίου, εντός και εκτός ιδρυμάτων και θεσμών. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θα χρειαστούμε μια νέα δημόσια κουλτούρα που να αντιλαμβάνεται την εγγενή σημασία των ανθρωπιστικών επιστημών για την ποιότητα του δημοκρατικού συμβολαίου και των συγκεκριμένων διαλόγων που το ενσαρκώνουν.


[1] Paul Reitter and Chad Wellmon, Permanent Crisis: The Humanities in a Disenchanted Age, The University of Chicago Press, 2021. Peter Uwe Hohendahl, «Humboldt Revisited: Liberal education, university reform and the opposition to the neoliberal university», New German Critique, τ.113, Καλοκαίρι 2011, σ. 159-196.

[2] Για παράδειγμα, η Παγκόσμια Διάσκεψη Ανθρωπιστικών Επιστημών στη Λιέγη του Βελγίου που διοργανώθηκε σε συνεργασία με την UNESCO το 2017 είχε τίτλο «Προκλήσεις και ευθύνες για έναν πλανήτη σε μετάβαση». Στον πυρήνα του σκεπτικού της Διάσκεψης ήταν το γεγονός πως ενώ οι ανθρωπιστικές επιστήμες βρίσκονταν στο επίκεντρο τόσο του δημόσιου διαλόγου όσο και της πολιτικής αρένας μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα τελευταία χρόνια ο ρόλος τους εξασθένισε. Είναι, ως εκ τούτου, ζωτικής σημασίας να σταματήσει η περιθωριοποίησή τους, να αποκατασταθούν και να επιβληθεί η παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα καθώς και στις επιστημονικές πολιτικές. Υπάρχουν άφθονες μελέτες που επικυρώνουν και με οικονομικά και στατιστικά δεδομένα την τάση. Μια συνολική και γεμάτη καμπανάκια κινδύνου εποπτεία της συνολικής κατάστασης για τις Ηνωμένες Πολιτείες περιέχεται στο The State of the Humanities 2022. From Graduate Education to the Workforce. A report from the Humanities indicators project of American Academy of Arts and Sciences, Link.

[3] Τα βιβλία του Ιταλού μελετητή της Αναγέννησης Nuccio Ordine (Η χρησιμότητα των άχρηστων γνώσεων, μετ.: Μαρία Σπυριδοπούλου, επιμ: Σοφία Μπούμπουρα, Βέρα Τερέντζια, Άγρα, 2016 και του ιδίου Οι κλασικοί στη ζωή μας, πάλι από την Άγρα) εντάσσονται σε αυτό το ρεύμα αποκατάστασης και πνευματικής ανατίμησης των ανθρωπιστικών γραμμάτων απέναντι στον ωφελιμιστικό επιστημονισμό και τους θιασώτες του.

[4] Δεν είναι τυχαία η αντιδιαστολή των λατινικών στην κοινωνιολογία, η οποία στον δημόσιο λόγο κάποιων κριτικών μεταφράστηκε ως επιλογή μεταξύ μιας αυθεντικής ανθρωπιστικής παιδείας και μιας παιδείας που υπακούει σε πρότυπα κοινωνικής και πολιτικής κατήχησης.

[5] H σχετική γραμματεία και το ενδιαφέρον στα κράτη του Βορρά πάει πίσω στη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000. Βλ. το συλλογικό έργο Α Companion to Digital Humanities (υπό την εκδοτική επιμέλεια των Susan Schreibman, Ray Siemens και John Unsworth), Blackwell Publishing, 2004. Στην Ελλάδα έχουν επίσης πραγματοποιηθεί δράσεις από την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Κέντρο έρευνας για τις ανθρωπιστικές επιστήμες ΚΕΑΕ (το διεθνές συνέδριο «The digital condition and Humanities Knowledge», 22-24 Σεπτεμβρίου 2022, και το 2018 την ημερίδα «Ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες»). Βλ. link.

[6] Υascha Mounk, The identity trap, A story of ideas and power in our time, Allen Lane, Penguin Books, 2023.

[7] Μιλάμε για τη συνεχή απαίτηση παραγωγής και δημοσίευσης άρθρων σε πιστοποιημένα διεθνή επιστημονικά περιοδικά, αλλά και μια γενικότερη κουλτούρα κινητοποίησης.

[8] Βλ. Αναγνώσεις, αναγνώστες και αναγνώστριες. Το βιβλίο και το κοινό του στην Ελλάδα. Έρευνα του ΟΣΔΕΛ για την αναγνωστική συμπεριφορά, (επιστημονικός υπεύθυνος: Νίκος Παναγιωτόπουλος), 2022.

[9] Η έκφραση αναφέρεται από τον πολιτικό στοχαστή Colin Crouch σε σχέση με την ανάδυση των νέων δεξιών/ ακροδεξιών μοτίβων με αφορμή την πανδημία και τις πολλαπλές κρίσεις. Βλ. Colin Crouch, Post-democracy after the crises, Cambridge Polity, 2020.

[10] Yves Gingras, Les Dérives de l’évaluation de la recherche. Du bon usage de la bibliométrie, Raisons d’agir, Παρίσι, 2014. Guy Neave, The Evaluative State. Institutional Autonomy, and Re-engineering Higher Education in Western Europe. The Prince and His Pleasure, London: Palgrave, 2012.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή