Ανάμεσα στην κρεβατοκάμαρά μου και στη δική του παρεμβάλλεται ο ακάλυπτος: ένας δενδροφυτεμένος χώρος που την άνοιξη ευωδιάζει από τις ανθισμένες νεραντζιές. Μια μοναχική ελιά στο κέντρο του έχει γύρει από το βάρος των χρόνων που κουβαλά. Η κρεβατοκάμαρά μου είναι στον πρώτο όροφο, η δική του στον δεύτερο κι έτσι μπορεί να με παρακολουθεί ανενόχλητος. Κάθε βράδυ που η δύναμη των ονείρων μου με κρατά άγρυπνο –κι ενώ ένα άλογο πείσμα δεν μου επιτρέπει να κλείσω τη μπαλκονόπορτα– βλέπω τα κιάλια της όπερας, την αντανάκλαση που κάνουν πάνω στο μισάνοιχτο τζάμι του, να εξέχουν και να παρατηρούν. Σκέφτομαι πως θα μπορούσε να είναι ο πατέρας. Τον βλέπω, αυτόν, τον πατέρα, να περπατά πάντα ένα βήμα μπροστά. Εγώ από πίσω τρέχω να τον προλάβω. Ένα βήμα πίσω. Ή ίσως και ακόμη πιο πίσω. Εκείνος δεν γυρίζει να κοιτάξει. Ούτε για μια στιγμή δεν γύρισε. Θα μπορούσε τώρα να βρίσκεται στο απέναντι διαμέρισμα, το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου στην άλλη μεριά του ακάλυπτου, και να κοιτάζει πίσω από τους φακούς, βέβαιος ή βεβαιωμένος πως εκείνος ευθύνεται για τις αϋπνίες μου. Όμως δεν είναι ο πατέρας. Αν ήταν αυτός, η σωματική του παρουσία, αυτή που τόσο με καταπίεζε, θα ήταν ορατή, παρούσα. Ο άγνωστος στο απέναντι διαμέρισμα δεν έχει υλική υπόσταση. Τόσο που μερικές φορές νομίζω πως δεν είναι πραγματικός. Η βεβαιότητά μου πως υπάρχει προέρχεται από την άκρη του σακακιού του. Ένα απόγευμα που μάλλον ήταν απρόσεκτος, κατάφερα να δω την άκρη ενός σκουρόχρωμου σακακιού. Αυτό μόνο. Κατάλαβα πως είναι ένας άντρας περίπου στην ηλικία μου. Ίσως και λίγο μεγαλύτερος. Αλλά παρέμεινε ημιτελής. Δεν μου έδωσε τη δυνατότητα να δω, να φανταστώ ή να καταλάβω τίποτε περισσότερο. Ίσως να μην χρειαζόταν κιόλας.
Με ενοχλούσε η παρουσία του, αλλά την είχα συνηθίσει. Τόσο που, όταν καμιά φορά ξυπνούσα μετά από έναν ταραγμένο ύπνο ο οποίος κρατούσε μόνο για λίγα λεπτά, με αγωνία έψαχνα να δω αν ήταν πάντα εκεί. Δεν έλειψε ποτέ. Εκείνος κοιμόταν λιγότερο από μένα ή και καθόλου.
Ένα βράδυ με αποπνικτική ζέστη, με τα σεντόνια του κρεβατιού μου μουσκεμένα από τον ιδρώτα, ένα βράδυ που με φόβιζε η ιδέα του πρωινού ήλιου και ήθελα να γυρίσω πίσω στο σκοτάδι και να μείνω εκεί μια και καλή, τα λίγα λεπτά που αποκοιμήθηκα, είδα τον κορμό μιας γυναίκας από κερί ξαπλωμένο πάνω στο σώμα μου, είδα τις κλειδαριές να έχουν καλύψει το σώμα μου, ένα σώμα γεμάτο κλειδαριές, τις ξεκλείδωνα με δυσκολία, όμως αυτές κλείδωναν πάλι από μόνες τους, με κρατούσαν εγκλωβισμένο μέσα σε ένα υπόγειο κτίσμα δίχως δίοδο διαφυγής, με μόνη συντροφιά εκείνο τον επαναλαμβανόμενο ήχο που έβγαινε από τα σωθικά της γης, μια εντύπωση απατηλή και πλάνα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι με την επιθυμία να δω τον παρατηρητή μου. Αν δεν ήταν εκεί ποιος θα ευθυνόταν τότε για τον τρόμο μου; Σκέφτηκα πως, αν ήθελα, δεν θα μπορούσα να τον εξιστορήσω. Δεν γνώριζα τίποτε γι’ αυτόν. Ούτε μια φράση. Η μόνη λύση ήταν να τον εξαφανίσω. Ήξερα πως η απόσταση που με χώριζε από εκείνον ήταν μεγάλη. Το βαρύ αντικείμενο που θα του πετούσα ίσως να μην έφτανε ποτέ στον στόχο του. Αλλά είχα μια δύναμη εκείνη τη στιγμή. Ήμουν σίγουρος πως θα τα κατάφερνα. Αν είχα μια πέτρα θα ήταν πιο εύκολο. Το μόνο που είχα όμως ήταν ο βαρύς δερματόδετος τόμος. Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, το ζύγισα, κατάλαβα πως ήταν κατάλληλο για τη δουλειά. Το πέταξα με όλη μου τη δύναμη προσπαθώντας να βρω τον στόχο. Άκουσα τζάμια να σπάζουν, κατάλαβα τους φακούς από τα κιάλια της όπερας να θρυμματίζονται. Μικρά θραύσματα γυαλιών μπήκαν μέσα στα μάτια μου.
