Δημήτρης Σωτάκης

Η εμφάνιση του Γιώργου Μιχαλόχρηστα

Μια τέτοια αποστολή στη ζωή του καθενός, όπως όλοι γνωρίζουν, δεν αποτελεί χρέος προς τους άλλους, μα προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Ειδικά ο κύριος Τ ήταν πρόθυμος να παραμείνει ξάγρυπνος μέχρι τα ξημερώματα, προκειμένου να αποσαφηνιστεί αυτή η θολή –μέχρι εκείνη την ώρα– πληροφορία, ότι θα του χορηγούνταν πλέον η άδεια που ζητούσε από τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς. Υπάρχει κάτι σε αυτή τη συνήθεια της προσμονής, που εκμηδενίζει τα πραγματικά γεγονότα, παρελθοντικά ή μελλοντικά. Η προσμονή γίνεται μια φωτεινή σφαίρα που τρεμοσβήνει μπροστά στα μάτια εκείνου που αγωνιά και είναι πια το μοναδικό παρόν, μια αλήθεια αδιαμφισβήτητη για όλους. Κάτι ξέρουν απ’ αυτά και οι επιζήσαντες, όσοι στάθηκαν όρθιοι, άφοβα και απερίσκεπτα, αντικρίζοντας κάποτε αυτό που λαχταρούσαν.

Έτσι και τώρα, ο κύριος Τ, έψαχνε εκείνες τις μάλλινες κάλτσες και τον χοντρό ζεστό σκούφο, αφού είχε πιάσει από νωρίς ένα διαβολεμένο κρύο που δεν έλεγε να κοπάσει.  Ήπιε δύο τρεις κουταλιές σούπας, και με το καφετί του παλτό κατηφόριζε τη λεωφόρο πριν τη μεγάλη γέφυρα, απέχοντας πλέον λίγο από την πολυπόθητη συνάντηση. Του είχαν δώσει ξεκάθαρες οδηγίες, ότι αν τυχόν γινόταν εκείνο το θαύμα και εμφανιζόταν τελικά μπροστά του, όφειλε να σκαρφιστεί ένα θέμα συζήτησης, κάτι τέλος πάντων που θα του τραβούσε την προσοχή, έτσι ώστε να έχει το χρόνο να κάνει μερικά γρήγορα βήματα προς την ελευθερία του. Η μεγάλη τροχαλία ακόμη αιωρούνταν πάνω απ’ τον ουράνιο θόλο, λες και είχε στηθεί ειδικά για τον κύριο Τ, σαν μια ολοένα και περισσότερο απειλητική χοάνη, έτοιμη να τον κατασπαράξει σε κάθε πιθανή λάθος του κίνηση. 

Η νύχτα ήταν ψυχρή, το κρύο διαπερνούσε τα  χοντρά του ρούχα και έφτανε ως τους πόρους του δέρματός του, μα τώρα δεν υπήρχε ούτε στιγμή που θα μπορούσε να σπαταληθεί σε τέτοιες άσκοπες διαπιστώσεις, πλησίαζε με ένα βήμα σχεδόν κωμικό, σαν ένα κουρδιστό παιχνίδι που πασχίζει να ισορροπήσει στα δυο του πόδια. Οι παρατηρητές είχαν στήσει τον εξοπλισμό και περίμεναν. Όσο κι αν ήθελαν να παραμείνουν σοβαροί, ήδη το βλέμμα τους είχε αποκτήσει μια ειρωνική διάθεση, έκαναν, τέλος πάντων, αυτά που έπρεπε να κάνουν, ωστόσο αντιμετώπιζαν την αποστολή του κυρίου Τ με μεγάλη δυσπιστία. Εκείνη την ώρα και παρά τις καιρικές συνθήκες που δεν ευνοούσαν το εγχείρημα, είχε αρχίσει να μαζεύεται ήδη κόσμος, μερικοί το είχαν βάλει για τις δουλειές τους ή για καμιά βόλτα στο πάρκο, όμως αντικρίζοντας το συνεργείο των παρατηρητών και τον κύριο Τ σε ετοιμότητα, ήθελαν γεμάτοι περιέργεια να πληροφορηθούν αν στ’ αλήθεια επρόκειτο για κάποια αποστολή. 

Όταν έφτασε η ώρα για τα διαδικαστικά (κι ενώ ακριβώς εκείνη τη στιγμή ο κύριος Τ είχε μια περίεργη, στυφή γεύση στο στόμα), ένας παρατηρητής τον πλησίασε και επιβεβαίωσε τις πληροφορίες που τους είχε δώσει. Όταν στάθηκε πολύ κοντά του, ο παρατηρητής μισόκλεισε τα μάτια και τον ρώτησε, αν και ο τρόπος του περισσότερο έμοιαζε με μια επαναδιατύπωση, παρά εξέφραζε μια πραγματική απορία. «Μας είπατε ότι θα συναντήσετε τον Γιώργο Μιχαλόχρηστα, σωστά;». «Σωστά!», αποκρίθηκε ο κύριος Τ, καθόλου ενοχλημένος από το περιπαικτικό ύφος του παρατηρητή. «Και θα έρθει;», υπερθεμάτισε ο υπάλληλος. «Πιστεύω πως θα έρθει!», είπε με έμφαση ο κύριος Τ. «Χαχαχαχα!, Καλό κι αυτό!», ακούστηκε ο προϊστάμενος του συνεργείου, ο οποίος στεκόταν παραπέρα και είχε στήσει αυτί. Ο κύριος Τ κατάλαβε πως είχε φτάσει η ώρα. Ο μηχανισμός τέθηκε σε πλήρη λειτουργία και όσος κόσμος είχε μαζευτεί στη γέφυρα, κοντοστάθηκε για να παρακολουθήσει. Ήταν η ώρα που ο κύριος Τ τόλμησε δυο αποφασιστικά βήματα προς τη μορφή που είχε αρχίσει ήδη να αχνοφαίνεται. Οι παρατηρητές, ολόκληρο το συνεργείο μαζί με το πλήθος έμειναν με κομμένη την ανάσα. Ο κύριος Τ προχωρούσε πλέον με θάρρος, το διέκρινε κανείς στο βήμα του και στις φλέβες που εξείχαν απ’ το μέτωπό του. Τότε ήταν που τον είδε μπροστά του, κι όχι μόνο εκείνος, αλλά και το πλήθος που αδημονούσε. Στο πρόσωπο του κυρίου Τ σχηματίστηκε μια γκριμάτσα, έμοιαζε με χαμόγελο, από εκείνη την απόσταση δεν μπορούσε κανείς να είναι βέβαιος. Στο επόμενο βήμα, είχε φτάσει σχεδόν δίπλα του. «Είσαι ο Γιώργος Μιχαλόχρηστας;», τον ρώτησε ο κύριος Τ. «Ναι, εγώ είμαι», ακούστηκε η απάντησή του, καθαρή και αδιαμφισβήτητη. «Δεν ήμουν βέβαιος ότι θα ερχόσουν», είπε ο κύριος Τ, ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Ποτέ κανείς δεν είναι βέβαιος», είπε με μια αλλόκοτη γαλήνη στη φωνή του ο Γιώργος Μιχαλόχρηστας. «Και τώρα», συνέχισε ο κύριος Τ, τυλίγοντας καλύτερα το κασκόλ γύρω απ’ τον λαιμό του. «Τώρα πρέπει να πάω για ύπνο, είχα βραδινή βάρδια απόψε, κι εσύ όμως μπορείς πια να κοιμάσαι ήσυχος», του απάντησε, και ο κύριος Τ γύρισε και χαμογέλασε στο διψασμένο πλήθος, που βρισκόταν γύρω απ’ τη γέφυρα. «Αυτό ήθελα από την αρχή», είπε μόνο ο κύριος Τ. και ύστερα πρόσθεσε με έναν δισταγμό «Δεν ξέρω τι άλλο να πω». «Δε χρειάζεται να πεις κάτι άλλο», του είπε ο Γιώργος Μιχαλόχρηστας. 

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή