Την άνοιξη του 1845 ο νεαρός Καρλ Μαρξ έγραψε στις Βρυξέλλες τις λεγόμενες «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» (Thesen über Feuerbach), οι οποίες εκδόθηκαν post mortem από τον Ένγκελς το 1888.[1] Από τις ένδεκα συνολικά θέσεις οι δέκα μάλλον σαρώθηκαν από τη λήθη. Η ενδέκατη όμως, που είναι και η συντομότερη όλων, δεν ξεχάστηκε ποτέ: «Οι φιλόσοφοι έχουν απλώς ερμηνεύσει με διάφορους τρόπους τον κόσμο –το ζήτημα θα ήταν να τον αλλάξουμε» (Die Philosophen haben die Welt nur verschieden interpretiert, es kömmt drauf an, sie zu verändern). Η διεισδυτική επιγραμματικότητα και η δημεγερτική σαγήνη της διατύπωσης την στεφάνωσαν με την άλω της αθανασίας. Αυτή η μαρξική θέση mutatis mutandis μου έρχεται στο μυαλό κάθε φορά που τίθεται σε συζήτηση το θέμα της υποβάθμισης ή απαξίωσης των ανθρωπιστικών σπουδών. Ερμηνείες του φαινομένου έχουν γίνει, και μάλιστα πολλές, το ζήτημα είναι πώς θα μπορούσαμε να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση.
Βέβαια εάν βασανίσουμε τη θέση στο αμόνι της λογικής εξέτασης, η αρχική γοητεία αμβλύνεται. Εγείρονται ερωτήματα: Η ερμηνεία μιας πραγματικότητας δεν είναι παράγοντας που την συνδιαμορφώνει; Κι ακόμη, είναι βέβαιο ότι η πραγματικότητα επιδέχεται ριζική αλλαγή;
Ήδη από το τέλος του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου και εξής, ιδιαιτέρως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποδομιστική δεκαετία του ’60, πολύ περισσότερο με την έλευση της ψηφιακής επανάστασης υπάρχει η αίσθηση ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές χρειάζονται συνηγορία. Το μεγάλο αίτημα όσων τις υπερασπίζονται είναι η σύνδεσή τους με το παρόν –ειδικά των κλασικών σπουδών που είναι ο σκληρός πυρήνας μιας ευρύτερης ουμανιστικής παιδείας. Τα Κλασικά Γράμματα πρέπει να ζωντανέψουν! Να μην τα βλέπουμε σαν μούμιες στο ιστοριστικό τους βάθος αλλά σαν κύτταρα ζωντανά που φέρουν αξίες και νοήματα για τη ζωή –τη δική μας, προσωπική και συλλογική, ζωή.
Ο Φρήντριχ Νίτσε είχε διαγνώσει πολύ νωρίς το πρόβλημα, όταν και η «καθυστερημένη» Γερμανία έμπαινε μετά την ενοποίηση πλησίστια στη Νεωτερικότητα, βιομηχανική, τεχνολογική, οικονομική. Ήδη από το 1879 στο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο υποστήριζε ότι μόνο αν δώσουμε στα έργα των παλιότερων εποχών την ψυχή μας, μπορούν ετούτα να εξακολουθήσουν να ζουν. «Μόνο το αίμα μας τα αναγκάζει να μας μιλήσουν», αλλιώς παραμένουν φαντάσματα.[2] Ο πολύς Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς, μολονότι τον είχε τσακίσει μετά τη δημοσίευση της Γέννησης της τραγωδίας, στη θέση αυτή τον ακολούθησε σχεδόν verbatim. Όταν το 1908 καλεσμένος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης μίλησε στους φοιτητές, υιοθέτησε τη νιτσεϊκή μεταφορά με την εικόνα από την οδυσσειακή «Νέκυια»: «Η παράδοση είναι νεκρή. Το καθήκον μας είναι να αναζωογονήσουμε τη ζωή που πέθανε. Ξέρουμε ότι τα φαντάσματα δεν μπορούν να μιλήσουν μέχρι να πιούν αίμα· και τα πνεύματα που καλούμε απαιτούν το αίμα της καρδιάς μας. Τους το δίνουμε με χαρά».[3] Ποιο είναι το αίμα μας που πρέπει να μεταγγίσουμε; Μα ο κόσμος των δικών μας ιδεών, το πνεύμα του καιρού μας! Το παρελθόν οφείλει να αναληφθεί από το παρόν για να φωτιστεί!
Έχω την τύχη να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο αρχαίους κλασικούς συγγραφείς. Μόνιμη και ακοίμητη έγνοια μου είναι πώς θα αναδείξω ολοζώντανα στο ακροατήριο την ανθρωπολογία του Σοφοκλή, τον πολιτικό ρεαλισμό του Θουκυδίδη, την ειρωνεία του Πλάτωνα, την πολιτειολογία του Αριστοτέλη, την λογοτεχνική αισθητική του Λογγίνου. Ο Λογγίνος λ.χ. θα δεθεί με τον Μπουαλώ, τον Καντ, το The Sublime is Now του αφηρημένου αμερικανικού εξπρεσιονισμού και με το τι συγκλονίζει σήμερα σ’ ένα λογοτεχνικό έργο· ο Θουκυδίδης με τον Μακιαβέλλι, τον Χομπς, τους διπολισμούς του 20ού και 21ου αιώνα, με τη μακρά αραβο-ισραηλινή σύγκρουση. Τι λέει για μας σήμερα ο Οιδίποδας του Σοφοκλή; Kαι τι οι άφθορες πλατωνικές ιδέες στον μεταμοντέρνο σχετικοκρατικό χυλό τού «Anything goes»;
Προς την κατεύθυνση αυτή μπορούν να γίνουν πολλά. Τα πανεπιστημιακά προγράμματα των ανθρωπιστικών σπουδών και τα σχολικά βιβλία, όπως και οι μέθοδοι διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες πρέπει να προσανατολιστούν αναλόγως. Θέλω εδώ να πω έναν ιδιαίτερο λόγο για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η σημασία της είναι μοναδική! Εκεί διαμορφώνεται η προσωπικότητα του νέου ανθρώπου κι από εκεί ξεκινούν οι δρόμοι που θα πάρει αργότερα. Και για έναν ακόμη λόγο: ίσως είναι η βαθμίδα στην οποία περισσότερο από κάθε άλλη ο μαθητής συνδέει το διδακτικό αντικείμενο με την προσωπικότητα του δασκάλου. Μπορεί ένας έφηβος να αγαπήσει ή να μισήσει την ποίηση, την ιστορία ή τη δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μόνο και μόνο εξαιτίας του καθηγητή ή της καθηγήτριάς του.
Ένα πεδίο στο οποίο ανοίγεται δρόμος μακρύς και ευρύς για τις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι εκείνο της τεχνητής νοημοσύνης, για την οποία πολλοί μιλούν σήμερα αλλά λίγοι ενδεχομένως μπορούν να φανταστούν τι θα φέρει στο εγγύς και πιο μακρινό μέλλον. Δεν νιώθω καθόλου έτοιμος να πω συγκεκριμένα πράγματα αλλά ψυχανεμίζομαι ότι, καθώς εκχωρούμε όλο και περισσότερες πλευρές του βίου μας στους αλγόριθμους, η ανθρωπιστική παράδοση θα είναι πάντοτε μια δεξαμενή από όπου τα ψηφιακά προγράμματα θα μπορούν να εμπλουτισθούν και να αντισταθμιστούν με συναίσθημα, φαντασία, μέριμνα για τον ηθικό νόμο, αυτογνωσία –όλα αυτά που δεν εξασφαλίζονται από τη μηχανή. Σε άλλα ειδικότερα πεδία, όπως είναι η αυτόματη παραγωγή κειμένων ή η μηχανική μετάφραση, είναι πολύ πιο εύκολο να καταλάβουμε την προώθηση που πρέπει να έχουν κλάδοι των ανθρωπιστικών σπουδών: η φιλολογία, η γλωσσολογία, η μεταφρασεολογία, η δημιουργική γραφή.
Για τη θεσμική αναβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα έχω προτείνει κιόλας δύο πράγματα.[4] Το πρώτο είναι η ίδρυση «Κλασικών Σχολείων», ή όπως ήθελε ονομαστούν τα πρότυπα σχολεία μιας ειδικής κατηγορίας με προσανατολισμό την κλασική παιδεία και τα ανθρωπιστικά μαθήματα. Τα σχολεία αυτά θα δίνουν έμφαση στις γλώσσες –τη μητρική, δύο σύγχρονες ξένες, τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά– τη λογοτεχνία, την Ιστορία, τη Φιλοσοφία, το θέατρο, την Ιστορία της Τέχνης, την αξιοποίηση της Πληροφορικής στις ανθρωπιστικές επιστήμες. Θα προσέλκυαν ταλαντούχα παιδιά με έφεση στις γλώσσες και τα κλασικά γράμματα. Και επιτέλους θα βρισκόταν ένα ελληνικό σχολείο στο οποίο οι μαθητές του θα διάβαζαν κάτι από την Αινειάδα του Βιργιλίου, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ ή τον Φάουστ του Γκαίτε –ένα σχολείο που θα μυούσε τους μαθητές του στον δυτικό κανόνα και θα θρυμμάτιζε τον επαρχιωτικό ελληνοκεντρισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τα σχολεία αυτά κουβαλούν μακρά παράδοση από τη μετα-αναγεννησιακή και νεωτερική Ευρώπη με εξέχοντα παραδείγματα το γερμανικό «Ανθρωπιστικό Γυμνάσιο» (Humanistisches Gymnasium) και το ιταλικό «Κλασικό Λύκειο» (Liceo Classico).
Η δεύτερη πρόταση αφορά στη συγκρότηση ενός ιδρύματος στην Αθήνα που θα μπορούσε να λέγεται Διεθνές Κέντρο Κλασικών Σπουδών. Ο προορισμός του θα ήταν διττός:
α) να συγκεντρώσει όλη τη βιβλιογραφία –πρωτογενείς πηγές και δευτερογενή– για την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, καθώς και για την κλασική παράδοση, την πρόσληψη δηλαδή της αρχαιότητας στον νεότερο κόσμο.
β) να οργανώσει την προώθηση των κλασικών σπουδών με θερινά σχολεία, εντατικά σεμινάρια και τέτοιου είδους δραστηριότητες. Μου αρέσει να ρωτώ ρητορικά: συγκρίνεται ένα εντατικό σεμινάριο λ.χ. ελληνικής επιγραφικής σε οποιαδήποτε ξένο πανεπιστήμιο με ένα στην Αθήνα όπου εδρεύει το μεγαλύτερο επιγραφικό μουσείο στον κόσμο;
Ένα τέτοιο «Διεθνικό ινστιτούτο ανθρωπιστικών σπουδών μ’ έδρα την Αθήνα» είχε οραματιστεί ο Δημήτρης Γληνός στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο δεν έγινε ποτέ.[5] Την αποστολή που προσδιόρισα παραπάνω δεν την έφερε εις πέρας ούτε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ούτε η Εθνική Βιβλιοθήκη, ούτε η Ακαδημία Αθηνών, ούτε το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Μόνον η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας το κατάφερε –με τον δικό της τρόπο και για τις δικές της ανάγκες. Το αίτημα του Γιώργου Σεφέρη από τη δεκαετία του 1930 για μιαν ιθαγενή –και όχι εκτελωνισμένη– δεξίωση του κλασικού παρελθόντος, έναν «ελληνικό ελληνισμό», όπως τον έλεγε, μένει και επ’ αυτού του σημείου εκκρεμές.[6] Κατά τρόπο αντινομικό προς ό,τι φαντασιώνεται, η νεότερη Ελλάδα υστερεί κατά πολύ από το να είναι ο «θεματοφύλακας του αρχαίου κλασικού πολιτισμού». Η οικονομική απαίτηση για το εγχείρημα θεωρώ ότι δεν υπερβαίνει τις δυνατότητες της ελληνικής πολιτείας (που διοργάνωσε Ολυμπιακούς Αγώνες) και του ελληνικού ευεργετισμού, εγχώριου και απόδημου (που έθεσε σε λειτουργία το Κέντρο Πολιτισμού «Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος», τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού).
* * *
Η ελκυστικότητα και η προώθηση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα δεν μπορεί όμως να συζητηθεί χωρίς να λάβουμε υπ’ όψη τη γενικότερη θέση τους στον κόσμο. Όσοι συνηγορούμε υπέρ αυτών δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες για το τι μπορούν να κομίσουν στη σύγχρονη εποχή και για το μέτρο των προσδοκιών μας.
Κατά τη γνώμη μου το μεγάλο ζήτημα για τις κλασικές και ευρύτερα για τις ανθρωπιστικές σπουδές δεν είναι η συμπερίληψή τους στο στόχαστρο της cancel culture.[7] Το ρεύμα που θέλει την κλασική αρχαιότητα ως τον θεμέλιο λίθο της αποικιοκρατίας, του ρατσισμού και της πατριαρχίας, που βλέπει τον Όμηρο ως λογοτεχνικό εκφραστή της δουλοκτησίας και τον Σαίξπηρ ως απολογητή του αντισημιτισμού, είναι επιστημολογικά λανθασμένο και πιστεύω ότι αργά ή γρήγορα θα έλθει σε αναδίπλωση. Είναι η παροξυσμική φάση της πολιτικής ορθότητας, φάση από την οποία περνά κάθε νέο κίνημα.
Το ιστορικό άχθος της ανθρωπιστικής παιδείας είναι ότι δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει την απανθρωπία του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, τις θηριωδίες του «Τριακονταετούς Πολέμου» από το 1914 ως το 1945, τα στρατόπεδα θανάτου, το Ολοκαύτωμα. Ένας αισιόδοξος και ειρηνικός 19ος αιώνας από το Βατερλώ ως τη δολοφονία στο Σαράγιεβο, κατά τον οποίο οι επιστήμες θριαμβεύουν και οι κλασικές σπουδές θάλλουν, εκβάλλει στον ωμό 20ό, και μάλιστα με απολύτως αρνητικό υποκείμενο της Ιστορίας τη χώρα με τα πρωτεία στην αρχαιογνωστική επιστήμη (Altertumswissenschaft) και με τα περισσότερα ανθρωπιστικά σχολεία στην Ευρώπη. Όλη η γεραρή ουμανιστική παράδοση της Γερμανίας στάθηκε απελπιστικά εύθραυστη στο να αναχαιτίσει τη βαρβαρότητα. Στα περίχωρα της Βαϊμάρης η γέρικη όμορφη βελανιδιά του Γκαίτε, υπό τη σκέπη της οποίας συζητούσε με την Σαρλόττε φον Στάιν και έγραψε τη «βαλπούργεια νύχτα» του Φάουστ, βρέθηκε μέσα στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ.[8] Αποδείχτηκε πως πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες, θέατρα, πινακοθήκες, ερευνητικά κέντρα και αίθουσες κλασικής μουσικής μπορούν να λειτουργούν υποδειγματικά δίπλα στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως. «Και το να πεις ότι μόνο στη Γερμανία στάθηκε δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο είναι απολύτως ψευδές. Είναι δυνατό λίγο-πολύ παντού», έλεγε ο Τζώρτζ Στάινερ προς το τέλος της ζωής του –και συνέχιζε, όχι χωρίς μια κάποια αίσθηση τραγικότητας:
Διατυπώνω, λοιπόν, μετά από εξήντα χρόνια διδασκαλίας και αγάπης των κειμένων, μια υπόθεση: μήπως τελικά οι ανθρωπιστικές σπουδές κάνουν τον άνθρωπο απάνθρωπο; Ενδέχεται άραγε οι ανθρωπιστικές σπουδές, αντί να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους (για να χρησιμοποιήσω την πιο αφελή έκφραση), αντί να οξύνουν την ηθική ευαισθησία μας, να την αμβλύνουν; Να μας απομακρύνουν απ’ τη ζωή, να μας δίνουν μια μυθοπλασία τόσο ζωντανή που η πραγματικότητα ωχριά δίπλα της; Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε δεν έχω πού να στραφώ. Πώς μπορούμε να στραφούμε να βρούμε μια μέθοδο να βιώνουμε τα μεγάλα κείμενα, τους μεγάλους πίνακες, τη μεγάλη μουσική, το μεγάλο θέατρο και να βγαίνουμε απ’ αυτή την εμπειρία περισσότερο ευαίσθητοι απέναντι στην ανθρώπινη οδύνη; Πρέπει να υπάρχει μια τέτοια μέθοδος, πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν να το κάνουν αυτό. Δεν έχω συναντήσει όμως σχεδόν κανέναν.[9]
Όπως δεν σταμάτησε να γράφεται ποίηση μετά το Άουσβιτς, έτσι και δεν θα σταματήσουμε να διδάσκουμε τις ανθρωπιστικές σπουδές. Με νηφάλιο πάθος. Χωρίς αφέλειες, χωρίς αυταπάτες, χωρίς αλαζονεία.
[1] Ελληνική έκδοση: Καρλ Μαρξ, Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ. Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Λούντβιχ Φόϋερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας. Εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια: Γιώργος Μπλάνας, Εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2004 (Εδώ δεν ακολουθώ, ωστόσο, αυτή τη μετάφραση).
[2] Φρ. Νίτσε, Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, ΙΙ: «Ανάμεικτες γνώμες και αποφθέγματα», § 126.
[3] Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff, Greek Historical Writing and Apollo: Two Lectures Delivered Before the University of Oxford, June 3 and 4, 1908, translated by Gilbert Murrey, Clarendon Press, Οξφόρδη 1908, σ. 25.
[4] Πιο αναλυτικά βλ. Β. Π. Βερτουδάκης, «Ανθρωπιστικές σπουδές και Κλασικά Σχολεία: Μια ματαίωση και μια νέα πρόταση για την ελληνική εκπαίδευση», Άνθρωπος 2 (Οκτώβριος 2020), σσ. 135-146. Πβ. του ίδιου, «Κλασικά Σχολεία στην ελληνική εκπαίδευση», Καθημερινή της Κυριακής, «Τέχνες & Γράμματα», 20 Σεπτ. 2020, σ. 11, τώρα εδώ.
[5] Βλ. Δημήτρης Γληνός, Πλάτων, Σοφιστής. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια, Εκδ. Ι. & Π. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1940, σσ. 61-62.
[6] Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τόμ. Α΄, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 19814, σσ. 101-102 (= Γ. Σεφέρης / Κ. Τσάτσος, Ένας διάλογος για την ποίηση, επιμέλεια: Λουκάς Κούσουλας, Εκδ. Ερμής, Αθήνα 1979, σ. 29).
[7] Βλ. Laure Murat, Ποιος ακυρώνει τι; Σκέψεις για την cancel culture, Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2022.
[8] Σχετικό είναι το άρθρο του Joseph Roth, Die Eiche Goethes in Buchenwald, 22.5.1939(το τελευταίο δημοσιογραφικό άρθρο του Ροτ πριν από τον θάνατό του).
[9] Τζωρτζ Στάινερ (με την Λωρ Αντλέρ), Ένα μακρύ Σάββατο σε συζητήσεις, μετάφρ. Θάνος Σαμαρτζής, Εκδ. Δώμα, Αθήνα 2022, σσ. 105-106. Το θέμα αυτό διαπερνά και το βιβλίο του Στάινερ, Στον πύργο του Κυανοπώγωνα. Λίγες σημειώσεις για ένα νέο ορισμό της κουλτούρας, μετάφραση-εισαγωγή: Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδ. Scripta, Αθήνα 2002.
