© Γιώργος Ρόρρης

Αλέξιος Μάινας

Η επί του κάμπου ματαιότης

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ
ΤΟΥ ΦΟΫΕΡΜΠΑΧ

Το φως τις μαύρες νύχτες.

Στοιβαγμένα καρπούζια
με κόκκινες σχισμές που φέγγουν
σαν παιδικές παλάμες

σαν σκισμένοι χαρταετοί

σαν να σφυρίζει απ’ το βουνό
καθώς σκοτείνιασε
και δεν υπάρχει
πουθενά
η ψυχή της.

Ο ΤΣΕΛΑΝ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ ΕΝΑΝ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟ
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΡΟΜΟΥ

Χαμογελάς, κουνάς τα χείλη σαν να ξέρεις.

Δες τη ζωή
και κοίτα εδώ
και δες με:
Δεν γνωριζόμαστε
και θέλω να κρυφτώ.
Είσαι άνθρωπος
και σε φοβάμαι ως γύπα.

Ο ΝΙΤΣΕ ΠΑΡΗΓΟΡΕΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ
ΚΑΙ ΚΛΑΙΕΙ

Η σκέψη για τον δίκαιο
κι η στάνη για τα στάχυα.

Σκοτείνιασε
και δεν ανάβει
ούτε φανός

αδικηθήκαμε
και δεν φανήκαν
σπίτια.

Η ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ
ΝΑ ΣΤΕΦΘΕΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΗΣ

Ένα ταξίδι απ’ την κουρτίνα ώς τα κλαδιά.

Βουερή καρδιά μου,
ανάξια! Μελάνι πέρα ώς πέρα!
Έρωτα τρίκλισμα και ζάλης.
Και συμπονάς και περιβάλλεις.
Τον πόνο σου μην τον κοιτάζεις, δράσε!
Υπήρξες δίχως ταίρι. Παρηγορήσου ότι υπήρξες.
Σε σένα δόθηκε φτερό – παράτα το μαχαίρι.

Τέτοιο βαθύ στα μύχια σκάψιμο
είσαι, ποίηση. Οχιά της άσπρης άμμου
στη μήτρα αυτή καιρό λαθροκοιμάσαι.
Στο άσπιλο δοχείο μου κολυμπάνε Κίρκες.
Οι εραστές μου χάρτινοι. Κάθε παιδί μου νόθο.
Είμαι μια θάλασσα. Τα κύματα τα νιώθω
εδώ στο χέρι.

Σκληρή ζωή το γράψιμο.
Μα δεν θα γίνω αλλιώς μητέρα.

Ο ΜΠΑΫΡΟΝ ΚΛΩΤΣΑΕΙ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΤΟΥ
ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
(2η εκδοχή)

Παραλήρημα και δόξα κι αιωνιότης.

Εγώ ο αψίθυμος υιός
του Πυρετού και της Ύβρεως
πεσμένος απ’ το άλογο
της ανάξιας φήμης μου
ταξιδεμένος στους Οθωμανούς
και τους λογιών ψευτοπασάδες
καμένος απ’ το λάδι των σαξονικών επάλξεων
και τα τάγματα των αγγέλων
τρυπημένος απ’ τις λόγχες των γλωσσών
του φθόνου ή των θυμάτων μου

ρίχνω την πανοπλία της ζωής
αστόχαστα στην τάφρο αυτής της λίμνης
μιας χούφτας χωρικών και φαυλεπίβουλων
που θέλουν γη για τις κατσίκες

για να στρέψω το ποταπό μου στήθος
λιβανισμένο απ’ τα κεριά και τα κατζία
χωρίς προφάσεις οικόσημου
στα πρώτα
βόλια.

ΣΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΗΣ ΟΧΘΗΣ ΤΟΥ ΤΡΑΚΛ
(2η εκδοχή)

Στο δάσος ήμουν νέος.

Πέσανε αθόρυβα τα φύλλα.
Ακόμα κι η σιωπή
αποζητά το χώμα.

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΟΥ
ΚΡΙΣΤΟΦ ΠΕΛΙΟΚΤΙΝ-ΑΘΕΟΥ
(2η εκδοχή)

Χρυσοκόλλητα κηρύκεια,
ανανταπόδοτα ψαλμών.

Ο Χρήστος ο Πελιόκτιν
ένας κηπουρός της μονής
του Αγίου Αδιάφορου
κοιτούσε τους μελανόσταυρους των πετάλων
και την αμοίραστη γύρη των ανθήρων
στις φρεσκοκόκκινες παπαρούνες
όταν συνειδητοποίησε
ότι δεν θέλει ούτε να ζήσει
ή να πεθάνει.
Πως θέλει μόνο
να σβηστεί.
Και να μην έχει
υπάρξει.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή