Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Η εποχή της πίκρας

Όταν άρχισα να συγκρίνω το χωριό με τις πόλεις δεν μου φαινόταν και τόσο χωριό –ειδικά στην εφηβεία μου, τη δεκαετία του εβδομήντα. Είχα επισκεφτεί τη Δράμα (όπου ζούσε η θεία Φανή), την Καβάλα (ξαδέλφες, δουλειές του πατέρα), τις Σέρρες (ένας θείος μου αρραβωνιάστηκε εκεί) και πολλές φορές τη Θεσσαλονίκη όπου είχαν μετακομίσει τα αδέλφια του πατέρα μου και μία αδελφή της μάνας μου.

Στο Παλαιοχώρι υπήρχαν δώδεκα παντοπωλεία, τέσσερα μανάβικα, τέσσερα κουρεία, δύο σχολεία, δύο εκκλησίες και πολλά παρεκκλήσια. Οι δρόμοι είχαν αρχίσει να τσιμεντώνονται, έφευγε το δύσβατο καλντερίμι που σακάτευε όποιον παραπατούσε, ήμουν κι εγώ ένας απ’ αυτούς που σκάλωνα ανάμεσα στις παλιόπετρες, φυτεμένες ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες πριν στη γη. Είχαμε και κινηματογράφο, «Μέγας Αλέξανδρος» στο όνομα, το πιο αγαπημένο μου καταφύγιο. Όταν τέλειωναν οι δουλειές, ερχόντουσαν θίασοι που έπαιζαν εκεί ή έστηναν το δικό τους λυόμενο θέατρο με τέντες μέσα σε άχτιστα οικόπεδα (θυμάμαι τον θίασο του Νίκου Φέρμα)· κατέφταναν όταν έπεφτε το χρήμα από τις πωλήσεις των καπνών.

Κάθε οικογένεια, ανάλογα με τα πόσα στρέμματα καλλιεργούσε, θα πληρωνόταν μια φορά τον χρόνο αλλά εκείνα τα χρήματα μόλις έφταναν για τα έξοδα μιας χρονιάς και πολλοί προσπαθούσαν να βάλουν και μια δεύτερη καλλιέργεια.

Χρήμα δεν κυκλοφορούσε όμως, υπήρχε πίστωση στα μπακάλικα και στον συνεταιρισμό που ξοφλούνταν μετά τις αγοραπωλησίες. Τραπεζικά δάνεια δίνονταν ελάχιστα για αγορά οικοπέδων ή αγροτικών οχημάτων. Στις τράπεζες έμπαιναν κάποιες οικονομίες και ο πατέρας μας είχε τρία βιβλιάρια καταθέσεων, ένα οικογενειακό και από ένα με τον αδελφό μου, όχι πολλά λεφτά αλλά με τον καιρό τοκίζονταν. Μ’ αυτά τα χρήματα σπούδασα στη Θεσσαλονίκη, ενώ αργότερα αποκτήσαμε ένα διαμέρισμα στην Οσία Ξένη στου Χαριλάου.

Βούιζε από ζωή ο τόπος. Οικογένειες με δυο τρία παιδιά η καθεμία, αυλές και δρόμοι με κόσμο, βόλτες πέρα δώθε στην κεντρική πλατεία, φωνές, καυγάδες, καντάδες, γλωσσολαλιές. Γλέντια στους γάμους και τα πανηγύρια. Δούλευαν όμως όλοι. Και ο κύκλος του καπνού δεν ήταν μικρός. Κρατούσε κοντά ένα χρόνο, λίγο τα Χριστούγεννα κόπαζαν οι δουλειές και μέχρι τον Φεβρουάριο. Μόλις έσκαζαν τα μπουμπούκια στα δέντρα άρχιζε η σπαρτή των φυτών, που τα παίρνανε μικρά από τα οτζάκια στο φυτώριο για μεταφύτευση στα χωράφια. Με το μπασκί τρυπούσανε τις αράδες και από πίσω το ποτιστήρι έβρεχε τη ριζούλα μη μαραθεί. Τα παιδιά δεν συμμετείχαμε στο φύτεμα, το βάρος έπεφτε κυριολεκτικά στα χέρια μας το καλοκαίρι στο σπάσιμο και στο μπούρλιασμα. Στο παστάλιασμα πηγαίναμε πια στο σχολείο και δεν μας απασχολούσαν.

Ζεστός Ιούλιος και, με το που έκλειναν τα σχολεία, ξεκίναγαν οι δουλειές. Οι έννοιες «διακοπές» ή «κατασκήνωση» ήταν παντελώς άγνωστες στα καπνοχώρια μας· μία φορά μόνον με έστειλαν στην προσκοπική κατασκήνωση, από την οποία έφυγα γιατί καταπιεζόμουν και όπου στους διαγωνισμούς δράσης και γνώσεων διέπρεψα μόνος εγώ στο «πτυχίο λογοτεχνίας».

Όταν τελείωνε και το τέταρτο χέρι στο σπάσιμο, τότε πλησίαζε ο καιρός ν’ ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Λίγες μέρες τον Σεπτέμβριο πήγαινα στη Θεσσαλονίκη, στους θείους μου που έμεναν στην Αγίου Δημητρίου, στην Ολύμπου και στου Χαριλάου, τέρμα κυριολεκτικά. Τις περισσότερες ώρες τις περνούσα στα σινεμά με δύο ταινίες και σε ένα μπλοκάκι έγραφα τους συντελεστές και τις εντυπώσεις μου. Με αφορμή την Διεθνή Έκθεση τριγύριζα στα ξένα περίπτερα που τα περισσότερα εξέθεταν και προωθούσαν αγροτικά μηχανήματα, τεράστια τρακτέρ και θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Θυμάμαι τον τρόμο του θείου Γρηγόρη όταν είδαμε στο περίπτερο της ΔΕΗ μια μακέτα του κάμπου να μετατρέπεται σε απέραντο εργοστάσιο εξαγωγής λιγνίτη και όπου το Παλιοχώρι σχεδόν εξαφανιζόταν από τον χάρτη. Ο Γρηγόρης ήταν ο μόνος που σπούδασε απ’ τα παιδιά του παππού, είχε διοριστεί στο Υπουργείο Βορείου Ελλάδας και μου ʼφερνε τα βιβλία που διάβαζε: Τσβάιχ, Τσέχωφ, Κρόνιν, Βενέζη και τον Γιάννη Βλαχογιάννη –απ’ όσα έχω καταγράψει στο εφηβικό μου ημερολόγιο.

Εκείνη την εποχή, χούντα ήταν, έγινε μια μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας αγροτών και οχημάτων ενάντια στο βλαβερό έργο. Ο κάμπος ήταν η τροφοδότρα πηγή της περιοχής –όχι μόνον του δικού μας χωριού αλλά και των γύρω Παγγαιορείτικων χωριών. Κατά καιρούς γίνονταν δοκιμαστικές γεωτρήσεις και συνεχίζονται ακόμη. Πρόκειται για ένα τεράστιο κοίτασμα τύρφης, ένα από τα μεγαλύτερα στον πλανήτη, όμως κανείς δεν σκέφτεται τη βρωμιά, τη μαυρίλα και την αλλοίωση του φυσικού και αρχαιολογικού τοπίου. Ένας κάμπος αποξηραμένος, μια λίμνη ήταν παλιά που, όταν πλημμύριζε με τις πολλές βροχές, έπιανε και πάλι τα αρχικά του όρια μέχρι τους πρόποδες του Παγγαίου και τις στεριές της Δράμας. Ακόμη και σήμερα, κουβεντιάζοντας στο χωριό με τους ελάχιστους εναπομείναντες αγρότες, μου λένε ότι κινδυνεύει να ξαναγίνουν λίμνη τα Τενάγη των Φιλίππων αν δεν επισπευθούν τα αποστραγγιστικά έργα. Η γη τείνει να ξαναβρεί το παλιό της καλούπι· λίγο παραπέρα, στα «Λασπόλουτρα» της Λυδίας, μπορείς να αντιληφθείς τον απύθμενο βούρκο όσο βυθίζεις το κορμί σου στην αρχαία ιαματική λάσπη.

Τα έχω γράψει αυτά στον Ναύτη, όταν είχα μετακομίσει στην Αθήνα τη δεκαετία του ενενήντα και φυσικά είχαμε σταματήσει να βάζουμε καπνά. Μόνον το παντοπωλείο κρατούσε ο πατέρας μου μέχρι να συνταξιοδοτηθεί. Βλέποντας να περνάνε από μπροστά του οι παλιοί πελάτες, φορτωμένοι με τσάντες από τα σούπερ μάρκετ της Ελευθερούπολης και της Καβάλας, συγχυζόταν· θυμόταν τα βερεσέδια τους. Στην Αθήνα, μακριά από τον κάμπο και το βουνό, αναπολούσα το χωριό, τους ανθρώπους, μα πρωτίστως τον κάμπο. Έγραφα νοσταλγώντας και ξορκίζοντας όσα είχα ζήσει εκεί. Τώρα πια καλλιεργούσα τα γράμματα όπως λέγαμε και στο γυμνάσιο.

***

Από το χωριό μέχρι τον κάμπο χρειάζεται μια ώρα περπάτημα, για τα μακρινά χωράφια πολύ περισσότερο. Γι’ αυτό και οι συγχωριανοί ξεκινούσαν με τα ζώα από τις δύο τα ξημερώματα, με άλογα και γαϊδούρια –κάρα δεν είχαμε ποτέ, η ανηφορική θέση του χωριού δεν τα ευνοούσε. Στα πλαϊνά των ζώων έδεναν δύο καλαθάρες, όπου στοίβαζαν τα καπνά. Πάνω στη σέλα φόρτωναν και ένα μποχτσά από γερό πανί, δεμένο σαν τεράστιο πουγκί μην ξεφύγουν τα παστάλια. Εμείς δεν είχαμε ζώα, μόλις που θυμάμαι έναν γάιδαρο, δεμένο στην κυδωνιά της αυλής μας. Κάποτε έριξε την μάνα μου μέσα στα χωράφια, την έσυρε και την πλήγωσε. Την έτρεχαν στο νοσοκομείο της Καβάλας, ένα συμβάν που το ανακαλώ από τις μετέπειτα διηγήσεις του μπαμπά. Όταν πήγαμε να την επισκεφτούμε, μ’ άφησε για λίγο μόνο στο πρακτορείο των ΚΤΕΛ για να δει έναν λαδέμπορο εκεί παραδίπλα και στον γυρισμό δεν με έβρισκε· μ’ έψαχνε με αγωνία, ενώ εγώ χάζευα στο λιμάνι τα καΐκια με τους Αιγύπτιους ψαράδες που ξέμπλεκαν τα δίχτυα. Ο γαϊδαράκος έφαγε το ξύλο της χρονιάς του. Αργότερα ο μπαμπάς αγόρασε ένα τρίκυκλο και έριχνε πίσω στην καρότσα τους μποχτσάδες, στριμώχνοντας κι εμένα ανάμεσά τους σαν μποχτσαδάκι.

Με το ίδιο τρίκυκλο πήγαμε επίσκεψη στη Δράμα στα σόγια μας, έναν μακρινό ξάδελφο του παππού από τη Σαμψούντα και στην όμορφη θεία Φανή που την είχε αρπάξει ένας ξυλέμπορος. Στην επιστροφή καθόμασταν πίσω στην καρότσα με την ξαδέλφη μου Τασούλα, ένα κοριτσάκι με πυκνά σγουρά μαλλιά, που την είχαμε πάρει μαζί μας. Στο κανάλι, πάνω στη στενή γέφυρα, σκόνταψε το τρίκυκλο σε μια κοτρώνα και εκτιναχθήκαμε ανάμεσα στις ψηλές καλαμποκιές. Μας έψαχνε ο πατέρας μου που –ευτυχώς– συγκράτησε το τρίκυκλο και έτσι γλιτώσαμε τη βουτιά στα θολά νερά, γεμάτα βαλτόψαρα, νεροφίδες και βατράχια που κόαζαν στις όχθες του. Η γλυκιά μου Τασούλα (στα μαλλιά της μπλέχτηκαν ένα σωρό αγκάθια), θα έφευγε άδικα από τον κόσμο αυτό το 2018. Ζούσε στην Αθήνα αλλά την έθαψαν στη Δράμα, κάτω από τα ψηλά κυπαρίσσια. Κι εγώ, φοιτητής, δέκα χρόνια μετά, θα φωτογραφιζόμουν πάνω σε ένα κανό, γυμνός σάτυρος, σε μια πόζα εμπνευσμένη από το οργιαστικό τοπίο. Ούτε αυτός που με φωτογράφισε με μια ρώσικη Lubitel ζει πια. Το τρίκυκλο, πάντως, δεν το κρατήσαμε για πολύ γιατί ο μπαμπάς είχε αδυναμία στις κάθε λογής ρόδες, οπότε σειρά πήρε ένα θηριώδες αγροτικό, ένα κατακίτρινο DAIHATSU.

***

Να προλάβουμε τον δυνάστη ήλιο! Όταν ανηφόριζε, τα καπνόφυλλα μαραίνονταν πάραυτα και πώς να τα μπουρλιάσεις; Όμως η ανατολή ήταν η πιο ευτυχισμένη ώρα, αφού θα επιστρέφαμε αναγκαστικά στο χωριό· τα μάτια έκλειναν στο καινούργιο φως που διαθλόταν ανάμεσα στα φυλλώματα των δέντρων· υπήρχαν πολλές φουντουκιές στα δικά μας χωράφια, απ’ όπου ο πατέρας μου μάζευε τσουβάλια φουντούκια και τα πουλούσε.

Δυσανασχετούσα ανάμεσα στις ρίζες που μ’ ανταγωνίζονταν σε ύψος. Φορούσα τα παλιόρουχα που, από την πολλή κόλλα, έμοιαζαν με άκαμπτες μεσαιωνικές στολές. Δεν τα πλέναμε κάθε μέρα, όμως κάθε βδομάδα η μάνα μου τα βουτούσε σε μια σκάφη με σόδα για να φύγουν οι ροζιασμένες κόλλες. Όση ζέστη και να ʼκανε έπρεπε το σώμα να καλύπτεται, ειδικά τα μπράτσα που άγγιζαν τις ρίζες όταν στριφογύριζες ανάμεσά τους. Τότε πήρα και τους πρώτους όρκους ότι δεν θα γινόμουν αγρότης ούτε θα έβαζα ποτέ καπνά και ότι θα έκανα το παν για να ξεφύγω από τον κάμπο.

Με τον καιρό γέμιζε ο τόπος σαματατζίδικα τρακτέρ· οι οικογένειες βολεύονταν πάνω στις καρότσες γιατί στο κουβούκλιο μόλις που χωρούσαν δύο άτομα. Τα τρακτέρ προχωρούσαν αργά αργά σαν τα τανκς που βλέπαμε στα επίκαιρα στον κινηματογράφο, τα παιδιά και οι έφηβοι (αν δεν ρίχναμε έναν υπνάκο ταρακουνημένο), χαιρετιόμασταν με εκείνο το τσιμπλιασμένο βλέφαρο που δάκρυζε από την αϋπνία. Παίρναμε μαζί μας λίγο κολατσό, συνήθως ψωμί και τυρί· κόβαμε καρπούζια απ’ τα μποστάνια, όλοι έδειχναν λίγη ανοχή στη ζουμερή παρανομία.

Αρχίζαμε αμέσως το σπάσιμο, υπολογίζοντας το μήκος του φύλλου και την υφή του. Όσο χάραζε τόσο πιο ευδιάκριτα γίνονταν και ξεχώριζε το χρώμα τους, ένα σκοτεινό πράσινο, σαν αρρωστιάρικο, με τις λεπτές φλεβίτσες και την απωθητική μυρωδιά της νικοτίνης και του ραντίσματος.

Κατά τις έξι τα χαράματα ήθελες να ρίξεις κάτι στο στομάχι σου. Όμως πώς να πιάσεις τα φαγητά με τα δάχτυλα που κολλούσαν χειρότερα από την UHU; Φέρναμε πετσέτες για τα φαγητά και το παγούρι. Και πώς να κατουρήσεις; Άσε το χειρότερο πώς να σκουπιστείς αν προέκυπτε το άλλο, το τόσο ανακουφιστικό για τα έντερα και ευεργετικό λιπαντικό για το χώμα; Αυτά ήταν τα δύσκολα και ακόμη πιο δύσκολο να έχεις, ως έφηβος, μια πρωινή στύση. Εκεί σκεφτόσουν τα δυσάρεστα –ας πούμε τα μνήματα και τα φαντάσματα– μπας και σου έπεφτε.

***

Ωραία, τελειώσαμε και για σήμερα! Φορτώνουμε τις καλαθάρες και το μποχτσά στο σκονισμένο αγροτικό, είναι βαριά κι ασήκωτα, μουσκεμένα από την πρωινή δροσιά. Σκαρφαλώνω στην καρότσα. Πήγε οκτώμιση, ο ήλιος βαραίνει τα βλέφαρά μου. Δεν φοράμε γυαλιά, πώς να τα φοράς σκυμμένος μεσ’ στις αράδες; Τα ψάθινα καπέλα και οι γυναικείες μαντίλες κόβουν κάπως την αδυσώπητη αντηλιά. Αρκετοί πάντως δουλεύουν μέχρι το μεσημέρι στα καλαμπόκια ή σ’ άλλες καλλιέργειες.

Φτάνουμε στο σπίτι, ξεφορτώνουμε στην αυλή. Ξεσκεπάζουμε τα καπνά. Η αυλή πρέπει να είναι σκιερή γιατί εδώ θα γίνει το μπούρλιασμα που θα κρατήσει 4-5 ώρες, ανάλογα με το φορτίο και τα άτομα. Ευτυχώς έχουμε πλάτη το θεόρατο τουρκόσπιτο, ο φόβος και ο τρόμος των παιδικών μου χρόνων αφού εκεί μέσα είχα δει το φάντασμα του Τούρκου που παραμόνευε τα μικρά παιδιά (ή μήπως είχα διαβάσει μιαν παρόμοια ιστορία;)

Μου δίνουν μισή ώρα οι γονείς μου να ξεντυθώ, να πλυθώ –χέρια, πρόσωπο– και να κοιμηθώ μισή ώρα, βαθύς ύπνος. Όταν ξανανοίγουν τα μάτια μου, με φωνάζουν από κάτω, πρέπει να ʼμαι στην ώρα μου. Ξαπλώνω στον πάνω όροφο και, κατεβαίνοντας, εύχομαι να έχει έρθει κάποιος για καμιά βελόνα. Οι βοηθοί σπανίζουν· σ’ όλους τους μαχαλάδες, σ’ όλο το χωριό, στις χίλιες τόσες οικογένειες, όλοι μπουρλιάζουν τα δικά τους καπνά. Αν τελειώσουν κάποιοι γρηγορότερα, μπορεί να πεταχτούν σε κάνα γείτονα. Έστω και μια βέργα είναι όφελος, αφού αντιστοιχεί σε έξι βελόνες. Οι αιχμηρές βελόνες έχουν στο πίσω μέρος μια τρυπούλα από όπου περνιέται ο σπάγκος· μόλις γεμίσει μια βελόνα, αδειάζεται στον σπάγκο, έξι βελόνες των πενήντα εκατοστών, περασμένες στη σειρά σαν μια τεράστια χρυσοπράσινη γιρλάντα.

Μια τέτοια βελόνα διαπέρασε την τρυπούλα μιας ξύλινης εξώπορτας ενώ είχα βάλει από πίσω το μάτι μου παίζοντας κρυφτό. Την βελόνα έσπρωχνε η γειτονοπούλα Μαίρη και –ευτυχώς– πρόλαβα να τραβηχτώ, αλλιώς θα μου ʼβγαζε το μάτι. Πάνω από το φρύδι υπάρχει το βαθουλωτό σημαδάκι. Με τη Μαίρη παίζαμε και τους γιατρούς, βάζαμε ενέσεις ο ένας στον άλλο με κάτι αιχμηρά ξυλαράκια και κατά καιρούς την ξεγεννούσα στο καμαράκι κάτω από την ξύλινη σάλα τους.

Το μπούρλιασμα χρειάζεται επιδέξια και γρήγορα χέρια. Να αρπάζεις τα ματσάκια, να περνάς ένα ένα τα φύλλα στη βελόνα, να τα σπρώχνεις πίσω, να στηρίζεις τη βελόνα κάτω από τη μασχάλη και να προσέχεις μην τσιμπηθείς. Ταυτόχρονα να πετάς το φύραμα, τα αρρωστημένα ή μισοκομμένα φύλλα και να βάζεις τα μεγαλύτερα στην άκρη να μπουρλιαστούν στο τέλος. Κάθε γεμάτη βελόνα να έχει ομοιόμορφο ύψος και πλάτος για να διατηρηθεί η ομοιομορφία στο παστάλι και στο δέσιμο. Και όλα αυτά να τα κάνεις μιλώντας, κοιτάζοντας γύρω σου, προσπαθώντας να μην αποκοιμηθείς και ελπίζοντας ότι θα προλάβεις τη βραδινή βόλτα στην πλατεία, πέρα δώθε, κάτι αδιευκρίνιστα φτερουγίσματα στην εφηβική ψυχή.

***

Στο μπούρλιασμα δεν πιάνομαι! Μπορεί να μην αντέχω το σπάσιμο, αλλά στο βελόνιασμα ξεπετάω τις βέργες, γεμίζοντάς τες γρήγορα και σωστά. Δεν πρέπει να χάνεται χρόνος, όσο νωρίτερα τελειώσουμε τόσο πιο γρήγορα θα κάνω τις βόλτες μου. Στο ραδιόφωνο, ένα Graetz με εξωτερική κεραία, ακούμε τις ραδιοφωνικές σειρές με τον αστυνόμο Λαμπίρη και την «Πικρή μικρή μου αγάπη», ατέλειωτα επεισόδια που πάντα κορυφώνονται με αγωνία. Ως τότε σιωπούμε, μετά ξαναρχίζουμε τις κουβέντες, χαιρετιόμαστε με τους περαστικούς, μοιραζόμαστε καραμέλες για να ανεβαίνει η επίδοση και να γλυκάνει η πικρίλα.   

Και πάντα η ελπίδα κάποιος να βοηθήσει. Οποιοσδήποτε έμπαινε στην αυλή, ακόμη και η μακρινή σκιά του, έφερνε μια αναλαμπή στις βαρετές στιγμές του απογεύματος.

Με τα χρόνια, ο παππούς Θόδωρος θα παρατήσουν τα καπνά και θα μας βοηθάνε, αν και εκείνος δεν πολυθέλει τα μπουρλιάσματα. Έχει πιο σοβαρή δουλειά να κάνει αργότερα με τα δεμάτια. Ωστόσο έρχεται η γιαγιά Ελισσάβετ (που τη φωνάζουμε Λισαβώ), μια χαρά, είναι γρήγορη, σιωπηλή, Πόντια λεβέντισσα. Έμενε με τον αδελφό της τον Οζούν Σάββα στον παραπάνω μαχαλά, στον δρόμο για το Κάστρο· είχανε έρθει κι αυτοί από την Σαμψούντα με την ανταλλαγή, έχοντας αφήσει πίσω τους σφαγμένες οικογένειες. Ο γαλανομάτης Θόδωρος την ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή. Είκοσι χρόνια μετά η άνοια θα την οδηγήσει, στα πιο ερεβώδη στάδια της ζωής της, να σέρνεται στα μπαουλοντίβανα από παιδί σε νύφη, από την πόλη στο χωριό όπου και κατέληξε στο δικό μας σπίτι. Όμως τα καλοκαίρια του καπνού εκείνη ήταν η πιο δουλευταρού.

Μένουν δίπλα μας ο παππούς και η γιαγιά· τα δύο σπίτια χωρίζονται με ένα στενάκι όπου αράζουν γάτες, ποντίκια, φίδια και μαυριδεροί σκορπιοί. Απέμειναν μόνοι αφού πάντρεψαν και τα έξι παιδιά. Εκείνη φουρνίζει στην αυλή και μαγειρεύει στο εξωτερικό κουζινάκι με την πήλινη σόμπα και τον τσιμεντένιο νεροχύτη που τα νερά του τρέχουν στο γλιτζερό χαντάκι. Σκεπασμένο με λαμαρίνα το παράπηγμα έχει ένα παράθυρο με δαντελένιο κουρτινάκι που βλέπει στον κάμπο. Φώλιαζα εκεί μέσα και αφηνόμουν στη ζέστη της πήλινης σόμπας, στη θαλπωρή της γιαγιάς που όλο και κάποιο έδεσμα θα είχε να μου προσφέρει –λάτρευα το τουρσί, διατηρημένο σε μακρόστενα πιθάρια.

Μεσημέρι διακόπτουμε για το φαγητό που ετοίμασε αποβραδίς η μάνα μου ή μαγειρεύει μπουρλιάζοντας ταυτόχρονα. Καθόμαστε κατάχαμα στην αυλή, πάνω σε μεντέρια και μαξιλάρια για να μαλακώνει ο πισινός· τυχεροί όσοι ακουμπάνε σε κάνα ντουβάρι ή πεζούλι όπως εμείς, που είχαμε το τουρκόσπιτο αποκούμπι μ’ όλο τον φόβο να πέσει και να μας πλακώσει μαζί και το σπίτι μας. Πέφτανε πολλά τότε παλιόσπιτα, γερασμένα. Ο μπαμπάς πετιέται στο δροσερό χαγιάτι, ξαπλώνει κάνα τέταρτο στο ντιβάνι, πολλές φορές έχω δει κόσμο να αποκοιμιέται επιτόπου, κλέβουν κάτι τρίλεπτα ύπνου –για ν’ αποδιώξουν τον πλάνητα Μορφέα.

Κάποια στιγμή έρχεται για παρέα με τη βελόνα και τον καπνό του σε ένα πανέρι κάνα γειτονάκι. Χασομέρι θεωρείται το πηγαινέλα, αλλά το συνηθίζαμε οι μικρότεροι. Εγώ πήγαινα στην Άρτεμη, στην πιο κοντινή μας αυλή, ο πατέρας της ο Γιάννης, ο βιολιτζής, παίζανε με τον δικό μου σε γάμους· μαζί με έναν ακορντεονίστα φτιάξανε ένα μουσικό τρίο και έτσι συμπλήρωναν τα εισοδήματά τους. Πήγαινα και στο χαγιάτι της Βαγγελιώς, μολονότι φοβόμουν τη βλοσυρή μάνα της, που μας μπόμπευε, θύμιζε φιγούρα σε ιστορίες του Παπαδιαμάντη (όπως τις διάβαζα, διασκευασμένες και εικονογραφημένες σε ένα αγαπημένο παιδικό βιβλίο της Άγκυρας).

Αν τελειώναμε το μπούρλιασμα νωρίτερα, η μάνα μου με προέτρεπε: «δεν πας στη θεία σου την Κατερίνα, να κάνεις καμιά βελόνα; Κάτι θα σου δώσει;» Ήμουν υπάκουος, ψυχαναγκαστικός κι ενοχικός, κι έτσι έπαιρνα δρόμο, περνούσα τα ρέματα με τις δύο πέτρινες γέφυρες που χώριζαν το χωριό. Ανατολικά οι πρόσφυγες, δυτικά οι ντόπιοι. Παλιοί γνώριμοι και οι δύο. Πρώην τουρκομαχαλάς ο προσφυγικός όπου γεννήθηκα εγώ. Η μάνα μου ντόπια, νύφη φερμένη στα προσφυγικά.

Πήγαινα στην αδελφή της, στη θεία Κατερίνα που είχε κόρη παντρεμένη στην Γερμανία και γιο ανύπαντρο στη Θεσσαλονίκη. Ο άντρας της, ο Θεολόγης, έφτιαχνε το καλύτερο κοκορέτσι, μ’ αγαπούσαν, ήταν απλοί άνθρωποι, έκανα μία βέργα, μου έδιναν μιάμιση δραχμή και έτσι εξασφάλιζα το σινεμά, το παιδικό εισιτήριο κόστιζε διόμιση δραχμές. Καθώς οι ταινίες άλλαζαν Τετάρτη με Κυριακή έπρεπε να έχω συνεχώς απόθεμα· είχα απίστευτο πάθος για τον κινηματογράφο. Έναν Προφήτη Ηλία, ενώ όλοι γλεντούσαν στον αυλόγυρο της εκκλησίας ανάμεσα στα λιόδεντρα, εγώ κλείστηκα στο σινεμά και έβλεπα μαγεμένος μια ταινία εποχής για την αρχαία Αίγυπτο. Βέβαια άνοιγαν τα μεγάλα παράθυρα του σινεμά αλλά και ποιος λογάριαζε τη ζέστη!

Τα απογεύματα βοηθούσα στο παντοπωλείο, έτρεχα σε άλλους μαχαλάδες να παίξω, παίζαμε πολύ ανάμεσα στα ερειπωμένα σπίτια. Απ’ όταν προστέθηκε το μπακάλικο στη ζωή μας, οι ευθύνες μου ήταν διπλές· ωστόσο, μπορούσα να διαλέξω ή να καθίσω στο μαγαζί που άνοιγε πρωί στις 6.30 ή να πάω στα χωράφια. Ταυτόχρονα έπρεπε να φροντίζω και τον μικρότερο αδελφό μου που μεγάλωνε εκείνη την εποχή και ήταν ιδιαίτερα ζωηρούλης.

Το παντοπωλείο είχε πολλή δουλειά, βάρη, ζυγίσματα, αλλά έτσι κέρδιζα κάνα-δυό ώρες ύπνο. Αντέγραφα τα καθημερινά βερεσέδια από τα τεφτέρια των πελατών στο δικό μας πρόχειρο τετράδιο και κάθε βδομάδα τα περνούσα στα δικά μας κατάστιχα, ένα σκληρόδετο βιβλίο με τα συγκεντρωτικά χρέη των πελατών. Πρόσεχα να μη λαθεύω γιατί έστω και μια αναντιστοιχία («ξεχάσαμε το τεφτεράκι», λέγανε στο μαγαζί) οδηγούσε σε λόγια και κατηγορίες για πανωγράψιμο. Όμως εκείνος που έκανε τις προσθέσεις με απίστευτη ταχύτητα ήταν ο μπαμπάς. Ούτε κομπιουτεράκι θα τον έφτανε σήμερα.

Με συμπαθούσαν οι πελάτες, έκοβε το μάτι μου, έκοβα και τη φέτα με ακρίβεια στο ζύγι, έβαζα και το ουζάκι στους μερακλήδες με λίγες ελίτσες και μια αντζούγια λύσσα στο αλάτι. Όταν δεν αράδιαζα στα ράφια τις κονσέρβες ή δεν έκανα κάποιες άλλες μικροδουλειές, διάβαζα μόνιμα ένα μυθιστόρημα, τον Μικρό ήρωα και τον Λούκι Λουκ που τον λάτρευα σαν να ʼταν υπαρκτό πρόσωπο. Καθόμουν μισοκρυμμένος στο γραφείο δίπλα στο ραδιόφωνο. Μουσική και διάβασμα στις κενές ώρες, όμως πόσο συγχυζόμουν όταν έμπαινε ένα πελάτης και με διέκοπτε. Είχα χτίσει έναν μικρό προσωπικό χώρο και δεν ήθελα να βγω από εκεί μέσα. Συνήθιζα περισσότερο τα γραφεία και τις καρέκλες.

***

Ο καθημερινός κύκλος του καπνού άρχιζε στις τέσσερις τα ξημερώματα («κοντά στα ξημερώματα και πριν να βγει ο ήλιος», που τραγουδούσε η Μοσχολιού στο τζουκ μποξ του καφενείου «Των Κυνηγών») και τελείωνε αργά το απόγευμα –ανάλογα με το φορτίο.

Όλες αυτές οι φορτωμένες καπνόβεργες με τα περασμένα φύλλα, έπρεπε να κρεμαστούν στα σιρένια για να αποξηρανθούν. Τα ξύλινα σιρένια βρίσκονταν μέσα στους μπαχτσέδες ή σε άχτιστα οικόπεδα. Συνήθως μακριά από το σπίτι, γιατί χρειάζονταν απλωσιά που δεν διέθεταν οι παλιές γειτονιές.

Έτσι, απόγευμα, τα μπουρλιασμένα καπνά ξανάμπαιναν προσεκτικά και συμμετρικά στις καλαθάρες ή στους μποχτσάδες και τα πηγαίναμε κατευθείαν στα σιρένια με το αγροτικό· άλλοτε φορτωνόταν ο μπαμπάς στην πλάτη τον μποχτσά, στις πιο κοντινές αποστάσεις, γιατί τα δικά μας σιρένια βρίσκονταν εκατό μέτρα από το σπίτι στο οικόπεδο ενός γείτονα κοντά στο ρέμα (όλη η γη ήταν μοιρασμένη –ακόμη και στο βουνό είχαμε μερίδιο για ξύλευση). Υπήρχαν δυο μουριές εκεί μέσα, με άσπρα και με μαύρα μούρα, που δέχονταν ομαδική επίθεση από τα παιδιά της γειτονιάς.

Ο μπαμπάς φορτωμένος με έναν μποχτσά στην πλάτη. Πολύ βαρύ φορτίο· απορώ ακόμη σήμερα πώς το σήκωνε, είχε τρομερή αντοχή, τον θυμάμαι μια μέρα να ξεφορτώνει μια καρότσα τσουβάλια τσιμέντο στην νοικιασμένη αποθήκη του μαγαζιού. Κάθε τσουβάλι ΤΙΤΑΝ ζύγιζε πενήντα κιλά· η αποθήκη, παλιός στάβλος, ανήκε στο χάνι όπου έζησε μια προσφυγίνα Σμυρνιά με δυο όμορφες κόρες.

Στα σιρένια κρατούσαμε τη φορτωμένη βέργα από τη μια μεριά εγώ και από την άλλη ο πατέρας μου και τις περνούσαμε πάνω από τα ξύλινα δοκάρια, ενάμιση μέτρο ύψος. Δέναμε τις άκρες του σπάγκου στα μεγάλα καρφιά που εξείχαν σε κάθε πλευρά. Τα αφήναμε εκεί για πολλές μέρες μέχρι να ξεραθούν, τα ελέγχαμε αν στέγνωναν και φυσικά φροντίζαμε να μη μουσκέψουν από τις ξαφνικές μπόρες. Τότε, όταν συννέφιαζε και μπουμπούνιζε (κάτι καθόλου ασυνήθιστο για το Παγγαίο), τρέχαμε και αμολούσαμε τις χοντρές λαμαρίνες, που ήταν τυλιγμένες ρολό στις άκρες, κι αυτές ξεδιπλώνονταν στριγγλίζοντας· βάζαμε βαριές πέτρες πάνω στις λαμαρίνες μην τις πάρει και τις σηκώσει ο αέρας.

Κουβαλούσα τις κοτρώνες αυτές με τα αδύναμα χέρια μου και μετά πάλι, όταν έφευγε η μπόρα, άντε να ξαναρολάρεις τις λαμαρίνες που, μερικές φορές, μας έκοβαν τα δάχτυλα ή κατρακυλούσαν και έπεφταν με πάταγο στο έδαφος· λαμαρίνες και καρφιά τα σιχαινόμουν. Από την άλλη, τα νάιλον σκέπαστρα, υπερυψωμένα σαν θερμοκήπια, που ήρθαν αργότερα να αντικαταστήσουν τις λαμαρίνες, δεν τα έβλεπες εύκολα· κόστιζαν πολύ και δεν ήταν καθόλου ανθεκτικά, μια τρυπούλα έφτανε για να μουσκέψουν τα καπνόφυλλα.

Πολλές φορές πεταγόμασταν μέσα στον ύπνο μας γιατί χαλούσε αιφνιδιαστικά ο καιρός κι ακούγαμε τα πρώτα μπουμπουνίσματα απ’ τις χαράδρες του διονυσιασμένου βουνού. Τρέχαμε με τα σώβρακα σαν αλαφιασμένοι. Δεν ακούγαμε πρόγνωση καιρού, ποιος αφουγκραζόταν τα μεσαία κύματα του κρατικού ραδιοφώνου; Οι αγρότες, βέβαια, είχαν σημάδια για τον καιρό και ειδικά για το μικροκλίμα της περιοχής που ήταν ιδιαίτερα ξεχωριστό. Μπορεί να έβρεχε στο Παγγαίο και απέναντι η Δράμα και το Φαλακρό να λάμπουν στον καταγάλανο ορίζοντα. Αν όμως ερχόταν η μαυρίλα από τη δική τους μεριά, τότε σκοτείνιαζε ο τόπος, πλημμύριζε η πεδιάδα και ξαναγινόταν ένας βούρκος, ένας βαλτότοπος.

Πριν λίγο καιρό ένας φίλος μού έστειλε στο μέιλ μια φωτογραφία και κατατρόμαξα. Η πεδιάδα των Φιλίππων, ύστερα από μερικές δυνατές μπόρες, θύμιζε την απέραντη λίμνη που ονειρευόμουν στον Ναύτη και φοβόντουσαν οι αγρότες.

Η ευθύνη για τα καπνά, τα σιρένια, τα μπουρλιάσματα ήταν βαθιά ριζωμένη μέσα μου· όλα τα παιδιά τρέχαμε και δουλεύαμε κι ας μην τα αγαπούσαμε. Κάποια μεγαλώνοντας συνέχισαν ως καπνοκαλλιεργητές μέχρι που τα σταμάτησαν αναγκαστικά και βγήκαν πρόωρα στη σύνταξη. Μπορεί να μη μιλούσαμε για δουλειές όταν βγαίναμε βόλτα, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι στα καφενεία, ωστόσο ήταν πάντα στη σκέψη μας. Τα καλοκαίρια, όταν έβλεπα κάποιους επισκέπτες στο χωριό, τους ζήλευα. Δεν θα ξυπνούσαν το πρωί, δεν θα κολλούσαν τα δάκτυλά τους, που τρίβαμε με σόδα και οινόπνευμα για να φύγει η κόλλα σαν καρκάδι.

Οι περισσότεροι ξένοι ήταν μετανάστες με καλοκαιρινή άδεια που ζούσαν στη Γερμανία ή είχαν μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη (στην Αθήνα ελάχιστοι έφυγαν). Τα παιδιά ήταν εγγόνια ή γιοι τους. Μήπως κι εκείνων οι γονείς δεν κακοπάθαιναν στα εργοστάσια της Γερμανίας; Πράγμα πολύ πιθανόν. Άκουσα μια μέρα έναν συγχωριανό μας να λέει του πατέρα μου: «κι εκεί μαύρισαν τα στήθια μας, αλλά κι εδώ δεν είχαμε στήριξη, πώς θα τα βγάζαμε πέρα;». Ο γιος του και συμμαθητής μου στο δημοτικό, παντρεμένος με Γερμανίδα, πέθανε στα σαράντα του από ναρκωτικά. Άλλο ένα τίμημα του ξενιτεμού. Άδικα τον ζήλευα τα καλοκαίρια της ξενοιασιάς του.

Τη δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα έφυγε πολύς κόσμος από τα μέρη μας. Παραλίγο να φύγει κι ο πατέρας μου μαζί με τον αδελφό του Γιώργο, αλλά τελικά μετάνιωσε. Ο θείος Γιώργος δούλεψε λίγα χρόνια στα εργοστάσια της Στουτγκάρδης ίσαμε να αγοράσει ένα μικρό διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, στου Παπάφη, όπου και τους επισκεπτόμουν ως φοιτητής. Ούτε στη Θεσσαλονίκη ακολούθησε τα άλλα αδέλφια του ο μπαμπάς, μάλλον τον τράβαγε το χωριό και δεν τα πήγε κι άσχημα που παρέμεινε. Επομένως το ότι δεν μεγάλωσα σε μια βιομηχανική περιοχή της Γερμανίας είναι κι αυτό μια σύμπτωση. Στη θέση του όμως έφυγα εγώ, μετά τα δεκαοκτώ, εκπληρώνοντας το όνειρο της δικής μου φυγής.

⸙⸙⸙

Η εποχή της πίκρας (2015-22) είναι ένα χρονικό της καπνοκαλλιέργειας στον κάμπο των Φιλίππων σε εξέλιξη. Το πρώτο μέρος δημοσιεύτηκε στο Δέντρο (τχ. 234-235, χειμώνας 2021) και στο διαδίκτυο: http://teogrigoriadis.blogspot.com/2022/02/blog-post.html

Στη φωτογραφία: Η σπαρτή. Ο πατέρας μου Λεωνίδας, όρθιος με τα γυαλιά. Οι γονείς και τα αδέλφια του. Η μητέρα μου, Στεργιανή, πρώτη δεξιά.

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή