Ζωγραφική: Λήδα Κοντογιαννοπούλου

Διονύσιος Σκλήρης

Η «ευαίσθητη βρώση»
ως εκπλήρωση του «οὐ φονεύσεις».
Σχόλια για τον «θανάσιμο» χαρακτήρα της λαιμαργίας

Στον Λούντβιχ Φόιερμπαχ αποδίδεται η έκφραση «είσαι ό,τι τρως», την οποία προσέλαβε ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν για να πει ότι ο άνθρωπος είναι ζώον θεούμενον επειδή τρώει τον Θεό στη θεία Ευχαριστία. Ενώ οι δυτικές «αλυσίδες των παθών» ξεκινούσαν από τα πάνω, από την αλαζονεία, για να δηλώσουν ότι είναι ο υπερήφανος άνθρωπος αυτός που κινδυνεύει να ολισθήσει σε σωρεία αμαρτημάτων, συμπεριλαμβανομένων και των σαρκικών, οι αντίστοιχες ανατολικές αφορμώνταν από τα κάτω, από τη γαστριμαργία, αποδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στο πώς προσλαμβάνει ο άνθρωπος την ύλη και τη ζωή. Ειδικότερα ως λαιμαργία νοείται η ηδονή του λαιμού και του στόματος, ενώ ως γαστριμαργία η ηδονή της γεμισμένης κοιλιάς. Στο χριστιανικό κοσμοείδωλο η λήψη της τροφής βρίσκεται στο επίκεντρο του διακυβεύματος της σωτηρίας και της πτώσεως. Η σωτηρία έρχεται μέσα από τη βρώση του Θεού, ενώ η πτώση, κατά την παραβολή, συνέβη λόγω της κατανάλωσης του απαγορευμένου καρπού. Αν όμως η θέωση επιτυγχάνεται μέσα από τη βρώση, τότε και ο απαγορευμένος καρπός στην ουσία δεν ήταν παρά ένας λάθος τρόπος θεώσεως, ήτοι η μάταιη προσπάθεια άμεσης αυτοθέωσης. Οπότε η απαγόρευση από τον Θεό είχε απλώς σημασία χρονισμού: Ο Θεός δεν απαγόρευσε μια επιμέρους τροφή, προκαλώντας την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά τον κάλεσε σε υπαρξιακή υπομονή, δηλαδή να μην αναζητήσει από μόνος του και αμέσως την ομοίωση μαζί Του, αλλά να εμπιστευθεί σε Αυτόν τον σωστό καιρό κατά τον οποίο η ομοίωση αυτή θα ερχόταν διά της ενώσεως με τον Υιό Του, –γιατί όχι;– και πάλι μέσω της βρώσεως. Αντιστρόφως, η γνώση του καλού και του κακού σήμανε ότι η βρώση ως πληρέστερη μορφή κοινωνίας είναι πτωτικώς αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με τον θάνατο και τη φονικότητα.

Γαστριμαργία και ειδωλολατρία: Οι δύο μορφές κορεσμού

Στην πτωτική εκδοχή της η βρώση, ως απαίτηση άμεσης απόλαυσης, έχει έναν πρωταρχικότατο οντολογικό χαρακτήρα ως τρόπος πρόσληψης του κόσμου μέσω της ύλης και της ζωής. Στην ασκητική γραμματεία, το πάθος της λαιμαργίας/γαστριμαργίας συνδέεται άμεσα με αυτό της λαγνείας, καθώς η τροφή και η σεξουαλική αναπαραγωγή είναι οι δύο θεμελιώδεις τρόποι επιβίωσης του πτωτικού κόσμου, οπότε το βασικό υπαρξιακό διακύβευμα είναι το αν ο άνθρωπος θα βυθιστεί ολοκληρωτικά σε αυτό το μάταιο κυνήγι της επιβίωσης ή αν θα επιχειρήσει μια νύξη έστω ελευθερίας, αποβλέποντας στην τελική σωτηρία του κόσμου επέκεινα της εφήμερης επιβίωσης. Θα είχε, όμως, εξίσου μεγάλο υπαρξιακό ενδιαφέρον να συνδεθεί το πάθος της λαιμαργίας/γαστριμαργίας με τις δύο κατεξοχήν εκδηλώσεις της αμαρτίας στη Βίβλο, αρχής γενομένης ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: την ειδωλολατρία και τη φονικότητα. Ειδικά η γαστριμαργία ως ηδονή από την πλήρωση της γαστρός, είναι το υλικό αντίστοιχο της ειδωλολατρίας, καθώς και τα δύο τελματώνουν την επιθυμία. Όπως η ειδωλολατρία στερεί από την εικόνα την παραπεμπτικότητά της προς τον άπιαστο υπερβατικό Θεό και την καθιστά ένα κλειστό σύστημα αυτοαναφορικότητας που προκαλεί πνευματικό κορεσμό, έτσι και η γαστριμαργία αφαιρεί από τη λήψη τροφής τον χαρακτήρα της ευχαριστίας με υπόμνηση του επέκεινα ως αιτία της ζωής και την καθιστά μέσο υλικού κορεσμού και σαρκικής αυτοαναφορικότητας. Και αν η λαιμαργία αποτελεί ένα πιο προσωρινό μεταβατικό αμάρτημα φευγαλέας ηδονής, η γαστριμαργία είναι το πάθος που στερεί από τον άνθρωπο την ευκαιρία να αντιμετωπίσει το καταγωγικό του έλλειμμα, εγκλείοντάς τον έτσι σε μια αεροστεγή ενθαδικότητα. Αντίθετα της ειδωλολατρίας και της γαστριμαργίας είναι εν προκειμένω η προσευχή και η νηστεία, που μόνο δι’ αυτών «ἐκπορεύεται τοῦτο τὸ γένος» (Ματθ. 17,21). Η προσευχή είναι μια ανάληψη του πνευματικού μας ελλείμματος με νοερά παραπομπή στον όλως Άλλο, ενώ η νηστεία είναι μια αποδοχή του σαρκικού μας ελλείμματος, της θνητότητάς μας, ώστε να αποφευχθεί ο πνευματοκτόνος κορεσμός και να διανοιγούμε διττώς στην πρόσληψη του κόσμου ως ευχαριστία.

Ο θανάσιμος χαρακτήρας της πτωτικής βρώσης

Η διάσταση όμως του πάθος της λαιμαργίας/γαστριμαργίας, που είναι περισσότερο επίκαιρη στην εποχή μας, είναι το ότι αποτελεί παράβαση του βιβλικού «οὐ φονεύσεις», καθώς στην πτωτική εκδοχή της η βρώση συνοδεύεται κατ’ ανάγκη από τη θανάτωση της ζωής, είναι το κατεξοχήν «θανάσιμο» αμάρτημα, έχοντας πλέον λάβει τις διαστάσεις μεγίστου οικολογικού κινδύνου. Η πρωτοφανής στην ιστορία της ανθρωπότητας «βιομηχανική κτηνοτροφία» (industrial farming) σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των εξημερωμένων ζώων χάνουν τη ζωικότητά τους, ήτοι στερούνται την ανάγκη τους να κινηθούν ελεύθερα, να πραγματώσουν τη φύση τους, να ζήσουν τις χαρές της ζωής τους, μετατρεπόμενα ουσιαστικά σε μηχανές, σύμφωνα με τον προφητικό καρτεσιανό ορισμό ότι το ζώο είναι μηχανή, ο οποίος επιτελέστηκε όχι στην πρώιμη, αλλά στην ύστερη νεωτερικότητα. Καταντούν εργαλειοποιημένα γρανάζια ενός συστήματος που έχει ως σκοπό του τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης κατανάλωσης. Γιατί εντέλει αυτή είναι η μορφή που έχει λάβει η γαστριμαργία σήμερα: Η βρώση ως κατ-ανάλωση, δηλαδή ως πλήρης εξάλειψη μιας ετερότητας διά της εγκολπώσεώς της από το υποκείμενο, με τρόπο μάλιστα, ώστε στο συλλογικό επίπεδο να έχει σχηματιστεί ένα ολόκληρο κατ-αναλωτικό σύστημα όπου η ανάπτυξη τίθεται ως αυτοσκοπός, προκειμένου να υπάρξει οικονομική κινητικότητα και πρόοδος διά του ανταγωνισμού, η δε κατανάλωση είναι η σύγχρονη κατηγορική προσταγή.

Υπάρχει οντολογικό βάθος στην ηθική αφύπνιση του βιγκανισμού;

Η υπερβολή της βιομηχανικής κτηνοτροφίας, η οποία επίσης εμπεριέχει πολλαπλούς οικολογικούς κινδύνους από το γεγονός λ.χ. ότι αχανείς εκτάσεις αποδίδονται στην εκτροφή βοοειδών, καταστρέφοντας την ισορροπία των οικοσυστημάτων, έχει βεβαίως οδηγήσει και σε μία ηθική «αφύπνιση» (αυτή είναι και η ετυμολογική σημασία της «woke» κουλτούρας). Στα αρχαία χρόνια οι άνθρωποι είχαν «αφυπνισθεί» στην ηθική ανάγκη να σταματήσουν τον κυριολεκτικό κανιβαλισμό, μια διαδικασία η οποία αποτυπώνεται σε πληθώρα αρχέγονων μύθων, που διασώζονται ακόμη και σε ελληνικές τραγωδίες και στην Παλαιά Διαθήκη. Στην εποχή μας διάγουμε μια νέα ηθική αφύπνιση ότι με τη βρώση μας παραβιάζουμε την εντολή του «οὐ φονεύσεις» ως προς τα ζώα, αλλά, ενδεχομένως, και τα φυτά, ενώ είναι σημαντική και η παραπλήσια παράμετρος ότι λ.χ. διά της μαζικής φυλακίσεως τεράστιου αριθμού εξημερωμένων ζώων σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, τους στερούμε τη χαρά της αυτοπραγμάτωσης της ζωικής τους φύσης, της ειδοποιού διαφοράς τους, όπως θα έλεγαν αριστοτελιστές του Μεσαίωνα και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Μετατρέπουμε εντέλει τον βίο τους σε μία μηχανοποιημένη ειρκτή ατέλειωτου και ανείπωτου βασανισμού.

Η πρόσφατη πανδημία του κορονοϊού μας έδωσε ένα εύγλωττο παράδειγμα του πόσο «θανάσιμο» και για τους ανθρώπους είναι το πάθος της λαιμαργίας. Αν ακολουθήσουμε τις έως τώρα πιθανότερες (μη συνωμοσιολογικές) ερμηνείες του φαινομένου, η πανδημία οφείλεται στην «κατάλυση του φραγμού των ειδών», η οποία οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος αποψιλώνοντας τα δάση και καταστρέφοντας τα οικοσυστήματα δεν σεβάστηκε το «δικαίωμα» των ζώων να είναι άγρια, με αποτέλεσμα ιοί που δεν είναι «θανάσιμοι» για άλλα είδη άγριων ζώων να καταστούν θανάσιμοι για τον άνθρωπο. Μία χαρακτηριστική ψυχολογικώς λεπτομέρεια είναι ότι αποτελεί χόμπι πολλών ανθρώπων να καταναλώνουν άγρια ζώα, «δαμάζοντας» με αυτόν τον τρόπο την ελευθερία τους να αντιστέκονται ακόμη στην εξημέρωση. Υπάρχουν εξειδικευμένα εστιατόρια που προσφέρουν ως γκουρμέ εμπειρία την κατανάλωση παρόμοιων εξωτικών ζώων, όπως λ.χ. και οι παγκολίνοι, και κατά μία έννοια η λαιμαργία καθίσταται έτσι ένα πάθος του ανθρώπου να εξαφανίσει οποιαδήποτε διαφορά ή και άγρια ετερότητα έρχεται από τον μη ανθρώπινο κόσμο. Η βρώση γίνεται έτσι ένα μέσο υποταγής και κατίσχυσης επί του μη ανθρώπινου άλλου, με αποτελέσματα εντέλει θανάσιμα και για τους ανθρώπους. (Ασφαλώς, και στην περίπτωση που τυχόν αποδειχθεί τεχνητή προέλευση του κορονοϊού, δεν αναιρείται η διαπίστωση για τους κινδύνους από την εξάλειψη της αγριότητας, αλλά αντιθέτως εντείνεται ο ηθικός αποτροπιασμός από την ενδεχόμενη πρακτική να «πειραματίζεται» ο άνθρωπος σε εργαστήρια με ιούς που έχει αντλήσει από την άγρια ζωή, τροποποιώντας τους ενδεχομένως και με τη βοήθεια της τεχνολογίας). Η πρόσφατη, λοιπόν, εμπειρία της πανδημίας θα έπρεπε να μας προβληματίσει για το πόσο θανάσιμο είναι το αμάρτημα της κατανάλωσης της αγριότητας ως μια σύγχρονη (αλλά και παλαιά) μορφή λαιμαργίας και να μας οδηγήσει ακόμη περισσότερο στη συνειδητοποίηση της ανάγκης αφύπνισης.

Είναι βεβαίως γνωστές οι πολλές ενστάσεις προς τα σύγχρονα κινήματα της χορτοφαγίας ως μέρος της «κουλτούρας αφύπνισης» (woke culture). Μεταξύ των αντιρρήσεων μπορεί συνοπτικά να αναφερθεί ότι απουσιάζει από αυτά ένα καθολικό όραμα ανθρώπινης συλλογικής και πολιτικής πραγμάτωσης, με αποτέλεσμα αυτή να ωθείται σε ιδιωτικές ηθικές επιλογές που υποκαθιστούν το πάθος για τη δημόσια πολιτική δράση. Συχνά αυτή η έμφαση σε ηθικές επιλογές λειτουργεί ως τρόπος ξεπλύματος μεγαλύτερης απανθρωπίας στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ενώ οπωσδήποτε ο καπιταλισμός με όλες τις ζωτικές αντιφάσεις του καραδοκεί για να επανακτήσει (recuperation) όλα αυτά τα κινήματα ηθικής αφύπνισης στη δική του λογική της διαρκούς αναζήτησης πηγών κερδοφορίας. Υπάρχει επίσης το φιλοσοφικό ζήτημα: στην παλαιότερη κλασική φιλοσοφία ήταν σαφής η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώου. Σήμερα πού θα τεθούν τα όρια του ανανεωμένου «οὐ φονεύσεις»; Στον άνθρωπο ή στα ζώα που έχουν χαρακτηριστικά όπως μια μορφή αυτοσυνειδησίας, νοημοσύνης, αυτοκινησίας κ.ο.κ.; Μπορεί να είναι αποφασιστικό κριτήριο η δυνατότητα ζώων να νιώθουν οδύνη και έτσι να μετατεθεί το όλο κίνημα της ηθικής αφύπνισης σε ένα καθαρά ωφελιμιστικό πεδίο σταθμίσεως πόνου και ηδονής; Είναι δυνατόν να επεκτείνουμε το «οὐ φονεύσεις» και στα φυτά; Αλλά αυτό θα σήμαινε την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να επιβιώσει. Επίσης, μήπως αυτή η νέα κατατριβή με το τι πρέπει να τρώμε καταλήγει σε μία ποσοτικοποίηση της ηθικής, όπου καλούμαστε πάντα να υπολογίζουμε ποιο ζώο ή και φυτό που καταναλώνουμε νιώθει πόσο ακριβώς πόνο ή πόσο καταπιέζεται και χάνει τη φύση του κ.ο.κ. Πολλοί θα αντέτειναν ότι μια παρόμοια ποσοτικοποίηση και υποβάθμιση του ιδιαζόντως ανθρωπίνου θα κατέληγε σε μια σχετικοποίηση της απόλυτης αξίας του ανθρωπίνου προσώπου. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι οι πλέον ωφελιμιστές από τους υποστηρικτές των δικαιωμάτων των ζώων υποστηρίζουν επίσης την ευθανασία ή υποβαθμίζουν την τραγικότητα των αμβλώσεων κ.ο.κ.

Ευαίσθητη βρώση: Για μια τροφή απελευθερωμένη από τον θάνατο

Παρόμοιες ενστάσεις θίγουν περισσότερο την αντικατάσταση της πραγμάτωσης της ανθρωπότητας σε συλλογικό και πολιτικό επίπεδο από μια μονομερή έμφαση σε επιμέρους lifestyle επιλογές, όμως κατά κανόνα δεν τοποθετούνται επί της νέας ηθικής αφύπνισης καθ’ αυτήν, η οποία μάλιστα μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει και σε μία συλλογική χειραφετητική πολιτική δράση. Παραμένει το γεγονός ότι η σύγχρονη λαιμαργία της βιομηχανοποιημένης κατανάλωσης σπέρνει θάνατο και απερίγραπτη οδύνη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο βιγκανισμός αναβιώνει ένα αρχέγονο χριστιανικό αίτημα για μια τροφή απελευθερωμένη από τον θάνατο. Η Θεία Ευχαριστία βασίζεται στη σταύρωση του Χριστού, η οποία δεν είναι μια οποιαδήποτε θυσία, αλλά η τελευταία θυσία, η θυσία εξόδου από τις θυσίες. Αυτό είναι και το νόημα του ότι είναι μια «ἀναίμακτος θυσία». Το κλώμενον σῶμα είναι του αναστάντος Χριστού και αυτό σημαίνει ότι έχουμε επιτέλους το όραμα για μια τροφή απελευθερωμένη από τον θάνατο. Εφόσον μάλιστα η Ευχαριστία θεωρείται ως μια προτύπωση της αιώνιας εσχατολογικής κατάστασης που είναι η ελευθερία από τον θάνατο, αυτό σημαίνει ότι οι χριστιανοί προσδοκούν και στην άλλη ζωή των εσχάτων να έχουν μια βρώση με την έννοια της κυκλοφορίας της ύλης, η οποία όμως να έχει καθαρθεί από τον θάνατο, τον οποίο εμπεριέχει η βρώση στον πτωτικό τρόπο της.

Αυτό, όμως, δεν είναι και το ζητούμενο της ηθικής αφύπνισης του βιγκανισμού; Μία «ευαίσθητη βρώση» κατά την οποία κάθε στιγμή που βάζω μια μπουκιά στο στόμα μου αναλογίζομαι πόσο θάνατο, αλλά κατ’ επέκταση και πόσο πόνο έχω προκαλέσει με το να επιβιώνω τρώγοντας. Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε ότι η «ευαίσθητη βρώση» αποτελεί ένα αίτημα ευρύτερο του βιγκανισμού, καθώς συνιστά μια ηθική ευθύνη να πληροφορούμαστε διαρκώς για τις συνέπειες της βρώσης μας, καθώς ενδέχεται μια ορισμένη υπερβολή, λ.χ. στην κατανάλωση αμυγδάλων ή αβοκάντο να δημιουργήσει οικολογικές καταστροφές εξίσου ή και περισσότερο σημαντικές σε σχέση με την κατανάλωση κρέατος.

 Σήμερα, λοιπόν, έχει έρθει η ώρα για να αναλογιστούμε το οντολογικό βάθος της ηθικής αφύπνισης. Την «ευαίσθητη βρώση» ως μία εκπλήρωση της βιβλικής εντολής «οὐ φονεύσεις», η οποία στην απολυτότητά της είναι ένα εγχείρημα αδύνατο πλην εμπνευστικό για νέους τρόπους ανθρώπινης και ζωικής συνύπαρξης.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή