© Sally Man

Γιώργος Χουλιάρας

Η γενιά των εβδομήκοντα

Η κατά κεφαλήν παραγωγή στίχων στην Ελλάδα είναι αξιοσημείωτη. Χωρίς να υπάρχουν υλικά κίνητρα. Η αγορά βιβλίων ποίησης είναι πολύ περιορισμένη. Ιδίως από νέα άτομα που εισέρχονται στον χώρο συχνά απαιτείται αυτοχρηματοδότηση των εκδόσεων. Σημαντικό μέρος της παραγωγής απορροφάται από περιοδικά και ιστολόγια. Λίγα βραβεία συνοδεύονται από οικονομικό έπαθλο, ενώ η απουσία αποζημίωσης θεωρείται αυτονόητη.

Τα κίνητρα ανάγονται, επομένως, σε φιλοδοξίες δημιουργίας σε μια γλώσσα, στην οποία σε μεγάλο βαθμό καθιερώθηκε στη Δυτική παράδοση η ποίηση ως μήτρα της τέχνης του λόγου. Στο εξωτερικό, η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία συνεχίζει να συνδέεται κυρίως με ποιητικά επιτεύγματα, με τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο και άλλους. Στην ελληνική πνευματική ζωή, η ποίηση συνιστά ένα είδος ρυθμιστικής πειθαρχίας, όπως την έχω αποκαλέσει, αν και συνολικά η στάση της ελληνικής κοινωνίας έναντι της ποίησης χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία.

Η αμφιθυμία αυτή αντανακλάται και από την πλευρά της ποίησης, που εξ ορισμού, όπως κάθε δημιουργική πράξη, παριστάνει ότι αφίσταται της ιστορίας και των συνθηκών στις οποίες γεννήθηκε. Μονολογεί ή συνδιαλέγεται με τη δική της ιστορία, καθιστώντας όσα καταφέρνει ακατανόητα για όσους βρίσκονται εκτός τεμένους, λόγω καλλιτεχνικού αναλφαβητισμού. Από την άλλη, δεν παύει να ζητά να παρέμβει, να επιθυμεί να γίνει κατανοητή, να θέλει να αναδείξει ένα δημοκρατικό ήθος ανάγνωσης, που διατρέχει τη λογοτεχνία και στις πιο απόκρυφες στιγμές της, καθώς η γλώσσα είναι κτήμα κοινό.

Αντίστοιχες συνθήκες ίσχυαν και πριν από τη δημιουργία του διαδικτύου. Χωρίς να είναι ανάγκη να τις συνειδητοποιούν, αλλά με τη φυσική ευφυΐα όσων καλλιεργούν παιχνίδια της γλώσσας, σε ένα τέτοιο πλαίσιο αναπτύχθηκε η λεγόμενη γενιά του εβδομήντα. Αυτό συνέβη όμως κατά τη διάρκεια μιας δικτατορίας και στον απόηχο διεθνών κινημάτων, με συνέπεια να αναδειχθεί μια γενιά ποιητών της αμφισβήτησης. Χρησιμοποιώ τον όρο «ποιητής» για λόγους συνεννόησης, αν και θα προτιμούσα να αποτελεί τίτλο μετά θάνατον, κατόπιν κλήρωσης.

γενεαλογίες

Εν πάση περιπτώσει, τώρα τα χρόνια συμπληρώθηκαν και η γενιά των εβδομήκοντα ήρθε κατά κάποιον τρόπο στα πράγματα. Εκ των υστέρων, κάθε έκβαση είναι φυσιολογική. Πρόκειται δηλαδή για αναμενόμενη εξέλιξη, όπως διαρκώς συμβαίνει με ανεπιτυχείς αμφισβητίες. Αν η αμφισβήτηση ήταν επιτυχής, τα πράγματα ίσως ήταν αλλιώς και κανείς να μην είχε έρθει.

Έχοντας φτάσει μέχρις εβδόμης γενεάς, αφού τους έχουν περάσει γενεές δεκατέσσερις, εύκολα υπολογίζεται μια κοινή ημερομηνία έκδοσης πρώτου βιβλίου γύρω στο 1970, με μέσο όρο ηλικίας εκείνη την εποχή περίπου είκοσι ετών. Πρόκειται επίσης για ένα πλήθος κάπου εβδομήντα ατόμων, παίρνοντας υπόψη ότι σχεδόν εξήντα ποιητές ανθολογούνται από τον Δημήτρη Αλεξίου, φερ’ ειπείν. Κατά προσέγγιση άλλωστε υπολογίζονται και οι εβδομήκοντα των Πτολεμαίων, που θρυλείται ότι ήταν 72, όσες και οι φυλές των προς μετάφραση ποιητών, η γλώσσα των οποίων είχε ξεχαστεί.

Περαιτέρω προβληματισμός περί γενεών δεν φαίνεται απαραίτητος. Η ελληνική μελάνη που έχει χυθεί για την έννοια της γενιάς ξεπερνά τις σουπιές στα πιάτα. Επιμένω στην εκτίμηση, που είχα εξαρχής διατυπώσει, ότι η ανάδειξη της «γενιάς του ʼ70» συνέπιπτε με προσωρινή αποσιώπηση όσων ακολούθησαν τους ποιητές της «γενιάς του ʼ30» και πέρασαν χρόνια πριν αναφανούν στη μεταπολίτευση (Αναγνωστάκης, Δημουλά, Καρούζος, Λειβαδίτης, Πατρίκιος, Ρουκ, Σαχτούρης κ.ά.).

Στη λεγόμενη γενιά του τριάντα έχω εκτενώς αναφερθεί σε κείμενα κυρίως στα αγγλικά. Αξιοσημείωτα παραμένουν ότι, πρώτον, όταν εκπρόσωποί της έγραφαν κάποια από τα σημαντικότερα ποιήματα τους –παριστάνοντας ότι Παλαμάς, Καβάφης, Καρυωτάκης, Μελαχρινός, αλλά και κανείς άλλος, δεν είχαν προηγηθεί μεταξύ εκείνων και μυθικών προγόνων, όπως ο Σολωμός, ή naïf δημιουργών (Μακρυγιάννης, Θεόφιλος)– κάθε άλλο παρά συγκέντρωναν το ενδιαφέρον των αργοναυτών της κριτικής, που στην πεζογραφία αναζητούσαν το χρυσόμαλλο δέρας.

Δεύτερον, η γενιά αυτή, στην οποία συνέχισαν να εντάσσουν σύγχρονούς της ποιητές, ακόμη και τους υπερρεαλιστές, χωρίς οι στίχοι τους να στοιχίζονται, καθιερώθηκε με την μετεμφυλιακή φιλελευθεροποίηση της δεκαετίας του 1960. Εν συγκρούσει πλευρές συνέκλιναν στην αποδοχή μιας «πολιτιστικής ανασυγκρότησης», όπως πρότεινα να ονομαστεί, που ακολούθησε μετά την περίοδο του Δόγματος Τρούμαν, όταν και ο Ντίζι Γκιλέσπι φόρεσε φουστανέλα και τζαμάρισαν με τον Κουίνσι Τζόουνς και τον Τσιτσάνη στις Τζιτζιφιές, όπου τους είχε πάει ο Χατζιδάκις.

διαφορο-ποιήσεις

Τώρα που η γενιά των εβδομήκοντα καθιζάνει έχοντας θριαμβεύσει, δεν έχω δικαιολογία να μη συνεντάσσομαι με συνομηλίκους γνωστούς και φίλους, παρά την απόσταση που υπήρχε ή τηρούσα όταν το ρεύμα αυτό ήταν στο φόρτε του. Σταθερά υποστηρίζω τους σκύλους που θα βρεθούν από κάτω (underdogs), έστω και αν προτιμώ τις γάτες, η ανεξαρτησία και τρυφερή αγριότητα των οποίων συγκινεί περισσότερο από τον κυνισμό της αδιάφορης αφοσίωσης. Παραμένοντας όλοι μίγματα στερεοτύπων και προκαταλήψεων, όχι οι αρετές, αλλά οι αμαρτίες μας είναι οι μόνες που μπορεί να μας σώσουν.

Βασικό στοιχείο διαφοροποίησης ήταν η από πλευράς μου άρνηση του εξομολογητισμού. Έχοντας φύγει μετά το γυμνάσιο για σπουδές στην Αμερική και από κοντά ζήσει το πώς εργαστηριακά φροντισμένες «εξομολογήσεις» κυριάρχησαν στην αμερικανική ποίηση, έβλεπα να δημιουργούνται προγεφυρώματα σε ευρωπαϊκά εδάφη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα. Εγώ όμως θεωρούσα την ποίηση ένα είδος αντι-εξομολογητικής αυτοβιογραφίας. Επιπλέον, στον βαθμό που μια σειρά από δημιουργικές υποτροφίες είχαν δείξει ότι μπορούσα να γράφω απευθείας στα αγγλικά, αυτό έπαψε να με ενδιαφέρει.

Σε διαρκή απόκλιση, δεν με ενδιέφεραν προσωπικές στιγμές ή οι δυνατότητες έκφρασης, που πιο πρακτικά μπορούσαν να υλοποιηθούν κατεβαίνοντας με οτοστόπ ή οδηγώντας από το Όρεγκον στην Καλιφόρνια ή από το Πόρτλαντ στη Νέα Υόρκη. Δεν με ενδιέφερε κανενός είδους νοσταλγία, η νόσος αυτή Ελβετών μισθοφόρων, όπως έχω ξαναπεί, δεδομένης της ετυμολογικής ιστορίας της, σε αντίθεση και συμπλήρωση προς την οποία πρότεινα τον όρο οικαλγία. Η Ελλάδα δεν βρισκόταν κάπου μακριά, αλλά όπου βρισκόμουν και την άπλωνα γύρω μου. Επιπλέον, τι νόημα έχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση, αν κάποιος επίσης δεν αμφισβητεί τον εαυτό του, δημιουργώντας ρήξεις, τις χαραμάδες εκείνες από όπου μπαίνει φως, όπως έλεγε ο Λέοναρντ Κόεν;

Με ενδιέφερε κατ’ αρχάς η μάχη με τις εικόνες. Και πηδώντας από νησί σε νησί διέσχισα το Αιγαίο έως τη Θεσσαλονίκη: Η προμετωπίδα αυτή στα Εικονομαχικά (1972) παρέπεμπε στα Εκατό χρόνια μοναξιάς, ένα βιβλίο άγνωστο τότε στην Ελλάδα, που είχε μόλις μεταφραστεί στα αγγλικά και έτσι ανακάλυψα τον Μπόρχες στο βιβλιοπωλείο του Λόρενς Φερλινγκέτι. Στη σειρά Του μάγερα (1973-75), δηλαδή ενός πρότυπου δημιουργού, που δημοσιεύτηκε αργότερα, το Σινεμά φέρει αφιέρωση στη μνήμη του επίσης τότε άγνωστου Βάλτερ Μπένγιαμιν. Επρόκειτο μάλλον για ψιλά γράμματα.

Με ενδιέφεραν μεταβάσεις σε Άλλη γλώσσα (1981), τίτλος που παραπέμπει σε Εγγονόπουλο και Κάλας, ο υλισμός των λέξεων (Μολύβι στο ψωμί), η ιστορία (Ο θησαυρός των Βαλκανίων, 1982, Στιχάκια από το ημερολόγιο της επανάστασης του ʼ21 και Ελευθερία του Ύμνου & άλλα εθνικά ποιήματα) και η διασπορά, νέα είδη και νεολογισμοί Fast Food Classics», Στίχοι ταχυφαγείων, 1992), τα γράμματα της αλφαβήτου και της επιστολογραφίας (Γράμμα, 1995) και η μυθουργία, όπως έχει τονίσει ο Στάθης Γουργουρής, ενώ αναδρομικά (2005-1970) οι Δρόμοι της μελάνης συν όσα ακολούθησαν.

«Βαρέθηκα πια το Αιγαίο, τα ρεμπέτικα, τη θάλασσα»: η ρήξη έχει καταγραφεί στη Νεωτερική Γεωγραφία ʼ70, που αντιπαρατίθεται στην «ασφαλίτικη εξακρίβωση των καλολογικών στοιχείων». «Αιχμάλωτοι του στυλ», επιμένει, «χάνουν συνέχεια στα χαρτιά τις λέξεις του μπαμπά τους». «Όλοι μια μέρα τουρίστες γινόμαστε στον τόπο μας», ενώ «κουφάλα ποίηση, βλαστημούν οι ταξιτζήδες στο Σύνταγμα».

τοπολογίες

Η αποστασιοποίηση στην οποία αναφέρομαι μπορεί τοπολογικά να γίνει αντιληπτή ως αποτέλεσμα μιας διπλής απόστασης: εξωτερικής λόγω Αμερικής και εσωτερικής λόγω Θεσσαλονίκης. Ήμουν από κάθε άποψη μακριά από την περιακροπολική βαυαρική πρωτεύουσα που ονομάζεται Αθήνα, αν και, λόγω ενεργού συμμετοχής στην ίδρυση και σε δράσεις περιοδικών και εκδόσεων, κάποιοι δεν αντιλαμβάνονταν τη σχεδόν συνεχή απουσία μου στο εξωτερικό. Κάποιοι άλλοι ίσως δεν γνωρίζουν ότι έχω επιστρέψει.

Οπουδήποτε έχω βρεθεί άλλωστε βοήθησα να επινοηθεί κάποιος μη υπαρκτός συγγραφέας, είτε επρόκειτο για τον Ανδρέα Καραβή στην Οττάβα είτε για τον πρόδρομο του ανυπαρξισμού Ιωάννη Ζεμενό, με προφητικά ομώνυμο χάνι καθ’ οδόν προς τους Δελφούς. Η γενιά μας κυνηγούσε τουρίστριες και τουρίστες. Αυτός πήγε να τους κυνηγήσει στον τόπο τους. Έτσι, πριν από δεκαετίες, θέλησε να με συστήσει σε άγνωστη παρέα ένας φίλος, πάνω στον οποίο έπεσα τυχαία σε ένα μπαρ, περαστικός από τη γενέτειρα.

Σε επίμετρο αναμνηστικής έκδοσης με τα τεύχη της πρώτης περιόδου, έχω αναφερθεί στο περιβάλλον μέσα στο οποίο προέκυψε το Τραμ, για την έκδοση του οποίου είχαμε βάλει από 300 δραχμές ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Μίμης Σουλιώτης και εγώ. Την επόμενη ημέρα επέστρεφα στο Όρεγκον. Λόγω αποδημίας δεν εμφανιζόμουν μεταξύ υπεύθυνων της έκδοσης. Η αμερικανική υποτροφία με κράτησε μακριά από το Γεντί Κουλέ. Τα Εικονομαχικά όμως ήταν μεταξύ των πέντε πρώτων βιβλίων που εκδόθηκαν από το περιοδικό. Ακολούθησε η σειρά με τα «Τραμάκια», όπως αποκλήθηκαν, που καθιέρωσε πολλές από τις φωνές της συναυλίας των εβδομήκοντα.

Οι φιλικές σχέσεις που είχα την τύχη να αναπτύξω, ιδίως με τον Ελύτη και τον Εμπειρίκο, παρέμειναν πρότυπο του γιατί πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι με τους νεότερους και να μη γκρινιάζουμε για τις μουσικές επιλογές τους. Μια μουσική για γέρους είναι το ροκ εντ ρολ, όπως ήταν πάντοτε, αλλά ήμασταν νέοι και δεν το ξέραμε. Ο Σαχτούρης μου είχε γράψει, ενώ πώς να ξεχάσω ότι, αρχαιότερος, ο Δενέγρης ζήτησε να με γνωρίσει, όταν έμαθε ότι θα περνούσα από την Αθήνα, έχοντας διαβάσει ένα πρώτο βιβλίο μου;

Καθώς φαίνεται ότι γεννήθηκα ώριμος και πήρε χρόνια να κατακτήσω την ανωριμότητά μου, πρόσφατα συνειδητοποίησα ότι ήμουν στην τρίτη τάξη του τότε εξατάξιου γυμνασίου όταν έγινα διευθυντής του δίγλωσσου, στα ελληνικά και στα αγγλικά, λογοτεχνικού περιοδικού Προσανατολισμοί στο σχολείο μου. Αποφοιτούσαν οι μαθητές που το είχαν αρχίσει και δεν υπήρχε διάδοχος στις αμέσως επόμενες τάξεις. Βεβαίως, όταν ξεκινάς από την κορυφή, ακολουθεί η κατηφόρα.

Exile (Εξορία) πάντως ονομαζόταν το περιοδικό που βγάλαμε στο Όρεγκον με Αμερικανό συγκάτοικό μου. Δεν είχαμε δει, όταν νοικιάσαμε το σπίτι, ότι σύρριζα στην πίσω αυλή υπήρχαν γραμμές τρένου, από όπου περνούσε εμπορικός συρμός στις 8 το βράδυ. Χωρίς να προειδοποιούμε τους νέους καλεσμένους, λίγο νωρίτερα αρχίζαμε ποιητικές αναγνώσεις, που θα διέκοπταν τρομώδεις σιδηροδρομικές αναταράξεις. Κάποιες φορές τα γεγονότα διακόπτουν την ποίηση, όπως γνώριζε και ο Φερνάζης.

Σε συλλογικές προσπάθειες, όπως είναι τα περιοδικά, οι εκδόσεις και οι εκδηλώσεις και δράσεις διαφόρων φορέων, έχω αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής μου. Θα πρέπει, φαντάζομαι, να αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στη μουσική που παράγουν συγκροτήματα. Εντούτοις, εξακολουθούν πιο πολύ να με συγκινούν ορισμένοι μοναχικοί εκτελεστές, όπως ο Μπι Μπι Κινγκ, ο Τσακ Μπέρι, ο Τζίμι Χέντριξ, ο Κάλβος ή η Dakota Staton, που ακόμη αργεί να πάρει τη θέση που της ανήκει.

Αντιθέτως προς όσα είναι γνωστά από τις ΗΠΑ ή το Βιετνάμ, στον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα δεν επικράτησαν οι Βόρειοι, αλλά οι Νότιοι. Αυτό επέτεινε μια βορειο-ευρωπαϊκή διάθεση, που προϋπήρχε στη Θεσσαλονίκη. Διαβάζοντας Κάφκα αναρωτιόσουν σε ποιον δρόμο της πόλης θα ζούσε, πριν από το Ολοκαύτωμα. Σουρεαλιστικότερη του υπερρεαλισμού, η δικτατορία εξέθρεψε τον υπαινικτικό λόγο και την αλληγορία στην ποίηση. Αποτελούσε προστασία να μην είναι βέβαιοι τι λες.

Χρόνια αργότερα, υπουργός πολιτισμού χαρακτήρισε τους ποιητές λαπάδες. Τι έχετε να πείτε, μου τηλεφώνησε να ρωτήσει δημοσιογράφος. Οφείλονται συγχαρητήρια στον υπουργό για όσα είπε για τους ποιητές, απάντησα. Πράγματι, ο λαπάς στρώνει το στομάχι, όταν όλα προκαλούν αηδία. Δεν νομίζω η απάντηση να δημοσιεύτηκε.

εξουσίες

Άρνηση και απόσταση από καθιερωμένη εξουσία συνιστούν νέες μορφές εξουσίας αντιεξουσιαστικής εκδοχής. Με τον Ρίτσο εκτοπισμένο και τον Σεφέρη ακόμη αμίλητο, η ανάδειξη της γενιάς των εβδομήκοντα συνδέθηκε με ένα διάχυτο αντι-χουντικό πνεύμα. Αναδυόταν μια αντίληψη έξω από το κουτί (outside the box), όπως θα έλεγαν εκπρόσωποι νεοφυών επιχειρήσεων, ή έξω από τον φράχτη, όπως έλεγε ο Δημήτριος Καπετανάκης.

Εξω-λογοτεχνικοί παράγοντες συχνά προσδιορίζουν τη δημοφιλία της λογοτεχνίας, που θα συνεχίσει να διαβάζεται, αν είναι επαρκής. Δημοφιλή μπορεί να γίνουν συμβατικά έργα, που θα εξαφανιστούν με μια επόμενη γενιά αναγνωστών. Καλά βιβλία, όχι μόνον ποίησης, μπορεί να είναι δύσκολο να βγουν από το γκέτο των επαγγελματικών αναγνώσεων.

Η γενιά των εβδομήκοντα βίωσε μια διπλή εμπειρία υποδοχής της ποίησης, καθώς λόγω περιόδου τα πρώτα τους βιβλία κυκλοφόρησαν περισσότερο από βιβλία προγενέστερων. Επρόκειτο για μια εμπειρία αντίστοιχη με εκείνες συγγραφέων στην τότε Ανατολική Ευρώπη, που η αναγνωσιμότητά τους απηχούσε αντικαθεστωτικές διαθέσεις. Τα πράγματα όμως άλλαξαν με την κατάρρευση της δικτατορίας και η ελληνική εμπειρία προσέγγισε τη Δυτική Ευρώπη. Οι αναγνώστες της ποίησης μετακόμισαν σε γήπεδα για συναυλίες εύπεπτα μελοποιημένων στίχων. Παρά τις αξιοπρόσεκτες εξαιρέσεις, η μελοποίηση πρόσθεσε το μελό στην ποίηση.

Ασφαλώς υπάρχουν πολλές άλλες πτυχές του θέματος, σε κάποιες από τις οποίες έχω αναφερθεί στη συζήτηση με τον Αναστάση Βιστωνίτη στου Γκοβόστη, σε αφιερώματα του Χάρτη (για τον Βαρβέρη, τον Κοντό, τον Σουλιώτη κ.ά.) και άλλων περιοδικών ή σε διάφορα περιποιητικά κείμενα.

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή