Σωτηρία Τριανταφύλλου

Η γενιά του «πρέπει»

Γεννηθήκαμε στο τέλος της δεκαετίας του ʼ80, σε μια Ελλάδα που ακόμα τραγουδούσε με ένταση, που οι Τρύπες έγραφαν στίχους για την απελπισία μας πριν καν μάθουμε τι σημαίνει η λέξη, που τα Ξύλινα Σπαθιά και οι De Facto έχτιζαν το soundtrack μιας γενιάς που δεν γνώριζε ακόμα ότι θα μεγαλώσει με το βάρος του «πρέπει» καρφωμένο στους ώμους. Η ελληνική ροκ δεν ήταν απλά μουσική για εμάς – ήταν ο τρόπος με τον οποίο μάθαμε να ονομάζουμε όσα δεν είχαμε ακόμα λόγο να εκφράσουμε.

Το τελευταίο κομμάτι του αναλογικού κόσμου

Προλάβαμε κάτι από τον παλιό κόσμο, το τελευταίο ρεύμα μιας εποχής που έσβηνε. Θυμόμαστε το μαγικό τελετουργικό του walkman: το κλικ όταν έκλεινες την κασέτα, το rewind με το μολύβι για να μην ξοδέψεις μπαταρίες, τις ώρες που περνούσες φτιάχνοντας την «τέλεια» κασέτα για να τη δώσεις σε κάποιον που σου άρεσε! Κάθε mixtape ήταν δήλωση –τι τραγούδια επέλεγες, με ποια σειρά, τι έγραφες στο εξώφυλλο με το χέρι σου. Υπήρχε χρόνος για όλα αυτά. Υπήρχε υπομονή.

Κρυβόμασταν σε σαλόνια παγωμένα, αυτά που περίμεναν τους εκλεκτούς επισκέπτες. Μοναχικά και άδεια, με τα καλά έπιπλα σκεπασμένα, τις θλιβερές κουρτίνες κολλαρισμένες. Εκεί, στον χώρο που δεν επιτρεπόταν να ζήσουμε, κλέβαμε στιγμές μόνοι μας. Κλέβαμε και τα γλυκά από τα βάζα, από τις πιο «γνωστές» κρυψώνες που νομίζαμε ότι μόνο εμείς γνωρίζαμε. Κρατούσαμε μυστικό όταν το απογευματινό μας στο χωριό της γιαγιάς και του παππού, ήταν ζάχαρη σε βρεγμένο ψωμί –η γλύκα της απλότητας που δεν την αναγνωρίζαμε ακόμα ως τέτοια.

Μετά ήρθε το CD, και νομίζαμε ότι είδαμε το μέλλον. Το discman που «πηδούσε» όταν περπατούσες γρήγορα, η anti-shock μνήμη που ήταν το όνειρο κάθε εφήβου. Ήμασταν η τελευταία γενιά που ξέρει τι σημαίνει να περιμένεις την Παρασκευή για να πας στο δισκάδικο, να ακούσεις κομμάτια στα ακουστικά πριν αγοράσεις, να γυρίσεις σπίτι και να κάτσεις στο δωμάτιό σου με το βλέμμα κολλημένο στο φυλλάδιο με τους στίχους. Δίναμε ραντεβού στο video club, αναζητώντας με τις ώρες την τέλεια ταινία, πληρώνοντας συνήθως την καθυστερημένη επιστροφή της προηγούμενης επιλογής.

Κάναμε μάθημα στο σχολείο για το νέο νόμισμα που άλλαζε τη ζωή μας. Το ευρώ ήταν το μέλλον, μας έλεγαν. Δε μάθαμε όμως πόσο πιο λίγο θα αξίζει αυτό που κερδίζουμε, πόσο πιο ακριβά θα πληρώνουμε τα πάντα. Αλλάξαμε χαρτονομίσματα και μαζί τους άλλαξε κάτι πιο βαθύ – η αίσθηση του τι μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά, του τι είναι «φθηνό» και τι «ακριβό». Ξαφνικά, όλα ήταν πιο μακριά.

Περνούσαμε ατελείωτες ώρες στο ωδείο. Το πιάνο, η κιθάρα, οι παρτιτούρες που μύριζαν μουχλιασμένο χαρτί και όνειρα. Κάθε Σάββατο πρωί ή απόγευμα Τετάρτης είχαμε το ίδιο ραντεβού με μια πειθαρχία που δεν καταλαβαίναμε γιατί μας επιβαλλόταν. Τώρα ξέρουμε: ήταν το πρώτο μας μάθημα για το «πρέπει». Πρέπει να εξασκηθείς, πρέπει να αποδείξεις, πρέπει να αξίζεις κάτι. Η μουσική δεν ήταν παιχνίδι –ήταν υπόσχεση για έναν καλύτερο εαυτό που έπρεπε να κατακτήσουμε.

Ο σεισμός που μας έκλεισε σε κουτιά

Και μετά ήρθε ο σεισμός του ’99. Τα πάντα άλλαξαν εκείνη τη στιγμή. Κίτρινα και κόκκινα σημάδια στους τοίχους των μονοκατοικιών ανακοίνωσαν το μέλλον της δυστοπικής εικόνας των συνοικιών. Άλλαξε ό,τι είχε απομείνει από μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Μπήκαμε σε κουτιά, σε πολυκατοικίες που μύριζαν μπογιά και τσιμέντο, σε διαμερίσματα χωρίς ιστορία. Ο χώρος μας συρρικνώθηκε. Οι αυλές εξαφανίστηκαν, τα πάρκα άδειασαν, οι γειτονιές έγιναν αόρατες. 

«Κοιτούσαμε» από τα παράθυρα των νέων σπιτιών τις αλάνες και τα πάρκα που δεν υπήρχαν πια. Κάτι έσπασε εκεί –κάτι πέρα από τα κτίρια. Μάθαμε νωρίς ότι η σταθερότητα είναι ψέμα, ότι το χώμα κάτω από τα πόδια σου μπορεί να κουνηθεί οποιαδήποτε στιγμή. Και μάθαμε να ζούμε με αυτήν την αβεβαιότητα σαν να είναι φυσιολογική.

Μακριά από το σπίτι, κοντά στο «πρέπει»

Και μετά ήρθαν οι σπουδές μακριά από το σπίτι. Η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα, η Κρήτη –όποιος τόπος μας έπεφτε στην κλήρωση των πανελληνίων. Φύγαμε με βαλίτσες γεμάτες ρούχα και φόβο, με υποσχέσεις ότι θα τηλεφωνούμε κάθε μέρα, ότι θα γυρνάμε κάθε Παρασκευή. Δεν γυρίζαμε. Μάθαμε να ζούμε σε σπιτάκια με υγρασία, σε εστίες με θόρυβο, σε φοιτητικές γκαρσονιέρες που το χειμώνα έβλεπες την ανάσα σου.

Μάθαμε να μαγειρεύουμε ζυμαρικά με κονσέρβα, να μετράμε τα χρήματα μέχρι την επόμενη κατάθεση, να κρυώνουμε για να μην ανάψουμε το καλοριφέρ. Και κάθε φορά που μας καλούσαν στο τηλέφωνο οι γονείς μας, δίναμε απαντήσεις ότι όλα ήταν καλά. «Ναι, μαμά, τρώω κανονικά». «Όχι, μπαμπά, δεν χρειάζομαι τίποτα». «Ναι, διαβάζω, όλα καλά πάνε». Ακόμα κι αν δεν ήταν.

Ακόμα κι αν νιώθαμε χαμένοι σε μια πόλη που δεν μας ήθελε, σε ένα σύστημα που δεν μας έβλεπε. Ακόμα κι αν μέναμε ξύπνιοι τη νύχτα διερωτώμενοι τι κάνουμε εκεί, αν αξίζει, αν θα βγει άκρη. Το «πρέπει» μάς το είχαν μάθει καλά: πρέπει να είσαι δυνατός, πρέπει να τα καταφέρεις μόνος σου, πρέπει να μην ανησυχούν. Η ενηλικίωση ήταν αυτό –να μάθεις να κρύβεις πόσο δύσκολα είναι.

Αυτές οι χρονιές μας δίδαξαν την αυτονομία με τον πιο σκληρό τρόπο. Όχι σαν απελευθέρωση, αλλά σαν ανάγκη. Γίναμε ενήλικες όχι επειδή ήμασταν έτοιμοι, αλλά επειδή έπρεπε. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις βιβλιοθήκες και στα φτηνά μπαρ, στα κρύα πρωινά των υπεραστικών λεωφορείων και στις νύχτες με άγχος, διαμορφώθηκε αυτό που είμαστε σήμερα –άνθρωποι που ξέρουν να επιβιώνουν, που ξέρουν να χαμογελούν κι όταν πονάνε, που ξέρουν να λένε «όλα καλά» κι όταν δεν είναι.

Δε ζήσαμε τις στερήσεις του παρελθόντος –την ακραία φτώχεια, τη δεσποτική οικογένεια, την πατριαρχία στη σκληρότερη μορφή της, την αδυναμία μόρφωσης. Είχαμε πρόσβαση σε πανεπιστήμια, σε βιβλία, σε ευκαιρίες που οι γονείς μας ονειρεύονταν. Μεγαλώσαμε σε μια Ελλάδα που άνοιγε, που υποσχόταν περισσότερα. Και ίσως γι’ αυτό το «πρέπει» μας πιέζει διαφορετικά –όχι για επιβίωση, αλλά για απόδειξη. Πρέπει να δικαιολογήσουμε τις ευκαιρίες που μας δόθηκαν, να αποδείξουμε ότι τις αξιοποιήσαμε σωστά.

Ανάμεσα σε δύο κόσμους

Νιώθουμε οικεία με τους μεγαλύτερούς μας, έχουμε κάτι κοινό μαζί τους –εκείνη την αναφορά σε έναν κόσμο που δεν ήταν ψηφιακός, που οι σχέσεις χτίζονταν πρόσωπο με πρόσωπο, που έπρεπε να κανονίσεις από πριν τι ώρα θα βρεθείτε γιατί δεν υπήρχε SMS να στείλεις την τελευταία στιγμή. Θυμόμαστε τηλέφωνα με καντράν, το ταμπού να σηκώσεις το ακουστικό και να πέσεις πάνω στον πατέρα του αγοριού που σου άρεσε, τις προσεκτικά γραμμένες επιστολές που δεν θα σταλούν ποτέ.

Αλλά προλάβαμε και κάτι από το καινούργιο. Είδαμε το διαδίκτυο να γεννιέται –όχι ως εργαλείο αλλά ως φαινόμενο. Τα πρώτα chatrooms, το ICQ με τον χαρακτηριστικό ήχο, τα emails που έπαιρναν ώρες να «κατέβουν». Ήμασταν εκεί όταν η σύνδεση με τον κόσμο σήμαινε ακόμα κάτι –όταν ήταν επιλογή και όχι υποχρέωση.

Το βάρος του «πρέπει»

Μεγαλώσαμε ενοχικά. Υπηρετήσαμε εικόνες, μπήκαμε σε κουτάκια –του καλού μαθητή, του υπεύθυνου τέκνου, του επιτυχημένου επαγγελματία. Να αποδείξουμε ότι αξίζουμε, ότι μοχθούμε. Κάθε βήμα μας είναι επιβαρυμένο από αυτό το αόρατο «πρέπει». Πρέπει να σπουδάσεις, πρέπει να βρεις δουλειά, πρέπει να φτιάξεις οικογένεια, πρέπει να αγοράσεις σπίτι, πρέπει να είσαι παραγωγικός, πρέπει να είσαι ευτυχισμένος.

Και στο λίγο λέμε ευχαριστώ. Είμαστε η γενιά που δεν ξέρει πώς να ζητήσει παραπάνω, γιατί μάθαμε ότι το «παραπάνω» είναι πολυτέλεια. Η ευγνωμοσύνη μας είναι σχεδόν αυτοματοποιημένη –ευχαριστούμε που έχουμε δουλειά, ευχαριστούμε που μπορούμε να πληρώσουμε το νοίκι, ευχαριστούμε που δεν είμαστε χειρότερα. Έχουμε μετατρέψει την επιβίωση σε επιτυχία.

Η κρίση που μας υποδέχτηκε

Η οικονομική κρίση δεν μας διέκοψε χρυσές εποχές –μας υποδέχτηκε στην έναρξη της ενήλικης ζωής. Βγήκαμε από τα πανεπιστήμια το 2008, το 2010, το 2012. Στεκόμασταν με τα πτυχία στο χέρι μπροστά σε μια αγορά εργασίας που κατέρρεε. Αντί για ευκαιρίες, μάθαμε για προγράμματα stage, για 400 ευρώ με διδακτορικό, για «καλύτερα αυτό παρά τίποτα». 

Είμαστε φτωχοί. Και νομίζουμε πως είμαστε οικονομικά καλά. Κοντά στα σαράντα, πολλοί από εμάς μένουμε ακόμα με τους γονείς μας ή μοιραζόμαστε διαμερίσματα σαν να είμαστε φοιτητές. Το να μπορείς να πληρώσεις το ενοίκιο και να πας μια φορά το μήνα για φαγητό έξω είναι επιτυχία. Δεν ονειρευόμαστε πια σπίτια –ονειρευόμαστε σταθερότητα.

Η αναβλητική συμπεριφορά έγινε η κρυψώνα μας. Μας γλιτώνει από τον οποιοδήποτε κόπο, τοποθετεί στο βάθος του μυαλού σκέψεις, όνειρα και επιδιώξεις. Μας κάνει να ξεχνάμε επιλεκτικά. Βραβεύει το εφήμερο και αγνοεί επιδεικτικά το σημαντικό. «Θα το κάνω του χρόνου», λέμε για την αλλαγή που θέλουμε, για το ταξίδι που ονειρευόμαστε, για τη δουλειά που μας ταιριάζει. Ο χρόνος περνάει και εμείς παραμένουμε, παγωμένοι στην αναμονή μιας στιγμής που δεν έρχεται ποτέ.

Καθησυχάζει τη σκέψη αλλά τροφοδοτεί κρυφές ανασφάλειες και τύψεις. Μια άρνηση στο «ναι» της εξέλιξης δίνει περισσότερο χώρο απ’ όσο έχουμε φανταστεί σ’ αυτούς που ετοιμάζουν με επιμέλεια το δικό μας μέλλον, σ’ αυτούς που αποφασίζουν κάτω από το πέπλο της δικής μας αναβλητικής συμπεριφοράς.

 Το σώμα που ξαναβρίσκουμε

Κάνουμε γυμναστική τώρα. Όχι όταν ήμασταν παιδιά. Τότε το σώμα ήταν αυτονόητο, ήταν εκεί απλά –έτρεχε, έπαιζε, κουνιόταν χωρίς σκέψη. Τώρα το σώμα είναι project, είναι υπευθυνότητα, είναι ακόμα μία υποχρέωση. Yoga, γυμναστήριο, τρέξιμο στην παραλιακή –όχι από χαρά αλλά από άγχος. Πρέπει να διατηρήσουμε την υγεία μας, πρέπει να δείχνουμε καλά, πρέπει να μην γεράσουμε.

Κι εδώ είναι το παράδοξο: κοντά στα σαράντα, νιώθουμε πως πλησιάζουμε τα τριάντα. Δεν γερνάμε –αυτό τουλάχιστον πιστεύουμε. Βλέπουμε τους γονείς μας να γερνούν, αλλά εμείς; Εμείς είμαστε ακόμα η ίδια γενιά που άκουγε De Facto στο δωμάτιο με κλειστή την πόρτα, που έκλαιγε με στίχους, που ονειρευόταν να φύγει μακριά. Μόνο που τώρα το «μακριά» δεν είναι γεωγραφικό –είναι χρονικό.

Μεταξύ αξίας και κόστους

Πόσο κοστίζει πραγματικά μια στιγμή γεμάτη όμορφες σκέψεις; Είναι δυνατόν να κοστολογήσουμε τον χρόνο; Το μυαλό μας γεμίζει με αριθμούς, σύμβολα που αναγκαζόμαστε να μετατρέψουμε σε απτή «χάρτινη ισχύ». Αγγίζουμε την χάρτινη ύλη και γεμίζουμε δύναμη κτήσης του υλικού γίγνεσθαι.

Μάθαμε να υπολογίζουμε τα πάντα. Κάθε βράδυ έξω είναι μαθηματική πράξη, κάθε ταξίδι ισοζύγιο, κάθε επιλογή spreadsheet. Η αξία μιας στιγμής δεν μετριέται πια από την ποιότητά της αλλά από το τι κοστίζει. «Αξίζει;» ρωτάμε –όχι «θέλω;».

Εντούτοις, κάπου βαθιά, θυμόμαστε ακόμα. Θυμόμαστε πώς ήταν να χάνεις ώρες ακούγοντας μουσική χωρίς να κάνεις τίποτα άλλο. Θυμόμαστε πώς ήταν να χορεύεις χωρίς να σε νοιάζει ποιος κοιτάει. Θυμόμαστε πώς ήταν να σταματήσεις να μυρίσεις ένα λουλούδι κι ας μην έχουμε ακόμη άνοιξη.

Το bildungsroman μιας γενιάς

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης της γενιάς μας δεν έχει το κλασικό τόξο αφήγησης. Δεν ξεκινήσαμε αθώοι και φτάσαμε σοφοί. Ξεκινήσαμε με προσδοκίες και μάθαμε να τις μειώνουμε. Ξεκινήσαμε με όνειρα και μάθαμε να τα λέμε «ρεαλιστικούς στόχους». Ξεκινήσαμε με ενέργεια και μάθαμε να τη διαχειριζόμαστε σαν πεπερασμένο αγαθό.

Είμαστε η γενιά που άκουσε τους γονείς της να λένε «σπούδασε για να έχεις καλύτερη ζωή από εμάς» και κατέληξε να λέει στα δικά της παιδιά «μάθε να προσαρμόζεσαι». Είμαστε η γενιά που πίστεψε στην αξιοκρατία και ανακάλυψε ότι η αξιοκρατία λειτουργεί μόνο όταν το σύστημα το επιτρέπει.

Αλλά είμαστε και η γενιά που δεν έχει ξεχάσει. Κάθε φορά που ακούμε εκείνα τα παλιά τραγούδια– κάτι ξυπνάει. Μια μνήμη όχι του παρελθόντος αλλά του εαυτού που θα μπορούσαμε να είμαστε. Μια υπενθύμιση ότι κάποτε, πριν μας πουν τι πρέπει να κάνουμε, ξέραμε τι θέλαμε να κάνουμε.

Τι απομένει;

«Στάθηκε δίπλα της, της ψιθύρισε, σταμάτα να κλαις…δεν αξίζει…».

Αλλά ίσως να αξίζει. Ίσως η ενοχή, το «πρέπει», η κούραση, η αναβλητικότητα, όλα αυτά που μας ορίζουν –να είναι ακριβώς το υλικό από το οποίο φτιάχνεται η αντίσταση. Δεν υπάρχει λόγος να αφήσουμε για αύριο ό,τι μπορούμε να δημιουργήσουμε σήμερα, ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε, να διαβάσουμε, να ομολογήσουμε, να φωνάξουμε.

Το σίγουρο είναι πως θα πληρώσουμε πολλά –το πληρώνουμε ήδη. Ας είναι μόνο υλικά. Ας μην καταθέσουμε το πνεύμα και την ψυχή μας, ούτε καν σε δόσεις. 

Είμαστε η γενιά του «πρέπει», αλλά ίσως μπορούμε να γίνουμε και η γενιά του «θέλω». Όχι επειδή το πιστεύουμε με σιγουριά, αλλά επειδή αξίζει να το δοκιμάσουμε. Επειδή κάπου, σε ένα παλιό walkman που δεν δουλεύει πια, σε μια κασέτα που ξεχάσαμε σε ένα συρτάρι, ακόμα παίζει εκείνο το τραγούδι που μας θύμιζε ποιοι ήμασταν πριν μάθουμε ποιοι πρέπει να είμαστε.

Κι ακόμα, σταματάμε. Ακόμα κοιτάζουμε με θαυμασμό ροζ ουρανούς και κύματα. Ακόμα μπορούμε να χάσουμε την ανάσα μας μπροστά σε ένα ηλιοβασίλεμα, να νιώσουμε την αλμύρα στο πρόσωπο, να ακούσουμε τη θάλασσα σαν να είναι η πρώτη φορά. Κάπου μέσα μας, κάτω από τα στρώματα του «πρέπει» και της κούρασης, ζει ακόμα εκείνο το παιδί που πίστευε στην ομορφιά χωρίς λόγο, που μπορούσε να χαρεί χωρίς να το δικαιολογήσει.

Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό bildungsroman της γενιάς μας –όχι πώς μάθαμε να επιβιώνουμε, αλλά πώς, παρά όλα, δεν ξεχάσαμε πώς να ζούμε. Έστω για μια στιγμή, μπροστά σε έναν ροζ ουρανό, με τα πόδια στην άμμο και την καρδιά ανοιχτή. Έστω για μια ανάσα, να θυμηθούμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν χρειάζεται να τα αξίζουμε για να τα απολαύσουμε. Υπάρχουν ακόμα στιγμές που δεν κοστολογούνται, που δεν υπηρετούν κανένα «πρέπει», που απλά είναι.

Και μπορεί αυτό, τελικά, να είναι η πιο μεγάλη μας νίκη. Η πιο μεγάλη μου νίκη.

Κύλιση στην κορυφή