Μετάφραση: Θοδωρής Σταμάτης
Στο βιβλίο Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης[1], ο Μίλαν Κούντερα θυμάται κάποια γεγονότα που συνοψίζουν τις ζοφερές σκέψεις του αναφορικά με την Ευρώπη. Το διαμέρισμα ενός φίλου του, ενός διάσημου Τσέχου φιλοσόφου, δέχτηκε έφοδο από την αστυνομία και ένα χειρόγραφο χιλίων σελίδων κατασχέθηκε. Λίγο αργότερα, ο Κούντερα περπατούσε με τον φίλο του στους παλιούς δρόμους του κέντρου της Πράγας. Ο φιλόσοφος προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός. Πώς θα μπορούσε η αστυνομία να αποκρυπτογραφήσει το κείμενό του; Το ερμητικό ιδίωμά του θα τους άφηνε ενεούς. Ο Κούντερα όμως ήξερε ότι ο φίλος του ήταν απαρηγόρητος. Η αστυνομία κατάσχεσε το μοναδικό αντίτυπο ενός κειμένου που το δούλευε δέκα ολόκληρα χρόνια –μια επίθεση εναντίον της ελευθερίας του μακράν πιο καταστροφική από την απειλή της πενταετούς φυλάκισης, την τιμωρία που προέβλεπε ο κομμουνιστικός ποινικός κώδικας εάν καταδικαζόταν για «υπονομευτική δράση εναντίον της δημοκρατίας».
Οι δυο τους, όσο περπατούσαν, σκαρφίστηκαν ένα σχέδιο. Θα μετέτρεπαν το εν λόγω επεισόδιο σε διεθνές σκάνδαλο γράφοντας σε «κάποια προσωπικότητα υπεράνω της πολιτικής, κάποιον που αντιπροσώπευε μιαν αδιαμφισβήτητη αξία, κοινά αποδεκτή στην Ευρώπη»[2]. Τότε είχαν μια φαεινή ιδέα:
Ξαφνικά, καταλάβαμε πως τέτοια προσωπικότητα δεν υπήρχε, Ναι, υπήρχαν μεγάλοι ζωγράφοι, θεατρικοί συγγραφείς και μουσικοί, αλλά δεν κατείχαν πλέον στην κοινωνία την προνομιακή θέση των ηθικών αυθεντιών που θα αποδεχόταν η Ευρώπη ως πνευματικούς αντιπροσώπους. Η κουλτούρα δεν υπήρχε πια σαν πεδίο όπου υλοποιούνταν υπέρτατες αξίες.
Βαδίσαμε προς την πλατεία της παλιάς πόλης, κοντά στην οποία έμενα τότε, και νιώσαμε μιαν απέραντη μοναξιά, ένα κενό, το κενό του ευρωπαϊκού χώρου απ’ όπου αποχωρούσε αργά αργά η κουλτούρα.[3]
Ό,τι επακολούθησε, το οποίο ο Κούντερα περιέγραψε σύντομα σε μια υποσημείωση, ήταν παράδοξο. Μετά από πολλούς ενδοιασμούς, ο φιλόσοφος έστειλε μια επιστολή στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, την «τελευταία μεγάλη παγκόσμια μορφή της κουλτούρας»[4]. Όπως σημειώνει ο Κούντερα, ο Σαρτρ, εξαιτίας της πίστης του στην πολιτική στράτευση των συγγραφέων, «είχε θέσει τις θεωρητικές βάσεις της παραίτησης της κουλτούρας από τη θέση της αυτόνομης, ιδιαίτερης, ανυπέρβλητης δύναμης»[5]. Ωστόσο ο πρώην υπαρξιστής –και μετέπειτα μαρξιστής– απάντησε αμέσως στην επιστολή, δημοσιεύοντας μια δήλωση στην εφημερίδα Le Monde όπου καταδίκαζε τη συμπεριφορά της αστυνομίας, και έναν χρόνο αργότερα το χειρόγραφο επεστράφη.
Τη μέρα που κηδεύτηκε ο Σαρτρ (πέθανε τον Απρίλιο του 1980), ο Κούντερα σκέφτηκε πως η επιστολή «δεν θα έβρισκε πια κανέναν παραλήπτη»[6]. Η κουλτούρα, στην οποία οι δύο φίλοι εναπόθεσαν τις ελπίδες τους, «εγκατέλειψε ήδη τη θέση της»[7].
Η ζωή των δύο ανδρών αιτιολογεί αυτή τη σκοτεινή αντίληψη. Χωρίς να κατονομάζεται από τον Κούντερα, ο φιλόσοφος ήταν ο διά βίου μαρξιστής Κάρελ Κόσικ (1926-2003). Αφού φυλακίστηκε σε ένα ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Κόσικ σπούδασε στη Σοβιετική Ένωση και ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος καθ’ όλη τη διάρκεια της σταλινικής περιόδου. Διακεκριμένος υπέρμαχος του σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο κατά τη δεκαετία του ’60, έγινε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, από την οποία αποπέμφθηκε το 1970, μετά την εισβολή των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, τον Αύγουστο του 1968. Το διαμέρισμά του έγινε φύλλο και φτερό τον Απρίλιο του 1975 και δεν ξαναδημοσίευσε τίποτα μέχρι την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989.
Η αρχική πορεία του Κούντερα δεν ήταν διαφορετική. Γεννημένος το 1929, έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στην εφηβεία του και, εκτός από δύο χρόνια (1950-1952) κατά τη διάρκεια των οποίων διαγράφηκε εξαιτίας «αντικομματικής δραστηριότητας», παρέμεινε σε αυτό μέχρι το 1970, όταν διαγράφηκε για δεύτερη φορά. Σε αντίθεση με τον Κόσικ, ωστόσο, ο Κούντερα επέλεξε την αυτοεξορία. Το 1975 εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και, αφότου του αφαιρέθηκε η τσεχική υπηκοότητα το 1979, έγινε Γάλλος υπήκοος το 1981. Σήμερα, στα ενενήντα τέσσερά του, εξακολουθεί να ζει στο Παρίσι.
Ο Κούντερα επανέκτησε την τσεχική υπηκοότητα το 2019, αλλά έχει δηλώσει επίσημα ότι είναι εκ πεποιθήσεως Γάλλος συγγραφέας και αρνήθηκε να παραστεί σε πολυάριθμες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν προς τιμήν του στη Δημοκρατία της Τσεχίας. Το πλέον διάσημο μυθιστόρημά του Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης[8] πρωτοδημοσιεύτηκε το 1984 σε γαλλική και αγγλική μετάφραση. (Μια αμερικανική κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου με πρωταγωνιστές τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, τη Ζυλιέτ Μπινός και τη Λένα Όλιν βγήκε στις αίθουσες το 1988.) Το πρωτότυπο τσεχικό κείμενο εκδόθηκε το 1985 και παρέμεινε απαγορευμένο στην πατρίδα του Κούντερα μέχρι την πτώση του κομμουνισμού. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στους New York Times το 1984 εξέφρασε τις αμφιβολίες του όσον αφορά αυτήν καθεαυτή την ιδέα της «πατρίδας», διερωτώμενος εάν, σε τελική ανάλυση, τούτη δεν είναι τίποτε άλλο παρά «μια ψευδαίσθηση, ένας μύθος, […] μια φαντασιοκοπία στην οποία παραμένουμε προσκολλημένοι».
Η αποκήρυξη κάθε ταυτότητας εκ μέρους του Κούντερα ως Τσέχου συγγραφέα είναι άκρως παράδοξη. Στον Πέπλο[9], ένα δοκίμιο αρθρωμένο σε επτά μέρη (το οποίο πρωτοεκδόθηκε στα γαλλικά το 2005 και στα αγγλικά το 2007), ισχυρίστηκε ότι οι συγγραφείς δεν πρέπει να περιορίζονται μέσα στα σύνορα του πολιτισμού τους∙ οι βασικοί προβληματισμοί της λογοτεχνίας αφορούν τον άνθρωπο εν γένει. Παρ’ όλα αυτά, τα ερωτήματα που θέτουν τα μυθιστορήματά του είναι σαφώς τα ερωτήματα που έθεσαν γενιές συγγραφέων της Κεντρικής Ευρώπης. Σταθερό μοτίβο στο έργο του Κούντερα είναι η αποπνικτική τυραννία που προκύπτει από την επιδίωξη πολιτικών σχεδίων που φιλοδοξούν να αλλάξουν τον κόσμο, καθώς και η κωμική προσπάθεια να ζήσει κανείς κάποιου είδους φυσιολογική ζωή.
Από το Αστείο (1967)[10] μέχρι το Η ζωή είναι αλλού (που εκδόθηκε στα γαλλικά το 1973)[11], το Βιβλίο του γέλιου και της λήθης (1979)[12], την Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης (1984), την Αθανασία (1990)[13] και τη Γιορτή της ασημαντότητας (2014)[14], τα μυθιστορήματα του Κούντερα είναι λαμπρά ανεβασμένες μαύρες κωμωδίες. Ως προς αυτό, συνεχίζει μια τσέχικη παράδοση της οποίας χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Καλός στρατιώτης Σβέικ[15] του Γιάροσλαβ Χάσεκ (1883-1923), στον οποίο ένας απρόθυμος νεοσύλλεκτος τα βάζει με τη στρατιωτική γραφειοκρατία εν μέσω της μαζικής σφαγής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η πίστη σε μια ζωτικής σημασίας ευρωπαϊκή κουλτούρα είναι ειδοποιό γνώρισμα της κεντροευρωπαϊκής ευαισθησίας. Όσοι κατέληξαν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα δεν εναντιώνονταν μόνο στην τυραννία. Δυσανασχετούσαν επειδή αποκόπηκαν από έναν κόσμο του οποίου αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα. Οι τρεις ομιλίες και το ένα δοκίμιο που συγκροτούν τον Ακρωτηριασμό της Δύσης –μια οξυδερκή και διορατική συλλογή– δόθηκαν ή δημοσιεύτηκαν μεταξύ των ετών 1967 και 1983, όταν το κομμουνιστικό μπλοκ υπήρχε ακόμη, αλλά κανένα από αυτά τα κείμενα δεν συνιστά κατά κύριο λόγο επίθεση στον ολοκληρωτισμό. Ο Κούντερα εστιάζει στον ρόλο της κουλτούρας να αντιμάχεται τον ολοκληρωτισμό:
Η ταυτότητα ενός λαού ή ενός πολιτισμού αντανακλάται και συνοψίζεται στο σύνολο των πνευματικών δημιουργιών που αποκαλούμε συνήθως «κουλτούρα». Όταν απειλείται θανάσιμα αυτή η ταυτότητα, παρατηρείται μια έκρηξη της πολιτισμικής ζωής, και η κουλτούρα γίνεται η ζώσα αξία γύρω από την οποία συσπειρώνεται όλος ο λαός. Γι’ αυτό και σε όλες τις κεντροευρωπαϊκές εξεγέρσεις η πολιτισμική μνήμη μαζί με τη σύγχρονη δημιουργία έπαιξαν τόσο μεγάλο ρόλο όσο πουθενά αλλού και ποτέ σε καμία ευρωπαϊκή λαϊκή εξέγερση.[16]
Μια μεσοπολεμική γενιά συγγραφέων προσδοκούσε από τον κομμουνισμό να λυτρώσει την Ευρώπη από τη βαρβαρότητα. Όταν ο κομμουνισμός αποδείχτηκε πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια διαφορετική μορφή βαρβαρότητας, εκείνοι αναζήτησαν τη σωτηρία στην κουλτούρα. Παρ’ όλο που αναγνωρίζει τον κεντρικό ρόλο που διαδραμάτισε η εν λόγω κουλτούρα στις λαϊκές εξεγέρσεις εναντίον του κομμουνισμού, ο Κούντερα είναι περισσότερο δύσπιστος. Για εκείνον δεν υπάρχει ζωντανή κουλτούρα στην Ευρώπη και οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι κατοικούν στο κενό που δημιούργησε η έκλειψη κάθε υπέρτατης αξίας.
Η ζοφερή απόφανση του Κούντερα όσον αφορά την Ευρώπη των δεκαετιών του 1970 και του ’80 επιβεβαιώθηκε από τα γεγονότα. Η πτώση του κομμουνισμού φανέρωσε μια ήπειρο που μαστίζεται από τη διαίρεση και την παρακμή. Οι μετα-κομμουνιστικές χώρες τράβηξαν χωριστούς δρόμους. Η Πολωνία κυβερνάται από ένα υβριδικό καθεστώς που αποτελεί ένα μείγμα καθολικισμού και εθνικισμού, η Ουγγαρία είναι μια αυταρχική δημοκρατία που γέρνει προς τη Ρωσία, ενώ η Δημοκρατία της Τσεχίας ψάχνει ακόμη να βρει τον προσανατολισμό της.
Στα δυτικά τμήματα της ηπείρου υπάρχουν κινήματα που απορρίπτουν την ευρωπαϊκή σύνθεση των ιουδαιοχριστιανικών και ελληνορωμαϊκών αξιών θεωρώντας την λίγο πολύ ένα μνημείο της λευκής υπεροχής. Η ενιαία κουλτούρα που φαντασιώνονταν οι αντιφρονούντες διανοούμενοι στις κομμουνιστικές χώρες χάθηκε ανεπιστρεπτί, αν πράγματι υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο.
Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο Κούντερα τη ζωή υπό αυτές τις συνθήκες απεικονίζεται με μεγαλύτερη ενάργεια στην Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης. Το μυθιστόρημα ξεκινά ως στοχασμός πάνω στον «θεοπάλαβο μύθο» του Νίτσε περί αιώνιας επιστροφής. Εάν δεν υπάρχει τίποτα επέκεινα του ανθρώπινου κόσμου, έχουμε μόνο μία ζωή, καθώς βρισκόμαστε περικυκλωμένοι απ’ την ανυπαρξία. Οποιοδήποτε νόημα προσδίδουμε στα πράγματα, το καταπίνει ο θάνατος –ο δικός μας και εκείνων για τους οποίους νοιαζόμαστε.
Παλεύοντας να θεραπεύσει τον μηδενισμό τον οποίο είχε διαγνώσει, ο Νίτσε ανέπτυξε την ιδέα πως οτιδήποτε συνέβη θα επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον ως θεραπευτικό μύθευμα. Εάν μπορούμε να πούμε «ναι» σε αυτή την προοπτική, μπορούμε να προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας. Αντί να αφήσουμε την παροδικότητα να μας καταπλακώσει, μπορούμε να ζήσουμε στον κόσμο με ελαφρότητα.
Σε αυτό το σημείο γίνεται αναφορά σε έναν δεύτερο φιλόσοφο. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Παρμενίδης αντιλήφθηκε τον κόσμο υπό το πρίσμα αντιθετικών ζευγών: φως και σκοτάδι, λεπτό και παχύ, ελαφρότητα και βαρύτητα. Ο πρώτος πόλος αυτών των αντιθέσεων ήταν θετικός, ο δεύτερος αρνητικός. Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά; Μια ζωή χωρίς βάρος άραγε δεν θα ήταν για πολλούς ανθρώπους ένα αβάσταχτο φορτίο;
Οι χαρακτήρες του Κούντερα είναι σύνθετα και αληθοφανή ανθρώπινα όντα, όχι κωδικοποιημένα υποκατάστατα αφηρημένων εννοιών. Οι φιλοσοφίες στις οποίες αναφέρεται λειτουργούν ως υποστηρίγματα, τα οποία διαμορφώνουν το υπόβαθρο των ιστοριών που διηγείται με θέμα Ευρωπαίους που ζουν στο λυκόφως της κουλτούρας τους. Ο κεντρικός άνδρας πρωταγωνιστής στην Αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης είναι ο Τόμας, ένας χειρουργός, που φεύγει για την Ελβετία με τη γυναίκα του Τερέζα όταν η χώρα καταλαμβάνεται από τους Σοβιετικούς το καλοκαίρι του 1968.
Η Τερέζα, μια θαρραλέα φωτογράφος που απαθανατίζει σκηνές από την εισβολή, αποφασίζει να επιστρέψει στην Πράγα και ο Τόμας την ακολουθεί. Κατά τη διάρκεια της επακόλουθης καταστολής, δύο φορές αρνείται να αποκηρύξει ένα δοκίμιο που έγραψε το διάστημα του λιωσίματος των πάγων, παραιτείται από το νοσοκομείο στο οποίο εργάζεται και αρχίζει να βγάζει τα προς το ζην καθαρίζοντας τζάμια. Η καινούργια του ζωή τον ευχαριστεί επειδή τον απαλλάσσει απ’ τις πολιτικές οχλήσεις και του προσφέρει ευκαιρίες να ασχοληθεί με το μεγάλο του πάθος, το φλερτ.
Αγαπά την Τερέζα αλλά δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τις πρόσκαιρες σεξουαλικές επαφές που προσθέτουν αλατοπίπερο στη ζωή του. Η Τερέζα βασανίζεται από τις συνεχείς απιστίες του συζύγου της, ωστόσο δεν διακόπτει τον δεσμό τους. Δέσμιοι της «βαριάς» αφοσίωσης που τρέφει ο ένας για τον άλλο, θέλουν να ζήσουν μια ήρεμη ζωή στην εξοχή, όπου πεθαίνουν σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Ο πλέον «ελαφρύς» χαρακτήρας είναι η ερωμένη του Τόμας, η Σαμπίνα, μια ταλαντούχα ζωγράφος, η οποία εγκαταλείπει τη χώρα και δεν επιστρέφει. Ταυτόχρονα, η ερωμένη του Φραντς, μια αριστερή Ελβετίδα καθηγήτρια, είναι αρνητική απέναντι σε κάθε σταθερή ή αμετάκλητη δέσμευση. Το κυρίαρχο πάθος της είναι η ελευθερία της, καθώς και μια απέχθεια για το κιτς. Μισεί τον κομμουνισμό επειδή τα πομπώδη του συνθήματα και τα μαζικά συλλαλητήρια είναι η αποθέωση του κιτς, και χλευάζει την αφοσίωση του Φραντς στη «μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας» –μια φαντασίωση επανάστασης που προσθέτει μια αναλαμπή ενθουσιασμού στην πεζότητα της ακαδημαϊκής του ζωής.
Για τη Σαμπίνα, το να «προδίδει» τους εραστές της είναι μια πράξη χειραφέτησης, όπως και μια εξέγερση εναντίον των κιτς αντιλήψεων περί ρομαντικού έρωτα. Χωρίζει με τον Φραντς αφότου εκείνος αφήνει τη γυναίκα του για να είναι μαζί της και ταξιδεύει μέσω Παρισιού στην Καλιφόρνια, όπου συντάσσει τη διαθήκη της ζητώντας να αποτεφρωθεί και οι στάχτες της να σκορπιστούν στον άνεμο. «Η Τερέζα με τον Τόμας πέθαναν στον αστερισμό της βαρύτητας»[17], σχολιάζει ο αφηγητής. «Αυτή θέλει να πεθάνει στον αστερισμό της ελαφρότητας»[18].
Θα ήταν λάθος να διαβάσουμε το μυθιστόρημα ως μομφή εναντίον της ελαφρότητας. Ο Κούντερα δεν βρίσκει λύση σε κανέναν πόλο της αντίθεσης με την οποία παλεύουν οι χαρακτήρες του. Για τούτα τα τέκνα μιας κουλτούρας που παρακμάζει, δεν υπάρχει διαφυγή από το κενό εντός του οποίου ζουν. Οποιοδήποτε σκέλος της αντινομίας κι αν επιλέξουν, είναι υπό αυτή την έννοια τραγικά πρόσωπα. Όμως, εφόσον δραστηριοποιούνται σε μια εποχή η οποία δεν αναγνωρίζει σημαντικότερες αξίες απ’ τους ίδιους, οι αγώνες τους δεν έχουν κανένα νόημα. Χωρίς αυτό το υπόβαθρο, η ζωή τους δεν είναι τόσο τραγική όσο παράλογη. Η τραγωδία είναι όπως ο Σαίξπηρ και η κλασική μουσική, το απομεινάρι που άφησε πίσω του ένας πολιτισμός ο οποίος πλέον έχει εκπνεύσει.
Ο Κούντερα θυμίζει Κάφκα στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζει έναν μετα-τραγικό κόσμο διαρκούς αμφιβολίας. Περπατώντας στους δρόμους της Πράγας και διερωτώμενος αν η κουλτούρα συνεχίζει να είναι ζωντανή, βαδίζει στο ίδιο έδαφος με αυτό που βάδιζε ο γερμανόφωνος Εβραίος συγγραφέας περισσότερο από μισόν αιώνα πριν. Ο Κάφκα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Μαξ Μπροντ, λέγεται ότι είπε, χαμογελώντας, «υπάρχει ελπίδα, απέραντη ελπίδα, αλλά όχι για μας». Ζώντας στο Παρίσι σήμερα, ο Κούντερα ενδεχομένως να εξέφραζε την ίδια γνώμη, με ένα παρόμοιο χαμόγελο.
Η πίστη ότι αποκήρυξε την πατρίδα του ίσως δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ψευδαίσθηση, ένας μύθος, μια φαντασιοκοπία στην οποία ο Κούντερα παραμένει προσκολλημένος προκειμένου να διατρανώσει την αυτονομία του ως συγγραφέας. Ωστόσο ενδέχεται επίσης να συνιστά ενός είδους ταπεινοφροσύνη. Το να είσαι απόγονος του Κάφκα δεν είναι μικρό πράγμα, ούτε είναι χωρίς νόημα.
⸙⸙⸙
[Το κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου: «Milan Kundera’s identity crisis», περ. New Statesman, 12 Απριλίου 2023.]
[1] Μίλαν Κούντερα, Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2022.
[2] Ό.π., σ. 88.
[3] Ό.π., σ. 88-89.
[4] Ό.π., σ. 89, υποσ.
[5] Ό.π.
[6] Ό.π.
[7] Ό.π., σ. 93.
[8] Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2016.
[9] Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος. Δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005.
[10] Μίλαν Κούντερα, Το αστείο, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2011.
[11] Μίλαν Κούντερα, Η ζωή είναι αλλού, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2008.
[12] Μίλαν Κούντερα, Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2011.
[13] Μίλαν Κούντερα, Η αθανασία, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2019.
[14] Μίλαν Κούντερα, Η γιορτή της ασημαντότητας, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2014.
[15] Γιάροσλαβ Χάσεκ, Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, μτφρ. Ρενέ Ψυρούκη, Αλφειός, Αθήνα 1974, τόμ. Α΄-Β΄.
[16] Μίλαν Κούντερα, Ο ακρωτηριασμός της Δύσης, ό.π., σ. 53.
[17] Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ύπαρξης, ό.π., σ. 383.
[18] Ό.π.

